AYΓΗ και ΔΕΙΛΙΝΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ένας καλλιεργημένος άνθρωπος δεν είναι απλά ένας φθαρμένος άνθρωπος, συνυπολογίζει στην κακότητα του τις εντάσεις της ζωής που είναι εντάσεις της κριτικής ματιάς του,κι έχουν ένταση κατανοητική.

Άρθρο πρώτο:Η τέχνη έρχεται ήδη τέλεια στον κόσμο Από την πρώτη αρχή της. Είναι η μεγάλη έναρξη.

Άρθρο δεύτερο:Το επίπεδο ζωής είναι ήδη υψηλό στις πρώτες γεύσεις που μας δίνει με το μύθο.

Άρθρο τρίτο:Το τέλειο δεν κάνει ποτέ διαχωρισμό τέχνης και ζωής, τέχνη και ζωή είναι η ενότητα του πιο υψηλού. Αδιαχώριστα.

Άρθρο τέταρτο:Ότι βρίσκει την ενότητα στη βάση τέχνης και ζωής, βρίσκει ολοκληρωμένη την ενότητα στην κορυφή τέχνης και ζωής

Άρθρο πέμπτο:Η τέχνη συνοψίζει τη ζωή με το πνεύμα της ζωής, τη ζωή μαζί με το όραμα της, τη λαμπρότητα της εν μέσω χάους και απείρου.

ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΘΡΕΠΤΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ.. ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΑΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ Η ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΠΟΤΕ ΔΕ ΘΑ ΜΑΘΟΥΜΕ


Σημασία έχει πως μετέχουμε αμφότερων, κι αυτό είναι μεγάλο μαζί και μικρό. Το μηδέν και το άπειρο είναι παιδιά της ίδιας μάνας, στην περιπλάνηση μας κάτω από το αδιανόητο ως ιερείς του ήλιου και του σκότους.

Παράσταση έργου;

Συμβουλή του Πόουπ για τους άμυαλους που ορμούν εκεί που οι άγγελοι φοβούνται να πατήσουν το ποίημα κατά βάθος κι όχι μόνον στο μήκος των στίχων του। Σήκωνε το κάλυμμα ώστε να σου δώσει καλλίτερη θέα, ώστε ότι έχει να φανερώσει κι ότι ακόμα λανθάνει στη μορφή του ως τo βαθύ του νόημα να σε πάει από τις βιώσεις του στον κόσμο του ,ακόμα τη μαρτυρία του H τέχνη της ανάγνωσης δεν έχει να κάνει τόσο με τη λύση του αινίγματος όσο με την ερώτηση που του υποβάλεις, είναι ο λόγος για τον οποίο το νόημα της μεγάλης ποίησης ,του μεγάλου έργου, προσεγγίζεται με παράσταση έργου, σαν έργο βλασταίνει και πάλι από την πάλη του τεχνίτη που εργάζεται την κατανόηση ακαταπόνητος, και ποτέ μην πεις, ποτέ μην απαξιώνεις και το μέτριο εργάτη όταν είναι καθ οδον της τέχνης μόνο που χρειάζεται βοήθεια! πώς να κοιτάξω τα προ τ εόντα τα τ εόντα εσόμενα τε /πώς τις παρέες θα ανακαλέσω για να κόψω αναγνωστικό καρπό αν όχι με το μαγικό λυχναράκι σηκώνοντας το μέχρι το πρόσωπο τους και προσκομίζοντας τη μαρτυρία της βίωσης τους. ξεκινήσαμε εκεί πίσω στα χαμηλά ψηλώματα του αιώνα κινήματα πράξεων ζωής. Έχω ερωτική μαγιά από εκείνα τα εφηβα σώματα καν τόσο στέρεα πάτησαν το βήμα και ήπια το κρασί τους; Γιατί εδώ οφείλω να μετρήσω σκαλιά για να αρχίσω να μαντεύω τα ύψος του κάθετου γρανίτη. «Όταν θάναι πια όλα χαμένα θα βρούμε το Άπειρο» Έχεις εξαφανιστεί ,θα μπορούσε να μου προσάψει ο πρώτος τυχών ,αν ήθελα να πάρω πρέζα από το νόημα που μένει πίσω από το σύννεφο και που δε βλέπω. Επειδή τα έργα της απορίας μας έχουν δα κάποια κατοίκιση, από την εστία της οποίας διαχέουν φωτιά θερμότητα φως εκεί όπου οι ακτές του σκοταδιού παλεύουν με την ακτικη γη σε ορίζοντα λάβας και φόντο πυκνοματη ουρανού αστερωμένου έστω. Γλώσσες θαλάσσης και γλώσσες στεριάς. Καθένας μας έχει το δικό του τρόπο προς την επίγνωση. Κι αν είναι κάτι να αφομοιώσει από τα μεγάλα μαθήματα ,από τη μέγιστη μουσική, μέσα στην ιδιοτροπία του δρόμου του έχει να αγωνιστεί για το πέρασμα που δεν έχει συμπέρασμα γιατί δεν είναι αυτός ο δρόμος από τα αινίγματα που λύνονται, αλλά είναι και ο ίδιος αινιγματικός Μη ζητάς λοιπόν να δεις ως το βάθος του όντος με άμεση όραση με αισθήσεις, ο οργανισμός σου θα αντιδράσει απίστευτα ,με ίλιγγο με σκοτοδίνη με ασθματική ανάσα πάγωμα μετώπου σφίξιμο κροτάφων ανατριχίλα μούδιασμα χειλιών κόλλημα γλώσσας η στιγμή του φριχτού μετείκασμα ομορφιάς χάσμα προς το μη ον προς το άσχημο Γλώσσα διχαλωτή του αινίγματος ο πόνος ματιών το φριχτό «ουκ εφικτον υποχωρησαι εις το κενεον».Περιόρισε τις ανατομίες πριν σου πέσει το μικροσκόπιο από τα χέρια, φίμωτρο για όσα δεν πρέπει να μιλάς. Τα όρια μας είναι σαν σωματικά όρια .Είμαστε ένα γλωσσικό νησί κατάμεσα στο νέο κόσμο. Και νυχτωσιά και ανοιχτωσιά.

