ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Ήλιε και μη σκοτίζεσαι
για ποιόν ξοδεύεσαι αγρυπνάς
άυπνο ύπνο μας χαρίζεις
άκαπνους από φώς
με την ακτίνα σου μας φροντίζεις
Ήλιε και τι σκοτίζεσαι
και όλος φωτιά σκορπίζεσαι
μας βγάζεις από το χάος
κάνεις το χώμα φώς
Είσαι σφραγίδα των ματιών
(ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ)

Τόξα της ζωής

Πήρα στα χέρια ένα πρωί το προσωπό σου

Τόξα της ζωής είναι τα κορμιά
Στο μισοφέγγαρό τους σμίγει δοξάρι το άπειρο
τα σπλάχνα μας δρομολογεί και φέγγουν

Σε ακόνιζα στο πράσινο ακόνι της σελήνης
σε ακόνιζα στο φλόγινο τροχό του ήλιου ω μνήμη
να μάθω τον καιρό με χρώμα με χώμα λαμπερό και μαύρο
έμπηγε ο αιώνας ατσάλινο φτερό
με έμαθες με έπλαθες ν αντέχω στύγας νερό
βάρκα να ρίξω να στερνοκολυμπώ
άγριες νύχτες στο πολύ της θάλασσας
απο τη στεριά σου καθώς με αλαργεύει
με το κουπί σε πίνω σε λιγοστεύω
όταν με στρέφεις σε λιμάνι μιά καρδιά

 

Μέσα στο μαύρο ολκάδα η ζωή και δεν λυγίζουν οι ανάσες
όταν της φωνής σου ακτίνες όταν χτυπά στο μαύρο ο ήλιος
κι η θάλασσα την πλάτη τού γυρίζει

τρέχουν τα κύματα χωρίς να βρίσκουν το σκοπό
στ αυτιά μου μουσικές ωκεανίδες και μοιάζουν στα τραγούδια σου
έφηβοι των Αντικυθήρων το αίνιγμα σας χαμόγελο κόβει δρόμο για τον ήλιο

Φωνή από νύχτα μυστική μες στα βασίλεια της σιωπής με σιγοφέγγεις
υπόγεια ρεύματα μας ενώνουν κάτω από χίλια βουνά:είσαι νερό μου.

Τα μαλλιά σου νύχτα λύνεις βρόγχοι πλέκονται σαγήνης
(Ξέρετε Κυρία η ευαισθησία είναι θάρρος
«Δεν σπάζει με την πέτρα η καρδιά «)
αγάπη λένε τα μάτια σου

Για τα πουλιά είναι ελαφρύς ο ουρανός
στα μεσημέρια μου γκρεμοτσακίζεται ο χρόνος
σκοτάδι μέσα μου και πόνος είμαι με γόνατα λυμένα
Ερημική βασίλισσα με γαλανό και άλικο είσαι εσύ το ζεστό που ζώ.

Εκεί ήταν δέντρο μοναχό κόκκινο η φύση φόρεσε χαμόγελο
μετείκασμα ήλιο στόχευες τι σόι θεοί σε πλαστουργούν;
Τα μεσημέρια της θλίψης τι θα γίνουν τα μεσάνυχτα στης μνήμης τα σκαλιά;

Πήρα στα χέρια ένα πρωί το προσωπό σου

 

