Χρόνος λαμπάδα

Η άνοιξη το άναμμα ο ουρανός
Αιδώς στολή της γύμνιας της
Δεν θίγει τα μάτια
Χιονίζει από τα βλέφαρα
Στα μάγουλά της
Χαράζουν αυγές τα χείλη της
Τρεχούμενο ποτάμι τα μαλλιά της
Όλη είναι μιά παραξενιά
Είναι ένα παίδεμα για όνειρο
Αιχμαλωσία λύτρωση
Διαφάνεια κόσμος
Είναι εσώτερα γυναίκα
Από αυτόν τον ουρανό είναι το βλέμμα
Θαλασσοβίωτη ελεγεία

Από αυτόν τον ουρανό είναι το βλέμμα
Άνοιξη σε κάθε ουρανό

Advertisements

ΑΛΦΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Πάντα και πάντα μίμησις λήθης πάντα και πάντα χρόνος αλήτης
φίλοι αιχμάλωτοι του φύλου τoυς φίλοι επιλήσμονες του φίλου τους
Σκάβεις επεισόδια περασμένα κοιτάς σε χέρια κουρασμένα
λόγια από λήθη υφασμένα χωρίς να ξέρεις κάτι από σένα
Ύφαλα λόγια σαν δαδιά κλειδί χωρίς την κλειδαριά
που θ’άλυνες το αίνιγμα του είμαι και του έγινα
Ο στόχος μας μια Κυριακή κορίτσια ούζο και ρακί
να σβήνει εκεί το βλέμμα και να ηρεμεί το αίμα

Όμως οι πόρτες του καιρού χωρίσανε τους δρόμους μας
σ’απόσταση ενός χορού που μας κοιτά από τους ώμους μας
Κι αν είναι αλήθεια πως εδώ σκορπίζουμε λίγη σποδό
απόλυtης γεωμετρίας είναι η απόλυση της συμμετρίας

Κουνώ ξανά τα ζάρια ξανακοιτώ τα χνάρια
αιχμάλωτος της μέθης μιας διαλυμένης λέσχης
«Η τέχνη δεν αξίζει δράμι» είναι σα χρέος που αναδράμει
τα χάπια μας τις δραμαμίνες δουλειά που παίρνει χρόνια, μήνες
Με κυάλια κοιτάς ανάστροφα κι έτη φωτός πάει ο καιρός πίσω
λες ώρα να ξαναμετρήσω όμως το βλέμμα σου ρουφά
Και ως λιγοστεύει της ματιάς το ίσο ήχοι σε φτάνουν από άλλο ίσο
κι ευθύς στην πλάτη σε σκουντά το κοντινό και σε ρωτά
«Δείξε όλα σου τα χαρτιά βάλλε και στη σχεδία ξάρτια
ποιό βήμα σε ορκίζει ποιά λέσχη σε ξορκίζει»
Με τη δεδομένη ανιδιοτέλεια ας ηχήσουν τώρα τα τέλια
κι ας μας πάνε, ας μας βγάλουν τον αδόξαστο
μπας και ορίσουνε λίγο του τρόπου μας το άξεστο

Είναι σαν να το ζήσαμε και λησμονήσαμε πιασμένοι στης μοίρας το αδράχτι
νήματα πολύχρωμα ιδέες απ’το φράχτη βιαστήκαμε κι αργοπορήσαμε
Λύσαμε το χορό, ποιοί εμείς ποιός μας λογάριαζε; Κανείς!
Μια τρύπα όλο κι όλο στο νερό που θόλωνε με τον καιρό

Κρεμύδι που έλυσε τα φύλλα κι έλεγε την καρδιά μας:κύλα,
με το χυμό του γράφαμε συμπαθητικό μελάνι, αίμα η καρδιά δεν έφτιαξε θαρρω
Από ατυχία σε αστοχία τα δικά μας τειχεία
της φωνής μας τα στοιχεία της ανημποριάς αντηχεία
Φτιάχνω της αλαλίας τον ήχο δεν τα λέω βήχω.
Αντιλαλος με φτάνουν τα παλιά σα σβήνουν στου χρόνου τα χαλιά
Κι έτσι όπως τυπώνει η σιωπή το ανόητο αποτυπώνει
μας κατακλύζει της ανίας το χάζι και μας βρέχει σαν το χαλάζι