Το μέσα έγινε έξω

Μαζί με την άμπωτη που ξέβρασε τα όντα
πετάχτηκε
ξεβράστηκε και το εφτάστερο κλωνάρι της ύπαρξης
ο άνθρωπος
νωπή σα γή η μητέρα μας φωτίστηκε μες στο διάφωτο
το σπίτι μας
πρώτος θεών μητίσατο πάντων έρως στις πλαγιές
του σύμπαντος
τα ηφαίστεια γίνανε βουνά το έν κληρώθηκε
η πολύ ύπαρξις
των μυστηρίων η συνέχεια φούντωσε τη γή τρυφερή
σα γή πάλλει
στους αιθέρες αιχμάλωτη ομορφιά πλημμυρισμένη
αποικία βίων
βιαία σημαντική όλο νόημα νοήσεως η συνέπεια
εξοχική των άστρων
πλατυτέρα γαστέρα χορευταρού βαρυτική
και άπατη
άφταστη «αιέν αιών αεί όν» περίδρομη πυρίδρομη
ασπαίρουσα
αστερουσία γενναρχική τιμία ένδοξη των άστρων
συσχέτιση
σύμπλοκη φωτός φώσκει θρώσκει θρήσκα έθνη
κληρωτά φωτός
απείρου ουσία αληθούς απεραντωσύνης άπλα
διάττουσα
πλήρης ουρανού στα όρια του νερού άτια αττικά
στις μετώπες

«Βάλλ’ ούτως αίκεν τι φάως Έλλησι γένοιο»

 

 

ZAΡΙΑ

Σκύβω στον πάτο των εικόνων
και ένα έγκλημα σηκώνω
Δωδωναία στον μυαλάκο τα θεμέλια
τα είχαν ραντίσει αίματα, μέλια
Ξάπλωσα να μετρήσω του ντερβίση
το ανάστημα, είδα κορφή από κυπαρίσι
ο άνεμος το είχε συγκλονίσει
άμφια ντύθηκε έτοιμο να λειτουργήσει

Κοπή του βράχου, γύρω ασφάκα
δίπλα είχε πέσει η πλάκα
είχε συλληθεί το κτέριζαν μούσκλια
και μαρτυρούσε τα ετεροούσια
του είχε δοθεί του νάϊ ο σκοπός
στον άξονα είχε δονηθεί του ενός
κόσμος ένας και παντοτεινός
κόσμος του ονείρου πάντα νωπός