ΠΕΡΥΣΙΝΑ ΜΕΛΤΕΜΙΑ

Το απροσποίητο στην τέχνη είναι κατάκτηση .Το νόημα οφείλει να ρέει τόσο αβίαστα ώστε να μοιάζει ότι έγινε μόνο του .Δε σε βιάζει κανείς. Τα ψυχικά φαινόμενα ,τα σκιρτήματα είναι κι αυτά φύση. έρχονται στο φως με αύξηση που μοιάζει μ αυτή των λουλουδιών. Ακολουθούν την εναλλαγή των εποχών όπως κι εκείνα. Έχουν άνοιξη καλοκαίρι φθινόπωρο και χειμώνα. Άπαξ κι οι ψυχές αρχίσουν να κινούνται, αποκτούν τη φυσιογνωμία τους που τους δίνει μια σταθερότητα στο βάδισμα κι έχουν τα δικά τους λόγια. Στήσε αυτί να τα ακούσεις, άκουσε τες να μεγαλώνουν. Άκουσε τες σαν φύση.
Όταν καταρρέουν κάποιες συνθήκες, τότε οι ψυχές στενεύουν. Επειδή είχαν πιαστεί σαν κληματόβεργες στις δράνες ,χάνουν τώρα τα στηρίγματα τους κι έχουν βαρυχειμωνιά, ο άνεμος οι καταιγίδες γκρέμισαν το υποστύλωμα, αντί να καμαρώνουν όπως πριν ανέρπουσες και σκιερές και ευάερες, έρπουν στη γη ψάχνοντας απελπισμένα να ξανανέβουν, δράνα όμως δεν υπάρχει. Τότε πανικοβάλλονται. Ανακαλύπτουν ότι είναι αδύναμα κλαράκια που χωρίς στήριξη προς το φως και τον ήλιο τίποτε δεν μπορεί να τις παρηγορήσει. Έρπουν, κάνουν προσπάθεια να σηκωθούν ,μάταια και ξαναπέφτουν, γίνονται ένα ακατάπαυστο σήκωμα και πέσιμο.
Αρχίζουν να απαριθμούν τις αιτίες, να βρίσκουν φταίχτες και να μεγαλώνουν το ζήλο τους. Ρίχνουν το βάρος στους συντρόφους, τον κακό καιρό, την αδύναμη σχεδία τους, παλεύουν μα τα φουρτουνιασμένα κύματα, περνάνε τα εμπόδια ένα μετά το άλλο και βρίσκονται συνέχεια μπροστά σε εμπόδια. Σε λίγο η προσπάθεια γίνεται μοίρα. Παλεύουν μεταξύ θεϊκού και αντίθεου. Ο κόσμος χάνει τις αποχρώσεις γίνεται άσπρος μαύρος .Στο άσπρο κοντεύεις να λυτρωθείς ,στο μαύρο απελπισία και χάσιμο.
Η μάχη είναι απελπιστική. Το μυαλό σκοτίζεται. Χτυπάνε τις βέργες του κλουβιού, το αποδημητικό ένστικτο έντονα τους καλεί .Χτυπάνε να σπάσουν το κλουβί, τα καταφέρνουν μισοτραυματισμένες .πετούν απαρηγόρητες να φτάσουν στον προορισμό. Έχουν χάσει δυνάμεις, πρέπει γρήγορα να τις αναπληρώσουν. Αν όμως η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη μάταια θα ελπίζουν, το παραπάτημα θα είναι μόνιμος βραχνάς .Πολλές θα ξαναγιάννουν, αν και ποτέ δε θα είναι όπως πριν .Στο ξέφωτο της παλιννόστησης ο καιρός είναι γλυκός, υπάρχει μια θέρμη, η ατμόσφαιρα φωτεινή και η ζωή σφύζει, στην αρχή αυτό κάπως τους τυφλώνει ,σαστίζουν, με προσπάθεια και με κόπο το συνηθίζουν, βρίσκουν τον παλιό καλό εαυτό .