Στου Υποβρύχιου τον Άδη έπλεε η ματιά στο λάδι
κι όλο μεγάλωνε το βράδυ ένα ούτι έπλεκε το χάδι
Από βαθιάς ανατολής εικόνες της πάλαι εντολής
συμπλέκανε με μικρές ιδέες μαύρες κι ας ήταν ορχιδέες
Κι όπως συμπέσαμε στο αραχνείο την τέχνη χάσαμε στο πολυτεχνείο
μα στης αυγής τον ψίθυρο ο νους ζητούσε αντίδωρο
Κι ως την αλήθεια ζύγιζε το ψέμα λύγιζες στ’ουρανού ένα νεύμα
όμορφα επιθυμούσες τα ξενύχτια εμπρός σου άδειαζε η λήθη δίχτυα

ΛΥΓΓΑΣ ΤΩΝ ΟΞΥΛΙΘΩΝ


Επειδή όταν πρόκειται περί αδικίας, είναι καλλίτερα να αδικηθείς παρά να αδικήσεις, η εποχή της εξατομίκευσης έχει καίρια ανάγκη να κάνει χρήση αυτού του σωκρατικού συμπεράσματος στον καθ’ ημέρα βίο της, καθώς αναζητά εσωτερικά στηρίγματα προς τον προσωπικότερο εαυτό της κι είναι γι’ αυτό που διαλέγει για μοτίβο την ορυκτή Φαιστό τη νικημένη από το σκεπτικισμό του Αινεσίδημου, της κυριαρχικής Κνωσού, σπεύδοντας προς το δικαιοκρίτη ενωτικό Μίνω.

Θα ξεκινήσει λοιπόν τροχαϊκά πάνω στη νεανική φόρα από το μικρό φαράγγι στο πάτημα, όπου παρεμφερώς το χέρι του θα ψαχουλέψει σε μινωΐτικο εργαστήρι πιθάρια και κοφίνια φαίστεια. Κι επειδή η καρδιά κερδήθηκε και με τον τρόπο των Ασκληπιαδών, και με της Πανασσού τον πρωτοαφηγητή, που ο διασκελισμός του ήταν του Ραδάμανθυ, και σε ψυχικό θρίαμβο, με ρακί και μέλι, τσικουδάδικα και άλλες λαχτάρες, αλλά και στον υποστηρικτικό καμβά της φιλίας, της πολιτικής, της σκέψης. Το φρέσκο χέρι του ανθρωπολόγου, της αρχαιολόγου, του ξυλογλύπτη, του μαγεριού, κι ότι συνιστούν οι εν μέρει και εν γένει αγάπες θα ανέβουν σε έναν καημό συγγνωστό.

Σε κάθε σημείο οι ομορφιές τυλίγουν σα γάζα το χέρι της αλήθειας με το λόγο του μύθου, όπως πραγματικά είναι κι ας δεν τα βλέπει το καθημερινό μάτι. Σαν όμως τραβηχτείς λίγο πιο πίσω μπαίνει ο χρόνος και τα φωτίζει με την προοπτική του και βλέπεις τότε κάτι σαν υπόσταση, ένα νοηματικότερο χαρακτήρα. Ο τροχασμός πέρασε για να τονίσει το σφρίγος της νεανικότητας. Νεανικότητας με διπλό χαρακτήρα, ως ενός πολιτισμού που νεοχαράζει στην αυγή του χρόνου και της δικής μας νεανικής χαραξιάς που μας πολίτιζε στο πρώτο χάραμα του νού μας. Τότε όταν ανακαλύπταμε τον εαυτό μας, και άνοιγε η καρδιά μας σαν πιθάρι.

Τούτο θα το έχουμε θέλοντας και μη θέλοντας διαρκή μας περιουσία, κι επειδή χτιζόμαστε με τη μεσολάβηση πραγματικών ανθρώπων. Είναι το νόημα της πολιτικής μας φιλίας. Το πιθανόν απίθανον που κερδίζει έναντι του αδυνάτως αδύνατου κι ας έρχεται από του ανίσχυρου την απόφαση.

Τα μαντεία μας φιλοξενούν για να πάμε τα λόγια τους μακριά. Αν τώρα σε κάθε βήμα που βάζεις τις φτέρνες του τροχασμού ο νους τροχάζει βήματα βαθύτερης μνήμης είναι ο νόμος της προσωδίας, που αντλεί από νύγματα φατίζοντας.

