Εξυφάνσεις. Αυλακώνω το λευκό λαβύρινθο του χαρτιού. Νοητικές αυλακώσεις και επινοητικές. Άραγε ετούτο το σπάρσιμο, ετουτο

το κρύψιμο σπόρου θα βρει τρόπο να βλαστήσει να δει τον ήλιο της ημέρας

Advertisements

βιολογικών ρολογιών από υπερβολική επιτάχυνση και υπερυπερβολή πύκνωσης των πόλεων. Είναι τόση και τέτοια η σκιά που ρίχνουν τα σώματα ώστε κανένα γδύσιμο δεν προσεγγίζει ως της σκιάς το ρούχο. Το χαμήλωμα του ήλιου στον ορίζοντα έδωσε ευκαιρία στα μικρά αναστήματα να σκιάσουν απότομα τον κόσμο. Όση γύμνια τόσο το αναποκάλυπτο, τόσο το μάτι υποφέρει στη σκιά, το βλέμμα του φέρεται από τη σκιά βαθειά μέσα του, του νοήματος. Σκιά στο βλέμμα του καλλιτέχνη όσο αν υποψιάζεται την τέχνη του. Κλείνει το μάτι όμως τον περικλείνει η εποχή. Όσο ρίχνει την τιμή της σημασίας, ανεβάζει την πτώση στα ύψη. Η γύμνια γίνεται αδιαπέραστη κι ότι η μνήμη απεκάλη επέραστη στην ανιέρωση στην τρύπα της εκκοσμίκευσης που ανοίχτηκε ξαφνικά με το κάψιμο του νοήματος, αυτή η ουλή του κόσμου από καμμένο νόημα επαναφέρει τη λέπρα. Αποστειρωμένη αυτή τη φορά. Στις άκρες του κόσμου περισσεύουν τα ναυάγια. Καρποί του χρόνου της εξατομίκευσης που το σκοτείνιασμα από πύκνωση τον αναγκάζει να ρίξει ματιές μέσα του, ανοιγόμενος όμως εισρέουν μαζί σκοτάδια στα ήδη ενυπάρχοντα εκεί

Μου φτάνει έτσι

Τώρα φεύγεις
μακριά μου φεύγεις
μένω χωρίς την καρδιά μου
πυρπολημένος
φωτιά μου τίναξες στα μάτια
κι η λάμψη σου με χτύπησε
σαν αστέρι
τα χείλη σου άνυδρα
δεν ξεδιψώ
πίνω και πίνω και δεν ξεμεθώ
τι το μυαλό κι αν χάνω

Αλιβέρι_Αθήνα 17.02.07

 

 

Rumples. Δομικά στοιχεία της φράσης και δόμησις των φράσεων στην προοπτική του έργου. Το δόμημα του λόγου που αποκαλούμε ποίημα, όσο κι αν είναι ελεύθερος στίχος υπόρρητα και υποδορρείως έχει φλέβες κι αρτηρίες. Μέσα του ο χρόνος κυλά σαν αυλάκι, σαν ρυάκι, σαν χείμαρρος σαν ποταμός … σαν ωκεανός. Σαν κεραυνός. Σαν χρυσάφι, σαν λάβα.

Σαν ροή γυμνών κοριτσιών στο κέντρο της Βαρκελώνης, σαν ροή σάρκας εκεί που συνήθως ρέει λαμαρίνα, λάστιχο και γυαλί. Κοριτσίστικο δέρμα σφύζον πρόκληση, έκθεση γύμνιας με πρόσχημα. Προσχηματική της καλλιτεχνικής φωτογράφησης που ντύνει το γεγονός. Πληθυντικός αριθμός της Εύας, ευάριθμες γυμνές γυναίκες έπαρση σάρκας γιγαντιαίο σλάλομ ομορφιάς μετά την ομορφιά. Έξωση από το φύλλο συκής, απόταξη της ενοχικής του γυμνού, του γδυτού. Σπάσιμο της παραδείσιας αρμονίας, εφησύχασις, τα αυτοκίνητα οι πόλεις ξαναγίνονται άγριες. Αυτοκίνητα και κτίρια δαγκώνουν. Δαγκώνει και η ομορφιά με το αναρίθμητο γυμνό της στόμα. Η κόλαση ρίγησε. Η νεότης έχει ξεπαρθενέψει δια παντός. Το ποτάμι της κύλησε. Πρόγευμα για γυμνό στην άσφαλτο. Λάστιχο του κορμιού.

Φαίνεται πως η ιστορία του κόσμου δεν γράφεται πια με λέξεις, μήτε με εικόνες. Ξεχείλισε ο χρόνος του κόσμου. Το βιολογικό πλήθος ανθρωπος εσπασε τους δειχτες

_________________
Όταν πέφτει σκοτάδι στη γή πρέπει να αποφασίσουμε με ποιό όνομα θα μας φωνάζουν

Τέχνη της σουσουράδας να μαντεύεις
δένοντάς την περίτεχνα με κλωστές
διαβάζοντας τους κύκλους της ουράς
που μαντεύει αψηφώντας τι λένε ουρανοί
ψηφιακοί και ψηφιδωτοί.
Η ουρά της γράφει ουρανό.

Στερεότητα Γης από αστάθεια.
Έχει το μέτρο ,είναι η μονάδα που μετρά την ανάσα των λέξεων,
Έχει ρυθμό ,είναι ο τρόπος που συντίθενται οι μονάδες στο χρόνο της ομιλίας, της προσωδίας. Έχει την αρμονία ,είναι η στοίχησις του ρυθμού στην ενότητα της σύνθεσης

Όλα τα ερωτικά
αν είπαμε.
Όλα της αγωνίας
αν εξομολογηθήκαμε.
Λόγια πεταμένα
φτερά κομμένα
πεζά σκοντάμματα.
Λάβε κοράλλια από τα ενύπνια.
Μαύρα αυγά νύχτας
να γεννούν τον ήλιο.