Δυστυχώς δεν ισχύει το ίδιο για όλους, μερικοί στέκουν απαρηγόρητοι και κοιτούν, πεσμένοι μέσα τους, τον κόσμο να βηματίζει αμέριμνα, το βρίσκουν ακατανόητο, το δικό τους βήμα έχει σπάσει, τρεκλίζουν, νοιώθουν ένα κίνδυνο ,θα τον περάσουν; Είναι οι δίνες του χρόνου. Όταν χάνουμε το βήμα, θες αξεπέραστες αντιξοότητες, θες απροσεξία, θες ενας ρυθμός που όφειλες να συντονιστείς ,και τότε πέφτουμε στη δίνη του χρόνου. γυρίζουμε γύρω απ το ίδιο μέρος και μας τραβά μέσα του. Ο κόσμος μας αφήνει πίσω κι εμείς νομίζουμε στον κατελισσόμενο στροβιλισμό μας ότι πάμε μαζί του, αλλά είναι ψευδαίσθηση, έχουμε αποσπαστεί σ ένα κλάσμα του χρόνου, σε μιαν αγκίδα του, που ξέφυγε σαν πελεκούδι του ξυλοκόπου και βουρλίζεται στο γκρεμό, όπου θα συναντήσει το ρέμα που θα την κατευθύνει προς τον αιώνιο ωκεανό. Έτσι μας ωθεί κι εμάς αυτή η δίνη χωρίς βούληση, βουρλιζόμαστε, στροβιλιζόμαστε σε καθοδική δίνη. Δεν είμαστε πια στο δικό μας έλεγχο, μια δύναμη πραγμάτων μας κόβει απ τον εαυτό μας, μας χάνει .Σφάλλαμε, προκαλέσαμε, δεν προσέξαμε Δεν είδαμε τον ξυλοκόπο, δε βλέπαμε το δασός, διαλέξαμε λάθος δέντρο να μας στηρίξει, χάσαμε το δάσος, χάσαμε το όλο και μείναμε να μας απελπίσει και να μας μηδενίσει μια λεπτομέρεια γρίφος που έπρεπε να είχαμε προσδιαβεί.
Είναι μερικά σφάλματα που δεν έχουν γυρισμό. Δεν υπάρχει επιστροφή από εμμονές που χάνουμε δυνάμεις και μυαλό πολύτιμο. Δεν μπορείς να πεις στον κόσμο περίμενε. Ο κόσμος δεν μπορεί να περιμένει, πρέπει να πιαστούμε εμείς στη γιορτή του, έστω τελευταίοι ,αλλά να πιαστούμε και σ όποια αργοσχολια μας να έχουμε την αίσθηση ότι μας τραβά και να ακολουθούμε.(Άνοιγμα της μπουκαλας.-Στον Γκρέκο αν ήταν αριστερόστροφος ο στροβιλισμός θα βυθιζόταν στον πάτο της εικόνας οι μορφές. Οφείλει να ανέλκεται δεξιόστροφα , καθ ύψος….)
Μοιάζει να είμαι απαρηγόρητος. Δεν είναι αλήθεια. Απλά συντονίζομαι με το βήμα ανθρώπων που χάθηκαν και συμμερίζομαι το αίσθημα τους από συμπάθεια. δεν ήθελα να χαθούν ,και επί πλέον δεν το παραδέχομαι. τους έχω εδώ μαζί μου και ακούω τον πόνο τους. συνομιλώ μαζί τους όταν βρω ευκαιρία ,συμπάσχω. Ήταν εξάλλου η καλή μου συντροφιά. ολιγώρησαν λίγο παραπάνω, αυτό είναι όλο και φύγανε (αυτοκτονικά χέρια δένουν την πατρίδα, μαγεύεται από θηλιές του ουρανού )Ανεπαίσθητα βήματα, λεπτές αποχρώσεις στην κλίμακα των χρωμάτων της ζωής τους γοήτευσαν, έγιναν μαγεία τους, και μείνανε εκεί για πάντα
2
Διαβάζω εδώ σε παλιά κατάστιχα»ψυχή μην κρυώσεις άλλο»’και μου θυμίζει πως λίγο έλειψε να χάσω το τελευταίο πλοίο. Το πρόλαβα όταν οι ναύτες ανέβαζαν τις άγκυρες (ουρανοθέμελα).