Τροχάζεις τον άγριο κέλη αλλιώς ας γινόσουν Δαίδαλος. Όμως! Εκείνοι πήρανε το μυστικό τους στη νήσο των Μακάρων και ίσως κομμάτι δύσκολο να διαπλεύσει κανείς με τέχνη ‘Ικαρου. Πάντως θητεία μας είναι οι μινώταυροι του μύθου πάντα, έστω κι αν στο οροπέδιο οι Κορύβαντες γίνανε μουλαράδες, κι η Αμάλθεια φέγγει στις κορφές της Δίκτυς με αλλοιώτικα μαστάρια.

Για να το πω ξεκάθαρα δε μυθολογώ. Απλά τα πράγματα του μύθου μιλούν μέσα απ’ τις μοντέρνες μας γραμμές μεσολαβώντας τις σχέσεις: Δε γνώρισα μια Πασσιφάη στο Ρέθυμνο; Δεν είδα στο χωριό των καλαθοπλεκτών την Αριάδνη λιγνή και άδμητη; Και πολλές άλλες φωράσεις μυστικών μορφών που ξεκολλήσανε από τις τοιχογραφίες και μπήκανε στο ζωή της μέρας και της νύχτας; Κι ακόμα καράβια με μαύρα πανιά δεν είδαμε μπροστά στα μάτια μας να σαλπάρουν για τη νήσο των Μακάρων; Πως λοιπόν να διστάσουμε είτε να απιστήσουμε στο ολοφάνερο έργο που ξετυλίγεται έτσι αδρά και σχεδόν χειροπιαστά.

Τούτη η είσοδος στήνεται σα μικρό σημάδι όπου θα χτυπήσει η σκαπάνη του αναγνώστη για να πάει βαθύτερα απ’ ότι υπαινίσσονται οι όποιοι στίχοι. Η ποίηση είναι εκεί μέσα, εκεί που βγάζοντας την πρώτη καταπεσμένη πέτρα η αξίνα βρίσκει το ξεσμένο άγαλμα του ανθρώπου, και ξύνει το στήθος του προς την καρδιά του εαυτού. Αν η αξίνα χτυπήσει το άγαλμα του Γύγη είναι σίγουρο πως το δαχτυλίδι του μπορεί να μας πάρει τα μυαλά. Γιατί τα φαντάσματα γίνονται αληθινά.

Για να το πω κι αλλιώς η αξίνα είναι εργαλείο να μας πάει βαθύτερα κι όχι να πάθουμε όπως ο μεθυσμένος που χρησιμοποιεί το φανοστάτη περισσότερο για να στηρίζεται και όχι για να βλέπει. ‘Η ακόμα αφήνει στα πράγματα ο λόγος, με όσο φανερώνει, το έσχατο ρούχο της αιδούς κάτι σαν το μπικίνι το οποίο αυτά που αποκαλύπτει είναι ενδιαφέροντα σφόδρα αλλά όσα κρύβει είναι ζωτικής σημασίας.

Ένα τέτοιο χαρακτήρα έχει η ομορφιά. Είναι επίσης σα γάζα που τυλίγει το κομμένο χέρι απ’ το δρεπάνι του θερισμού, είναι η γάζα του πόνου, γιατί ο πόνος δε λέγεται, τον μαρτυρά η γάζα. Η ομορφιά που αιχμαλωτίζει με τη δυναμή της και μας τραβάει προς την αλήθεια που με τη σειρά της τη στηρίζει.

Κατά κάποιο τρόπο σκιαγράφησα το ραβδί που με στηρίζει, που επιστηρίζει. Βέβαια τη μαγική του χρήση άλλοι θα το κρίνουν κατά πόσο μεταμορφώνει είτε τους συντρόφους του Οδυσσέα σε γουρουνάκια, είτε τα βατραχάκια σε βασιλόπουλα.

Είναι βαθύτερη ανάγκη του ψυχισμού του ανθρώπου που μαρτυριέται με ένα τέτοιο τρόπο: Θα νόμιζε κανείς πως είναι αρκετό και ικανά περιγράφεται ο θάνατος λέγοντας πεθαίνω, θα πεθάνω, θάνατος. Όμως δεν αρκούμαστε σ αυτό και με μια βαθύτερη επίγνωση λέμε: θα δω τα ραδίκια ανάποδα. Αυτή η μεταφορά κάνει ορατή τη συνθήκη που η αφαίρεση (θάνατος) δεν μπορεί να πει. Αυτό είναι ο μύθος.

