ΙΩΝΙΚΟ

Ο χρόνος αγγίζει τη φόδρα της ψυχής
στο μέγα του εργαστήρι
πορφυρές σπίθες ροδιού σε φόντο ουρανού
ηβικό χνούδι σάρκινο ονείρεμα
στις παρόχθιες ανολκές δε βγάζεις άχνα
ατμίδες στα μεταίχμια των ανοίξεων
ερείπια πυρκαϊάς σε ορίζοντα νύχτας
ποιο λα να μαρτυρήσεις;

ποτάμια κλεψύδρες αυτεπίβολες
βότσαλο κυλά στη σμίλη του νερού
στους κήπους βομβούν μέλισσες
παπαρούνες των βυθών
ανοίγονται στην ευωχία: δρυάδα στο ξέφωτο
πορφυρώνεται ως τη ρίζα

τραβάς το σύρτη ανοίγει το οπόρτο του χρόνου
στα τρία πηγάδια στην άκρη του βουνού
από παλμό αστραπής πάλλει το αίμα
άγνωρο νεύμα στων γκρεμών τις άκρες
λυγίζει το ουράνιο ρεύμα σε θύελλα σκοτεινή
χοντρές στάλες στο ξέφωτο
μαύρες βολίδες άγρια πουλιά φεύγουν την καταιγίδα
κάτω μια άνοιξη τρελή στερεωμένη θάλασσα οι κάμποι
πυξίδα ο δρόμος της θύελλας
σε μαρτυρά απεσταγμένο στο φως των κεραυνών
αντίλαλος φωνής σε επιστρέφει
δυο άτια θαλάσσια μάτια το τίποτα γνέφει σα θρόνος
χρυσά αστέρια πιωμένοι από κούπα κυκλάμινη

Aιμορραγώ σε κόκκινο
ξυπνημένος συντροφικό φίλεμα
σα φιλί στο μέσα της ψυχής

Από τη χλωροφύλλη πνοή ως το άνθος
γιορτάζει η ομορφοκκλησιά κι ο κάμπος
στρώνει τη χλόη του χρωματικά αστροάνθια
βαδίστε εδώ θεές
δωρητές μουσικής πουλιά μαρτυρούν την αρχή του άσματος
τραγουδώ να ορίσω τόπο δεσμώτης του χρόνου
χτύπο της καρδιάς μαρτυρώ χυμό του νεύρου
νερά της άνοιξης ανοίγουν τη ρίζα
και Σάς Κυρία σας κάνει κόσμημα κι άστρο μες το γαλάζιο
μουσικοί δρόμοι ανοίγουν να γιορτάσεις
μαίνονται άνεμοι μαίνονται ατλαντικοί
ερωτική φρίκη για σένα Ρούσα και Ξανθιά
μονόγραμμα που εγγράφηκε στο κοίλο διάφανου πετραδιού
και στο αυγό της πέρδικας

Ποιό άστρο σ’ έδειξε σμαράγδινε ιριδισμέ
όταν ψευτίζανε όλα τα οράματα
και παίρναν φωτιά τα ψυχοσάββατα
τον κόσμο εσύ ομορφιά
ξαναγύρισες με τα λυπημένα μάτια σου

Αληθινή των κήπων

απ’ του λαιμού σου τη λακιά / /με αχτίδες
κι από γαλάζια χάντρα //μ’ έπλυνες των ματιών σου
απρόσμενα με χαιρετάς
του έρωτα ανυφάντρα

Σε καρτερώ ένα απόγευμα να σου τα πω
οι ρίζες της γης δεν κρέμονται από κάτω της
μέσα μας είναι και δένονται εκεί με τις ρίζες του ουρανού
όσο βαστάμε σε τούτο το μυστήριο
κι άμα λυθούν λυνόμαστε και μεις
το ένα μας πέφτει μισό στη γης
μισό που ξένος είναι στον ουρανό τραβά
καιγόμαστε στη φλόγα του νου στου κόσμου το καμίνι
απαράλλακτα της γης όμοιοι και του ουρανού
χτισμένοι με αιθέρα χώμα και νερό
μας πλένουν οι βροχές μας καίει ο ήλιος
χρεωμένοι της ιδρωμένης μας ανάσας τη φωτιά.