Άρχισα να συνειδητοποιώ στο ταξίδι, πως δεν μπορούμε να αψηφάμε το πλοίο του κόσμου .Τότε ο κόσμος θα μας αγνοήσει κι ίσως για πάντα. Τι είναι να κάθεσαι και να μετράς ηλιοβασιλέματα αν ίσως μες τη χαρά του κόσμου δεν εντάσσονται. αν την ομορφιά τους μαζί μ αυτόν τον κόσμο που μας δόθηκε δεν την αποδώσουμε?(Μην είναι κρύος ήλιος από λερωμένο πανί;)
Μάτια της λύπης ,τα είδες, σε είδαν, μοιράστηκες αυτό το φευγαλέο πράσινο πριν σβήσει ο ουρανός και ανάψουν τα άστρα. Τη στιγμή που ήρθε το λευκό να παλέψει ύστατη στιγμή με το μαύρο και να νικηθεί. Και το μαύρο που νίκησε δεν είναι μαύρο απελπισίας/ είναι μαύρο χάραμα. μια ανατολή της νύχτας, της νύχτας που καντηλανάφτισσα τακτική ανάβει τα αστέρια της στον ουρανοσχημο ναό της. Κι έχουν αυτά την τάξη τους στο δρομολόγιο του ουρανού. εκεί είναι η μικρή άρκτος ,να ο πολικός, μ αυτόν διορθώνει το πλοίο την πορεία του. Διαβάζει το δρόμο της θάλασσας λες και ταξιδεύει ανάμεσα στ αστέρια Το μυαλό του κυβερνήτη τις νύχτες πλημμυρίζει αστέρια.
Τα μάτια της λύπης χάνονται στον ουρανό, η μαγεία των άστρων, η μυθολογία του ουρανού τη μαγνητίζει. Πως να πει κανείς ότι δε μας γεννάνε τα άστρα. Το βλέπεις τα μάτια της λύπης ξαναγεννιούνται κάθε βράδυ. Λάμπουνε μέσα σ αυτά τα μάτια τα πελάγη των αστερισμών .Ταξιδεύει στους δρόμους τους κι εκείνη. Δροσίζεται απ τη βροχή των αστερίων, λύνεται η γλώσσα της, γίνεται φωνή ,πιάνει το τραγούδι. τραγουδά την αγάπη της. Ήρεμα ,μαλακά, όνειρο .Το πλοίο χαράζει τα κύματα αφήνει πίσω ασημένιο αφρό, ένα Γαλαξία της θάλασσας, αυτόματα σηκώνει το κεφάλι και ψάχνει εκείνον του ουρανού, πόσο απλά είναι όλα. Δείχνει το δάχτυλο της πίσω μας ψηλά τον πολικό που φαίνεται σαν να λικνίζεται, η αλήθεια είναι πως το καράβι, Την παίρνει μια χαρά, ανοίγει σ ένα γέλιο που σμίγει τη λύπη σε πικρόγελο, ένα αστέρι λάμπει στο μαύρο των ματιών βαθιά και αχνοφωτιζει το σκοτεινό της πρόσωπο. Γέρνει το κεφάλι της στον ώμο του, κλείνει τα μάτια, ονειρεύεται, της χαϊδεύει τα μαλλιά, τ ης πιάνει το χέρι. Άφατη αγαλλίαση .Γαλήνη.Ποιος κυβερνά. Είμαστε με αυτόματο πιλότο? Εμπιστευόμαστε την παντοδύναμη φύση? Ενας ο νόμος της αλλά μετά τι;
Ας παρακάμψουμε αυτό το ερώτημα, είναι μεγάλο ταξίδι, τόσο που δεν έχουμε το κουμάντο να κλείσουμε εισιτήριο για κει. ένα ταξιδάκι κλείσαμε με το πλοίο της γραμμής. Ταξιδάκι και μην το παρεξηγήσουμε, να αφήσουμε την ψυχή μας να το ζήσει, να το ταξιδέψει ελεύθερη κι ανοιχτή. ανοιχτό είναι το πέλαγος, ανοιχτός κι ο ουρανός Το πλοίο σίγουρο για τη διαδρομή του. Ταξιδεύουμε.