Αν επιμένω στα ορυκτά ρόδα είναι γιατί έχω κατά νου μια ορυχίτιδα μοίρα που αφορά στη γυναίκα. Τα κτερίσματα είναι δική της υπόθεση. Είναι τέχνη της γυναίκας. Κι επίσης ένα λάθος που συμβαίνει συχνά, πράγμα που πάθαινε συχνά ο Σ. και οι ομόλογοι του, είναι που τοποθέτησαν τη ματιά τους σε ένα συντελεσμένο χρόνο ακινησίας του παρελθόντος, πράγμα ανυπόστατο. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Αντιθέτως, είναι μεγάλο κομμάτι χρόνου, είναι αυτό που πλαντάζει στη φαντασία και ξεθάβει ακριβώς μέσα μας ψυχικά κοιτάσματα δηλ. Ζωντανό χρόνο, μια γέννηση μέσα μας ,δυνατώτερη υπαρξη, από τα βάθη της αταραξίας των μέσα ωκεανών.

Χρόνος που σκουντά δυναμικά τα ανενέργητα, μια καταπληξία που καθαρίζει το μέσα μάτι για να είναι σε θέση να δει το βάθος της ζωής σε ύψος σημασίας. Ο χρόνος της ύπαρξης έχει μέτωπο πάντα μπροστά όσο κι αν γελιέται το βλέμμα και χειριζόμαστε το παρελθόν ως κάτι που υπήρξε εκεί πίσω. Όχι υπάρχει εδώ. Η ύπαρξη είναι ένα υπάρχω εδώ πάντα. Δεν έχει τρόπο να φύγει το νόημα. Να πάει που; Εκτός αν δε θέλουμε να το δούμε.

Όμως θέλοντας μη θέλοντας το παν του νοήματος είναι ενώπιον μας εδώ που είμαστε και εμείς. Δε μπορούμε να το αναστρεφόμαστε ως νεκροί ή νεκροζώντανοι. Το μαρτυρά το ολοζώντανο της ύπαρξης με σώμα και ψυχή όπως ολοζώντανο με σωματικά και ψυχικά συμφραζόμενα αυτομαρτυριέται. Μέσα στο φαινόμενο του κόσμου εκεί που φέγγει κι η όποια φωνή μας τίποτε από το φαίνεσθαι δεν μπορεί να αφανιστεί. Οι επιφάνειες των κτερισμάτων, οι θεοφάνειες των τόπων δημιουργούν το ξέφωτο όπου φώτες εμείς αναστρεφόμαστε ζωή φωτός.

Χυμένοι στη γλώσσα, το πιο καταδεκτικό άγαλμα για να συχνομιλήσουμε την πραγματικότητά μας, πάσχουμε μεταξύ σιωπής και γλώσσας το πλάσιμο των αγγείων: Ψηνόμαστε στο φούρνο των ιδεών και των ηδονών. Ενίδεη και ενήδονη μαρτυρία μας μάς ζητά ο όμιλος, ομιλία παραστατική, επειδή μας παραστέκει, μας στηρίζει αλλά και μας εμφανίζει ίσον δόξα της υπάρξεως όσο υφίσταται η πράξις, το πράξιμο της ζωής εν τω γίγνεσθαι φθορά!

Αυτό θα είναι το μετάξι για το κουκούλι μας μέχρι να πετάξει η ξετρελαμένη πεταλούδα μας από μέσα του: μαρτυρία μας ένα κουφάρι, ένα κούφιο τυλιγμένο με μεταξόνημα, το αριστούργημα, το μνημείο, η μνήμη. Μια τέτοια μνήμη είναι τα κτερίσματα, παρακαταθήκη και δάνειο για την ύψωση της ζωής, κάθαρσις και φωτισμός.

Μια εικόνα φτιαγμένη από σκόνη άστρων που επειδή ακριβώς δεν ξέρουμε το λόγο (λόγο;) που συμβαίνει έτσι, μαγνητιζόμαστε από το αίνιγμα και περίεργοι πέφτουμε και ζούμε τη ζωή που αλλιώς θα ήταν ένα βαρετό ταξίδι και θα αδημονούσαμε να έχει το πιο γρήγορο τέλος, να κατεβούμε στην πρώτη στάση.