βλέπεις ψηλά δύο αετούς
να γράφουν κύκλους σαν κρικέλα
που δένει τον άλυσσο του πηγαινέλα
αυτόκλητους να πεις ή σταλτούς;
Η καρσέλα ταξιδεύει χωρίς φτερό
χωρίς πανί, δεξιόστροφα καθ’ ύψος
ανέβαινε η σελήνη δρεπάνι κοφτερό
που είχε πλύνει του πόντου ο γύψος

έχασε σπίτι βιος στη Δομολεσσά
και βγήκε στον Ντουόμο τη δεσσιά
ο χρόνος είχε θερίσει τις χορδές
της υψωμένης λύρας των κιόνων
τέχνη αρχαία των Ιώνων
τα πάτησαν βάρβαρες ορδές

«Σμήνος σκνίπας τον κυκλώνει
σα μαύρο χιόνι και τον πνίγει
η άνοιξη κλείνει αντί ν’ανοίγει
ο κόσμος δεν τον μερακλώνει
τον παιδεύουν άχαροι πόνοι
άλλη μια πίκρα τον πεδικλώνει
κι ένα φεγγάρι μισό πεπόνι»

Θα πέσει ζάρι στους ουρανούς
από του καιρού τα χέρια
κι αν θα πετύχει, ποιούς αριθμούς
θα ρίξει μέσα στην καρσέλα

Βίωμα θαλάσσης

Κι άς είναι ποιήτρια θαλασσινή
Τινάζει άνθια μές στο μελίσσι
Άνθη γκρεμού έρωτας μην τα φτάνει
Καίει θεϊκή φωτιά λάβα κρατήρας
Μάλλινη φωλιά θανάσιμη σχισμή
Αβύσσου πέρασμα
πύρινη βροχή διάσφαγμα
Γκρεμίζονται τοξωτά γεφύρια
σπάνε οι πόρτες του βυθού
Γλυφό αλάτι γλώσσα του τράγου
Σκοτεινά διαφράγματα μαύρες αστραπές
Αναύει του μυστήριου η νύχτα
Κλείστρα μυαλού
Το ψάρι σπαρταρά μές στο θολάμι
-πάρε την νύχτα πάρε την
του πυρετού είναι άθυρμα-
Σκιρτά; Τρέμολο;
Ρίγος στη ραχοκοκκαλιά;
Καίει η φωνή της για φιλιά;
Απαρηγόρητη φωλιά; σφαδάζει; ώ!

ΦΕΓΓΙΤΗΣ

Φεγγίτης που μπήκε πλαίσιο
από μια εκδρομή στο Πλαίσιο
φάνταζε ο ουρανός μέσα να μπαίνει
κολώνα φωτεινή το σπίτι δένει
Επιγραφή παληά στην παραστάδα
την έκρυβε αγριομολώχας συστάδα
επέγραφε Κονταξή Βασιλική
στα Γιάννινα Σουλτάνα είχε ντυθεί

Περιφρονημένο του πασά καμάρι
φοράδα αραβική την είχε πάρει
μετέπειτα στο Μισολόγγι χήρα
συντάχτηκε όπως έγραψε η μοίρα
Διέκρινες που το είχαν αμελήσει
η πρόσοψη έδειχνε να τραβάει πίσω
είπες να μπω ή να τ αφήσω
όταν στ αυτί σου βούιξε μελίσσι

Μπήκες και σ έκρουξε ευθύς
εικόνα που είδες της Βασιλικής
λεπτή βέργα ξεφλουδισμένη
από νερό του Καλαμά λουσμένη
Το μέτωπο έφεγγε πετράδι
χρόνοι αν περάσανε τί πειράζει
έλαμπεν, μάτια δυό λίμνες
εναλλασσόμενων ρευμάτων δίνες

«Στης μιας έφεγγε των Γιαννίνων το νησί
στης άλλης άστραφτε το Βασιλάδι
η πρώτη φασμένη στου χωριού της το αντί
η δεύτερη από τρικυμία και λάδι»
«Έπαιζαν στα δάχτυλα τα δαχτυλίδια
αγριεύτηκαν τα περίαπτα στο λαιμό φίδια
τόσο την είχε ο καιρός αψηφήσει
που τέλος αγρίεψε κι αυτή η φύση»