Μισή διαδρομή στην πραγματικότητα, μισή διαδρομή στο ονειρο. δε διαλέγουμε εμείς τον κόσμο για να μας αρέσει και καλά, δε μας ρωτά εξάλλου .Εμείς ρωτάμε για τον προορισμό και επιλέγουμε διαδρομή, το απώτερο σχέδιο μας διαφεύγει Να αμφιβάλουμε, να δώσουμε μια πιθανή απάντηση η να δεχτούμε το δόγμα? Αυτό δεν είναι ερώτηση, και κατά συνέπεια ένα ναι, ένα όχι μια προτίμηση μάταια.
Είμαστε στο ταξίδι, ας αφήσουμε τα μάταια στον κόσμο τους να τα παρασύρει το θολό ρεύμα μακριά μας. είμαστε στο ταξίδι με ημερολόγιο με νυχτολογιο. Μισό πλοίο στο πέλαγος, μισό στον ουρανό , γράφει την ιστορία του στο κύμα, με άσπρο ’μελάνι’ στη μελανή ράχη των κυμάτων .Πάει ,έρχεται στις μαύρες σελίδες του ωκεανού. Μαύρη χαρά μας κι αλμυρή θάλασσα. Έχει και τη νοστιμιά της. Έχει αλάτι. Στα βάθη της σπαρταρά ενας κόσμος Κι όταν σκάει στις ακτές μαζί με τη θάλασσα νοιώθουμε σαν πουλιά στο άφρισμα της, ας είναι και μαύρη η χαρά .Μας αρέσουν τα μελαψά πρόσωπα. Δεν αποκλείουν τίποτα. Αφήνουν ανοιχτές τις διαθέσεις .μεταβάλλονται μαζί της προς την απελπισία, προς τον ενθουσιασμό .Κι έτσι δεν πλήττεις. Έχει εναλλαγές.
Έσκασε το φεγγάρι στρογγυλό και κόκκινο απ το βάθος της θάλασσας. χάραξε ένα μονοπάτι στο κύμα μέχρις εμάς. Το είδες στο πρόσωπο της. Τόνισε το χρώμα της ,έσβησε τις βαριές σκιές ,έλαμψε η μελαγχολία της. ένοιωσες μέσα σου ένα κόμπο, όχι βαρύ, με βαρύ άρωμα μονάχα. έδεσε σαν ανθοδέσμη οπιούχων φυτών με μαύρους κάλυκες, κι ανέβαινε το ναρκωτικό τους μέχρι το μυαλό.
Γιατί καλή κυρα της πρύμνης είσαστε τόσο μελαγχολική σαν νύχτα. Ποιος άνεμος κακός σας φύσηξε. δε σας πείθει ο ουρανός, τα αστέρια ,το φεγγάρι, δεν πείθει ο ωκεανός, τι τότε?
Ενας ψίθυρος ανοίγει τα χείλη της ,πονεμένος. Την πονά η ζωή. την έχει καταβάλει μια κούραση, νοιώθει μια ατονία, από τον πόνο της ζωής. Ψυχικός πόνος και παράπονο, πονά σαν ύπαρξη. πονά στην αίσθηση, στο βαθύτερο αίσθημα της ύπαρξης. Την πονά ο ουρανός, πονά την ύπαρξη του κόσμου μέσα στη δικιά της ύπαρξη. Την κατακλύζουν όλα τα γιατί του κόσμου, αγωνιά.
-Θέλω να πιάσω τη ρώγα της στο στόμα, ν αγγίξω το στήθος της, να πιαστώ απάνω της. Τη μαύρη ρώγα της ύπαρξης να πιάσω;
-Όλα αυτά τα είπε μονομιάς. Ώρες να μιλήσει και έπεσαν πολλά. Τι όμως να απαντήσεις? Καλή κυρα της πρύμνης, και θαρρείς μακριά είναι η ύπαρξη που ζητάς τη ρώγα της; Κι αφού τη θέλεις γιατί δεν την πιάνεις με όλα σου τα χέρια;
-Δε μου αρκεί το σόφισμα.
