Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΤΡΥΠΑΣ

Στέκεται ψηλά  εκεί όπου πρωτοσκάει το λυκαυγές , με το κεφάλι ριγμένο στα χέρια μόνη του και μόνιμη συλλογή Σ όλο αυτό το ενεργειακό άπαν στη χάση στη φέξη το μόνο κενό το εγώ Μια στιγμή της υψηλής κορφής, μια φορά διαβατάρης να συμπίπτει με τη σκιά του στο τέμπλο του βουνού εκεί που λογιέται φρύδι βουνού.

Κοίταξε πίσω τα αλλά βουνά με τα ερείπια στα πόδια τους, λιθάρια σαν κόκαλα σπαρμένα στο ξέφωτο , πηγάδια στεγνά λαρύγγια αδιάβροχα στη νέα ζωή , άφωνα .Τρύπες γης σαν γραβιέρα ελβετική χωρίς τον σουγιά της. Εκεί που άστραψαν φουστανέλες , καριοφίλια, τώρα μονάχα ο ουρανός κράτησε τούτο το χούι

Κοιτάζει κάτω, ανάμεσα στα πόδια του οι Παξοί δυο κουκίδες, η Κερέντσα δυο κούπες χρυσάφι, ο κάμπος σβηστή Αχερουσία και τον διαρρέει τριπλόκαμο στοιχειό, λοφοσειρά στήθια και καμπύλες μαγγανεία σαν παραθερίστριες ξωτικές σε παραλία παραλυμένες στον ήλιο με τα χωριά σύνεργα και στολίδια τους ενθύμια περιηγήσεων ανά τα μουσεία της ενδοχώρας.

Στέκεται ανάμεσα στ αυτιά του μοναδικό κενό, η μόνη υποχώρηση σε τούτο το ξέφωτο ,το μόνο ξέχωρο στη χωρική απλωσιά, Μοναδική στιγμή στης καμπύλης το θεώρημα.

Στην τελείωση είμαι ο εαυτός μου σκοτεινά θεμέλια του κόσμου

Από το χρόνο των θεών μπαίνει ένα λίγο στα όνειρα μας

και σαν αγάπη κατοικεί μέσα στο αίμα στην καρδιά μας

κολπάκια από θάλασσα παιχνίδι δε θα άλλαζα

Ρίξε σπόρο ν αναστήσεις ένα χώρο

Αύρα αιωνιότητας μαρμαρυγή αθανασίας

Πιες, αέρα πες

Της ζωής το διαρκές πένθος είναι αβάσταγο το βιός το κάνεις δε σε κάνει

Η σταθερότητα γραμμών είναι σαν ράγες το τρένο ο μηχανοδηγός να πάει αλάθευτα με σιδερένια επιμονή όλο και πιο άσφαλτοι δρόμοι μας ξεναγούν ανοίκειο περιβάλλον ξένωση, ένα είδος συντέλειας του παλιού

Το μάτι της αιωνιότητας δεν ξέρει από λήθη

ΤΟΥ ΤΡΥΠΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΑΞΙΑ

ο

ΔΙΑΒΑΤΙΚΗ ΣΤΑ ΨΗΛΩΜΑΤΑ

Χλωρό μποστάνι πότιζε χιλιοδιψασμένο 
στο αυλάκι οι λεύκες σφύριζαν
Κι ως κοίταξε ψηλά 
το λευκό πόδι της βάδιζε δίχως ήχο
Στο μονοπάτι του λόφου 
ασώματα πόδια σε κόκκινο φουστάνι
Ποιος σκάει για χλωρό μποστάνι χιλιοδιψασμένο
Άστο να καίγεται να στεγνώνει να μαραίνεται.
Εκείνα τα πόδια ν’ ακολουθήσω μέχρι το κορμί τους
Και τη μορφή της που το αίνιγμα της με ξεθεώνει 
Το φωτεινό της πέρασμα σε εξυψώνει;
Μπούκωσε κόκκινο που σήκωσε η ποδιά της
Από τα μάτια της ερχόταν μια μπόρα 
που την ετοίμαζαν οι αστραπές τους