Με καις συντροφιά μου σαν πυρωμένο σούρουπο
δες πώς σβήνει κι ένα βλέμμα, ήλιος που δύει
στην ουράνια πορφυρόχρυση μοναξιά του
μ’ έκανες μοναξιά μου πλουσιότερο κατά ένα απόγευμα

Να σε μιλήσω θάλασσα μέσα σε όλα σου τα λα
και μουσική φουρτούνα
σε θαλασσόνερο όνειρο λούζεις τις προσευχές μας
πλένεις και τις ακτές μας
Ιστίο η ελπίδα μας
ούρια αρμένισέ την σ’ απάνεμη αγκαλιά
θρέψε πόθο αλμυρό
αγκάλιασμα θερμό
Έν και το Παν
στο θα, στο λα, στο ση
της ακριβής θαλάσσης μουσική
να αδερφώνεις θάλασσες

Λέιζερ ματιών με καίνε σαν άχυρο
μάτια που με κάναν να δώ
στον καθρέφτη της ψυχής
λαύρα ανάσα

Μαύρα πουλιά άνθη λευκά
η γέφυρα μες τη σκουριά
στο ζαφείρι διάττοντα χελιδόνια
με χείμαρρο μαλλί γυναίκα δίχτυ
δίχαλο λευκός πυρετός
στου μεσημεριού το κρύσταλλο
μέλι των κέδρων τρύγος
διαβαίνω άνοιξες
με τ’ ακροδάχτυλα λίγη ν’ αγγίξω αυγή
Κοιμάσαι μικρή, ένα όνειρο στον ύπνο σου γυρίζει
όνειρο με μικρά παιδιά σε παραδείσια μέρα
μα εσένα που σε κέντησε μέλισσας κεντρί
φαρμάκι και πονά σε κάθε φλέβας χτύπο
του εφηβικού σου έρωτα τα βέλη
ποιος δεν σε θέλει
σκιρτάς κι ανθίζεις σε γέλιο
μ’ ένα τριαντάφυλλο με μια ματιά
τη νύχτα σου γυρίζει τ’ όνειρο μικρή κοιμάσαι
κι αστέρια σε φεγγίζουνε

όθε διαβαίνω άνοιξες

Απ’ αυτές τις επάλξεις
μ’ ερωτοκρίνεις ακραία μυστική
το όνειρο που σε κατοικεί θα πω
νυχτέρι μου και νοσταλγία πικρή
νερό να πιω από την κυκλάμινη κούπα σου
σάρκινο αίνιγμα και μυστική πληγή
βασιλική νόστιμη πυρή τρικυμία αναχαίτιση
καίγεσαι σε ηπειρώτικο γαλάζιο Tempo in Templo

ΟΒΕΛΙΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΕΛΠΙΔΩΝ

Πλύνε το μάτι σου με φως

της φύσης γίνε αδελφός

και πριν καείς σα φρύγανο

μύρισε δενδρολίβανο

εδώ στην οικουμένη

μια χούφτα στάχτη μένει

*

Μάθε το τελεσίδικο

σοφίας ανεπίδεκτο

ψηλά όσο να κοιτάξεις

όσα εκεί αν τάξεις

τις μέρες σου μετράς

με τους πολλούς θα πας

*

Όλη η βουνίσια μνήμη

μαζί σου τώρα σμίγει

Καυκάσιος γίνεσαι δεσμώτης

κάτω βοά η ανθρωπότης

*

Από του πλευρού σου την πληγή

αναπνέει ο Προμηθέας

κυμάτισμα θαλάσσιας θέας

σου στέλνει γέλιου αφορμή

Μη φοβηθείς σε κυκλώνει το σμήνος των Ωκεανίδων

^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^