_Που βλέπεις σόφισμα, κυρα/ καλή κυρα, θαρρώ η ρώγα που λες δε Θάνε πιο όμορφη, πιο μαύρη ,πιο ζηλευτή, απ της αφεντιάς σου. Εσύ δεν είσαι ύπαρξη;
Δεν ήταν ότι καλλίτερο αυτό που είπε ,αλλά τόσο μπόρεσε να του βγει..
_…..
Σώπασε, Ίσως δεν μπορέσει να της βγάλει άλλα λόγια. από χθες είχε να μιλήσει. Το φεγγάρι ανέβαινε γρήγορα, γεμάτο, παρήγορο, συντροφικό, κι ασήμιζε στη φεγγαρομερα .όσο όμως το φεγγάρι δυνάμωνε το φως, τόσο η καλή κυρα της πρύμνης γινόταν μεσάνυχτα Της φίλησες το λαιμό. Ανατρίχιασε, πέρασε το χέρι της στο σημείο του λαιμού, έσβησε το φιλί? Όχι, έλεγε ευχαριστώ. Αναδύθηκε ολόκληρη μέσα απ τον εαυτό της. Ανασήκωσε το κορμί της, έπιασε με τα δυο της χέρια το φουστάνι της, σηκώθηκε όρθια και βημάτισε μέχρι την άκρη της πρύμνης .Κοίταξε το απέραντο σκοτάδι έχοντας το φεγγάρι στον ώμο της.
Πέρα μακριά χανόταν ένα πλοίο .γύρισε και με μια κίνηση του χεριού σε προσκάλεσε. Πήγες κοντά της της έπιασες το χέρι, τραβήχτηκε πίσω.
Έδειχνε με το χέρι το δρόμο που άνοιγε το πλοίο.
-Είναι τα μόνα ίχνη μας ,είπε.
Και αμέσως στράφηκε σε σένα. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό σου. Την έπιασες απ τη μέση. Δεν είπε λόγια .Ένα δάκρυ έλαμψε στο μάγουλο της, έγραψε στο φως του φεγγαριού.
Ένα ασημένιο σύννεφο μπήκε στο δρόμο του φεγγαριού.
Η μικρή κυρα της πρύμνης έλαμψε περισσότερο από ποτέ μέσα στο λευκό της. Εκείνη τη στιγμή έσκυψες και τη φίλησες. Τα χείλη της είχαν το αλάτι της διαδρομής πάνω τους. Νόστιμο φιλί μέσα στα αναφιλητά της Μείνατε ώρα εκεί. Τυλιγμένοι στο σύννεφο της μελαγχολίας της. Σου είχε μεταδώσει την αγωνία της, τη συλλογή της. Την ένοιωθες να αναδύεται μέσα απ το μαύρο της καρδιάς της. Βαθιά αναφιλητά κορύφωναν το μαύρο της κενό. Έσπαγαν κύματα κύματα στις ακτές του κορμιού της. Το στήθος της κινούνταν σε ρυθμό, έπαλλε, γινόταν πέτρα. Τότε έσπασε μεγάλο κύμα στον κυματοθραύστη ο μέσα θυμός. Ρίγησε, σφίχτηκε στην αγκαλιά σου, κάθισε, καθίσατε στη σωσίβια βάρκα. Πρόσεξες τις κόρες των ματιών της κι είχαν διασταλεί, το σφίξιμο των χειλιών είχε φύγει, χαλάρωσε τις μακριές της γάμπες, τέντωσε τα πόδια της. Ανοίχτηκε διάπλατη. η κοιλιά της κυμάτιζε σα θάλασσα. Τέντωσε τα χέρια, ξάπλωσε κι έπιασε όλο το χώρο της βάρκας .πιάστηκε
απ τα σκοινιά , στήριξε τα ποδιά στα πλευρά Ανάερη, το κεφάλι πίσω, τα μαλλιά της καστανός καταρράχτης, μάτια στον ουρανό, το άσπρο φόρεμα την έντυνε σαν κύμα αφριστο. Την κατέλαβαν σπασμοί που γινόταν όλο και πιο ρυθμικοί. Κάποτε έπαιρναν μια ένταση, πότε γινόταν ανάλαφρος κυματισμός. Αφέθηκε / ήταν σαν να είχε λιώσει. Τότε σε πήρε επάνω της. Ζήτησε τα χείλη και ψέλλισε απ τα βάθη της :θέλω!