Όμως πού τα είπαμε;
στο πουθενά και στο καθόλου.
Στοίχημα φωνής
είναι η ερημία της μυστήριας ξένης
από την αμφιλύκη της να κοιτάξει,
όταν πίσω της ουρλιάζουν λύκοι

Το στοιχείο του τρομερού δεν πρόλαβε να το μαντέψει ο άνθρωπος, τον κατέλαβε αμέσως σαν δέος. Αυτό το δέος έγινε θεός Άρης και φωτιά. Ο φόβος της φωτιάς. Δας – δάδα – δάσος. Φωτιά στο δάσος.Το δάσος καιγεται από τα ίδια του τα ξυλα. Μέγιστος κίνδυνος όπου θα αποσπάσει το δαδί του και το ραβδί του ολόκληρη περιπέτεια. Δρόμοι του δάσους. Αυτοσαφήνισις μερικών πραγμάτων κατ’ απαίτησιν εναργείας και αποσαφήνισης . Ένας προσεκτικός άνθρωπο οφείλει ακαριαία να βλέπει. Πρώτα απ’ όλα οι άνθρωποι βλέπουν με το συναίσθημα: τον συμπαθώ ; τον αντιπαθώ ; επειδή χρειάζονται συμμάχους στο δέος του κόσμου κι αντί γι’ αυτό συναντούν αντιπάλους που μάλιστα επιβαρύνουν το δέος, το δέος αύθις τον υψώνει να πολεμήσει τον αντιπαθή. Εκεί που πάει ώμο τον ώμο ξαφνικά μπορεί να στραφεί πλάτη με πλάτη ή κατά μέτωπον. Το συναίσθημα δρα ακαριαία. Και εξοντώνει. Επειδή η φαντασία είναι παραμορφωτική, επειδή η φαντασία περιγράφει το χώρο της, όμως τον ζει μεταφορικά, παρομοιαστικά. Στερείται ψυχραιμίας, «βράζει το αίμα»,μεταφορά που κυριολεκτεί, κι έτσι ότι συλλαμβάνει στο χρόνο της πρέπει να το πεζοποιούμε με τον τρόπο του νυν κόβοντας φτερά. Είναι ειπωμένο ο αετός δεν ξέρει να βαδίζει, άλλο τόσο η φαντασία ,είναι σαν φουστανελάς που του φορέσαν τα στενά: Του ψαλίδισαν όλο το καμάρι των βουνών. Μια Ηροστρατεία στο μύθο. Καίω το νόημα. Κατεδαφίζω ναούς. Καίω κόσμο. Προδίνω .

Το μοτίβο ήταν δεδομένο. Δεν είναι πια. Δεν θα είναι πια. Όσο η γη έχει ανάγκη συνολικής ανάβασης το έργο οφείλει να την τριγυρίζει και θα την τριγυρίζει. Σε κάθε τέχνη πρώτιστα είναι το βήμα της ανατολής της, σ’ όλα τα κάδρα νωπή ν’ ανεβαίνει Γης.

Αν κράζεις όμως η εικόνα κρύβεται. Αναποκάλυπτα μυστήρια θα σου γίνεται όσο το χέρι δεν είναι απαλό.

Ελληνικός ρυθμός στους μαιάνδρους του νερού επί υδρίας που συμβολίζει την πιο βαθειά γη ! Της μεγάλης μητέρας λατρεία και χάος. Έτσι άρχισε πέλας της γης, εγγύτατος της γης ο προέλλην, έτσι το θέλει ο κύκλος των πραγμάτων να μας φτάνει ως Γαία εμάς τους μεταέλληνες

Είδα στον κύκλο του πορτοκαλιού να αναδύεται η Σοφία μέσα από λωτό, δέρμα λωτού, μαύρου λωτού με φόντο σάρκα ήλιου. Αίγλη φωτός. Όλως τυχαία η με σπουδή ; Τυχαία να πω τουριστική ατραξιόν και καθόλου τυχαία που επανοδηγούμαι στην θελκτική Ιταλιάνα ενός μεσημεριού που μ’ έκαψε της σάρκας το βελούδο. Κοίταγε τις Καρυάτιδες, την Καρυάτιδα που έλειπε έδειχνε η κατεύθυνση της σκιάς της. Η τριχρωμία ίσως μας επαναφέρει σε οικονομία χρώματος, εκεί που μιλάνε οι ψυχές. Που παραμιλάνε ! Και ο Κανών που γίνεται δια «σμικρόν προς σμικρόν » ανάβαση προς τον εαυτό μας.

Η διττή αγορά

Χείλη που περπάτησαν το σώμα του έρωτα

χείλη που περπάτησε της πίκρας στόμα

χείλη που ήταν του έρωτα η τιμή

τιμή της πίκρας έγιναν, τα ζήλεψε ο πόνος.

Το σκούρο κόκκινο βαρύ επισκιάζει μπλάβο

εκεί βαθιά δοκιμάζεται η λεπτή διαφάνεια ;

έχουν την προτίμησή τους οι αντιθέσεις ;

η αντίφαση ζωή βαδίζει στην κόψη αυτών των χειλιών ;

χειλιών που ξέρουν ν’ αγαπούν και να πεθαίνουν

χειλιών που γνωρίζουν να προσδοκούν και να σωπαίνουν

χειλιών που θηλυκιά η μνήμη μέσα στα μέλλοντα γεννά