Τα αινίγματα όμως είναι εδώ κι έτσι καμμιά βαριεστημάρα δεν είναι ικανή να μας ρίξει στη χειμερία νάρκη των ερπετών: Ιεροφάντης μπαστούνι.

Φωτιζόμαστε από τα αποκαΐδια του άστεως
οι ελπίδες μας γίνανε κουρέλια,
τα νεύρα μας γίνανε τσατάλια
είναι ώρα pop art

αρχίζουμε την πάλη με τα υπάρχοντα.
Το ψωμί και το κρασί είν
αι θεός.
(Αρκεί να θυμηθείς που στους γάμους

ένα κοψίδι ήταν ανάσταση).
Ο θάνατος δεν είναι το μηδέν.
Βήματα πίσω μέχρι που να μας πατήσει ο Όμηρος.
Αδιάφορο σύμπαν. Λες κι εμείς δεν είμαστε σύμπαν.
Λες κι είναι αδιάφορο που είμαστε.

Λες και δεν έγκειται σε μας να γίνουμε ενδιαφέροντες να ενδιαφερθούμε για σύμπαν. Αδιάφορο σύμπαν.
Δεν θα αποδείξουμε τη ζωή, θα δείξουμε τι ξέρουμε να ζούμε, με τι ιστορικότητα περπατάμε το χρόνο κι αν ξέρουμε αντί να βλάπτουμε

να ωφελούμε.
Του κόσμου όλες οι εξυπνάδες δεν φτάνουν να γ
εμίσουν ενός λεπτού γέλιο. Αλλά το γέλιο μας παγώνει εκεί που κάποτε ήταν πρόσωπό μας.
Τι καλείται να κατανοήσει η ποίησις.

Τι εξαγγέλλει ως νόημα ;
Καθρεπτιζόμαστε στην πραγματικότητα από μεταϊστορικό καθρέπτη.
Το γινωμένο δια του πάθους καθίσταται γινόμενο, η μαθηματική πράξις εξά
γει από τις σχετικότητες το επίρρημα του μετά, του έξω, του αλλοιώς.
Ροή έργου. Το έργο ρέει όπως η ενέργεια.
Ανάδυση Γαίας.

Αν δεις να την περιτρέχουν εξ αποστάσεως τα πλάσματα της τεχνολογίας, νοιώθεις την ανάγκη της θεώρησης από το μετά.
Μεταεικόνες γης απο λήψεις όπου εκρήγνυνται άστρα, όπου συγκρούονται γαλαξίες.
Ή γη σαν φίλτρο ενέργειας μέσα στο διάφωτο σε παραπλέει γιατί εσύ πια ως νους δεν είσαι απόλυτα ένοικός της, είσαι ένα είδος δορυφόρου, ένα είδος που παρακινημένο από την έξι του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση αρχίζεις ν
α μοιάζεις του τεχνολογικού. Γίνεσαι ένα βιονικό ον, ταυτόχρονα μεταγήινο ον.
Κβαντικά αθύρματα, θρύμμα το θρύμμα, άρωμα το άρωμα ξαναφτιάχνουμε το άτομο. Πυρήνας νοήματος. Δέος. Κρίση θέας.
Δείκτης αμφιβολίας, δάκτυλο που αναρωτιέται ανάερα.
Επιχείρηση άνοιγμα «σε τρεις χρόνους» όσο το νόημα της αστραπής.
Εξ επαφής.Κόσμος εξ επαφής.Μιμούμαστε το ατέρμονό του, ηλιοείδεια ματιού. Και το κάθε έργο γίνεται πρίσμα δι
άθλασης της χρωματικής σου κλίμακας, των αποχρώσεων φωνής.
Έρχεται η στιγμή του νεοέλληνα να δει το άγγιγμα της αιωνιότητας. Ανήμποροι
και γεμάτοι μοναξιά ευθυνόμαστε κατά το ήμισυ αλλά είναι περισσότερο από όλο αυτό το ήμισυ.
Η ωριμότης του εσωτερικού ανθρώπου δίνει σε κάθε λαό τα χαρακτηριστικά της ελευθερίας του, τη χαρακτηριστική ελευθερία πνεύ
ματος.
Ταξιδεύοντας προς τις πληγές
προς την πηγή των πληγών.
Ποιο αστέ
ρι με τη βροχή του
Δρόμος της
φωνής η προσωδία
ταξιδεύει μεσα απο τ αστερια μέσα από το χρόνο
με τέμπο αστεριών καημό ζωής ταξιδεύει

Σπαράγματα και φολίδες από αρχαίο μάρμαρο
Κυρτή σαν Γη
σάρκα καμπύλη σε
καθρεφτίζει.
Χέρι θωπείας σε ταξιδεύει σε λεμονόσχημες κορυφές,
η αλόη της σε μεθά.
Εσωτερικός καθρέπτης μιλά την κορύφωση του αισθήματος.
Αισθησιακή γιορτή, θάμπος φιλιών, θάμπος ματιών,
ηδονοχάρμης πυρετός, ο κόσμος τρέμει.

Γλιστρά σαν άβυσσος η στιγμή ηδονοδίνες δόνηση.
Κυρτή σαν Γη
σάρκα καμπύλη σε καθρεφτίζει.

Κυρτόκοιλος ίλιγγος. Άλγος !
(σε ρυθμό απολιθωμένης φωτιάς)
=================================
Όταν πέφτει σκοτάδι στη γή πρέπει να απ
οφασίσουμε με ποιό όνομα θα μας φωνάζουν.

μαύρος λωτός

Σε ξεχασμένο τόπο Μάη βρέχει μοναξιά
Νερό από αστέρια τρυφερό
Μαύρος λωτός δέρμα
Πορφύρα του Άδη έβενε φέγγε μου!

Στη σκιά της Ακρόπολης
Εκκλησία του Διάκου φέγγρισμα σιωπής
Πένθος της ζωής ψίθυρος νερού ανεβαίνει
από το ταπεινό μαύρο μια μνήμη
Σταχτιά συκιά άναψε φλόγες στα κλαδιά της

Στου κόσμου την ταραχή ένα πουλί τσιουρίζει
Στη σκοτεινιά-τι ανακαλεί;

Εκεί που άγγιξα το θάνατο-θάνατε!
Ένα κλαδάκι ανθισμένης δάφνης
Έδειξε την κατοικία της φωτιάς

Έργα της αγάπης στόμα της σιωπής
καρδιά του παζαριού κλαγγές βάσανο
Το μικρό στην κλίμακα του απείρου φέγγει
Έλα να πυρωθείς ξένε!

ΔΥΟ ΚΑΡΡΕ ΣΕ ΕΝΑ

Κήποι Μυστηρίων Ερώτων
Όπου Αγάπες Πίνουν Το Νερό Των

Στέρνα δωρίζει τα νερά της
ξεχειλίζουν τα χείλη της αγάπης
έρχεται με τα τρελά της πουλάρια
αρώματα γεμίζει τα κηπάρια
Σκιρτάν καημοί λάμπουν αστέρια
έρχεται με πλούσια χέρια
του οίστρου μεθά τα περιστέρια
Απ’ των μαλλιών της τον καταρράκτη
χύνει την ομορφιά της κράχτη
ίμερος μπαίνει σε όλες τις γωνίες
γλυκειές του έρωτα οι αγωνίες
χαρά και πόθος τα πάντα μερώνει
χέρι θεού τον κήπο μυρώνει

Κήπος είναι από κήπο αγάπης
άρωμα έχει το άρωμα της
όπως μικρό κορίτσι της μαμά της
κήπος που στέλνει στην ποδιά της
ν’ ανάβουν τα λουλούδια στη φωτιά της
κήπος όπου ερώτων χείλη
πίνουν το νερό των

Κήπος όπου σκιρτά η καρδιά του ανθρώπου
και λάμπουν ονείρατα φωτιά του κάθε τόπου
αγάπης χέρια τον φύτεψαν
καθώς τα γέλια της προφήτεψαν:
Θα γονατίσεις δίπλα του εσύ και θα πεις
εκεί μαζί στη φωτεινή σκιά που πλάι στέκει
γλυκό το νάϊ τραγούδι προσευχής
θα πάει ευθύς σε βάθη ψυχής
-ρίγος ψυχής που θα αλλοιώσει –
άσπρο μετάξι ρούχο της θα δώσει

Ώστε θα πετάξει με άρμα λαμπηδόνων
μέσα σε άσματα πιό λεπτά από θρήνο αηδόνων
σε ρόδων μυστικών τα αρώματα εύοσμα
περνώντας τους λεπτούς τοίχους προς τα εύκοσμα
Γύρε και δες καημένη ψυχή
το μυστικό σου χί και ψί
σώμα ένα που σε σηκώνει
πέραν των άστρων όπου φως πυκνώνει
ήλιων αόρατων χρυσή μια σκόνη
τα πάθη της καρδιάς μάθη ξεσηκώνει
σαν από αντιγραφή που αμάθητος σκαρώνει
κι εκεί πυκνά στοχάζεται τα λάθη του
ιδού λάμπει απροσδοκήτως ο δρόμος του αλάθητου.

Ο δρόμος της καρδιάς δεν έχει πώς
(πλούσια το αίμα τις πληγές μας ελεεί στο φώς)
ίχνη φωτός τα βήματα μυστήριας Ξένης η ατραπός.

Στα πένθη Μεγάλης Πέμπτης ευχές πέμπεις
καρδιά ή προσευχές αναπέμπεις;
Α! η καρδιά μας πως θες ν’ανασαίνει
αν όχι στου έρωτα τις φωνές που, θεέ! μας ανασταίνει!

ΗΛΙΑΡΑΧΝΗ ΥΦΕΡΠΕΙ

Δεν πέθανε ποτέ κανείς
Το χαράζω
Του χρόνου τα άλογα
σκύβουν να πιούν νερό Αχερουσίας
χιονίζει κυκνοπούπουλα
και δεν αντέχουν οι κολώνες του ναού

Ο θάνατος ξέρε το
είναι πιο δυνατός
πιο κραταιός κι απ τους θεούς
Οι θεοί πεθαίνουν
Ο θάνατος είναι αθάνατος

Σκληρός ο τάφος γιά να μπείς       
μέσα στο μνήμα ο νεκροθάφτης

 

 

Αιώνιος γυρισμός

Αρκεί να έχεις υπόψη, να έχεις κατά νου πως ο αρχαίος τα ίδια μοτίβα εργάστηκε από τα μυθικά του βάθη ως την πιο λεπτή του φιλοσόφηση. Και τότε θα νοιώσεις πως η αιτία της κρίσης των συμβόλων δεν είναι η επιστημολογία, που θα τη λέγαμε μάλλον απόρροια μιας κρίσης, είναι το ίδιο το στέγνωμα των πηγών.
Η αντοχή των ριζών, που έδωσε ένα τέρμα στο αρχαιοελληνικό πάνθεον ή στην ανακάλυψη από το Βούδα της θνητότητας για να βγει ο Ινδός από τον αιώνια βασανιστικό κύκλο των ενσαρκώσεων, κάτι ανάλογο του Πλάτωνα που δίνει διέξοδο προς το επέκεινα με τον τρεις φορές βίο του φιλοσόφου.
Αν καμώνεται ο Νίτσε την εκστατική βίωση της αιώνιας επιστροφής, δεν ήταν δα δύσκολο να είναι ιδέα κοινότυπη ριγμένη μέσα του, εκείνο που τον σκουντά στο Σιλς Μαρία είναι η ακινησία ματιάς πάνω στις στέρνες των νερών. Εκεί ένα βούϊσμα μίλησε κάπως αλλοιώς στον ούτως ή άλλως φιλόσοφο της άγριας παγωμένης μοναξιάς και τον έπληξε η έκπληξη με το ραβδί της έκστασης: Αιώνιος γυρισμός.

Γαλάζιο μάρμαρο

 Πάνω που τράκαρες
με το γαλάζιο του ουρανού
ξεδίπλωνε η θάλασσα
το υγρό της λάβαρο

σύρθηκε το μετάξι της νύχτας
αστερωμένο

ένοιωσες τα πράγματα
να σε κοιτούν μοναδικά
με το ταξιδεμένο τους πρόσωπο
της μιας φοράς
κάθε στιγμή με τη δικιά της
ανεπανάληπτη φτιάξη

από το πιο ταπεινό
ως το πιο βαρύ κι απέραντο
κι ως το ωκεάνειο

μόνιμη είναι μόνο η αλλαγή

το μικρότατο αστεράκι το νυν
πανόμοιο που ωστόσο μετά από λίγο
δεν είναι και ποτέ δεν θα ξαναείναι

πως είσαι είναι χρονικής ουσίας
πολλά πολλά νυν μαζί
και αλλάζει η όψη του χρόνου
όπως το νερό αλλάζει χρώμα
με τα βάθη

περιστάσεων γεννήματα
στις μεγάλες διαδρομές
χανόμαστε

νυν:με το φως του
ο κόσμος