Το πλοίο συνέχιζε το ταξίδι, έμοιαζε ακίνητο .σχεδόν οι μηχανές του ακουγόταν. Το φεγγάρι μεσουρανεί. Είσαστε στη σωσίβια βάρκα. σφηνωμένοι. Ακούτε τις ανάσες σας .Ακούτε τις καρδιές .Της έφυγε εκείνο .Ξαλάφρωσες. Την ακούς.
_Έλα πιο κοντά μου.
Μα πώς να πας πιο κοντά της ,ίσως δεν ξέρεις τι σου ζητά. Είσαι τόσο μα τόσο κοντά της .Σου κλείνει τα μάτια με το χέρι της. Σου λέει.
_Άκου αυτό. Μην πεις τίποτα ,άκου αυτό.
Δεν έλεγες τίποτα δεν ήξερες τι ν ακούσεις .Ίσως εκείνη άκουγε. Πέρασε πάνω σου, έγειρε το κεφάλι της στο στήθος σου. Κάπως την έχανες, παρόλη σου την προσπάθεια, τώρα που συνερχόταν σου διέφευγε παντελώς. Ίσως κάτι έπρεπε να δεις ν ακούσεις κάτι που σε ξεπέρναγε .Τι ήταν αυτό;
Όταν ρωτάς ,όταν η ερώτηση έχει επείγουσα αφορμή ,μαθαίνεις.
Έτσι βρήκες το σωματικό στίγμα της ανησυχίας της. Ένα νευροφυτικό χτύπημα ανάμεσα στους ωμούς της, την τρόμαζε, ένοιωθε κάτι σαν κάποια ξένο σώμα να της το προκαλούσε και την κατέκλυζε φόβος .Πειραγμένα νεύρα;
Είδες το χέρι της να ψάχνει εκεί κάτι και άρχισες να το παιδεύεις να βρεις άκρη και βρήκες.
Έπιασες την πλάτη της εκεί ακριβώς. Τη φίλησες εκεί, Έγινε αφρισμένο πέλαγος .Στέναζε ως τον ουρανό Σε ζήτησε. Ξεχυθήκατε σε απότομες αμμουδιές. Χτυπήσατε σε κοφτερά βράχια. Μέσα στο λευκό της φόρεμα, ήταν υπέροχη η σάρκα της. Χάθηκες στους κόρφους της> Ήταν οργιαστική και θυμωμένη. Αφέθηκε σε παρατεταμένο οργασμό με αγωνία ξέφρενη. Αλύπητη παράδοση. Ξαναχαθηκες στους κόρφους της.
Σε αγκάλιαζε σμιχτά με χέρια, με ποδιά, με κορμί, με φιλιά ,με χάδια .Πέσατε στο βάθος της βάρκας μηδενισμένοι, Υπήρχε. Υπορχημα στεναγμού.
Που πήγε εκείνος ο στεναγμός

In gyrum


Kι άν θα περνάς τη λίμνη των μυημένων
των φιλοσόφων των ποιητών
κι άν βυθιστείς να αναδυθεις
Γύρω στη λίμνη
με βάση το ουδέτερο νερό
να κάνεις τους πιο θερμούς χυμούς
συστατικά;οι σημασίες
(Όλο το αίσθημα χωράς και βλέπεις
αδειάζεις το αγγείο του μίσους
κι αίφνης κι από αγάπη αδειάζει το άλλο αγγείο
____________
και νέα αισθήματα θα χωρέσουν)
Πέρνα και πέρνα ξαναπέρνα
και κέντα ψιλοβελονιά τον πόνο
γαζί του πόνου
η αγάπη γύρω του
σαν της ειρήνης το εύρημα
στην ειρωνεία του πολέμου
κι απ’ τα αντίμαχα
ένα ντύμα βγάλε,ένδυμα σκέψης βάλε
και μάντεψε ό,τι εδώ μπροστά σπαράζει
και μάντεψε πίσω από την κουρτίνα του φωτός
το διαρκές μαντείο του νοήματος
[ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ]