Αρρήτου ανατολή

Σκοτεινιά μου ώ
Περίβλημα του είναι
Πέτρα άγαλμα στις ακτές του ήλιου
Αρχόντισσα μέρα ευλογημένο χέρι
Ήπια σπείρε τον καρπό
Γι αυτούς που δε ζήσανε 
για όσους δε ζούν
Η αγία αλητεία της ζωής 
σηκώνει την ευθύνη τους
Με υπερβολή κοιτά τον ήλιο
Με υπερβολή σηκώνει 
ανάστημα στο χρόνο
Με απόλυτη πίστη στη γή
Σηκώνει του Απόλλωνα το τόξο
Σαϊτεύει  
Το βέλος πετά καθ υπερβολή
Ζηνώνειο βέλος
Σαν γή πετά στο διάφωτο
Σαν κάθε αστέρι
Ολάνθιστη
Σιωπηλή ολοφώτιστη
Τι χτίζεις;
Της γής τη ζωγραφιά 
Στη μυστική ζωή της
Το περήφανο μυστικό
Χίλιοι άγγελοι το εξηγούν 
δε μαθαίνεται δε μνημονεύεται

Advertisements

Κατευθείαν

Για άλλη μια φορά αν έχουμε του κόσμου εικόνα
Κι αν την καρδιά μας τη μεσολαβεί ήθος κοινό
Θα πω το αυταπόδεικτο στου χρόνου τον αγώνα
Πως έχει από τη θέληση αρχή το ατομικό
Όχι άλλο το στόμα του εμείς άλλο το στόμα του εγώ
Το μετρούμενο στο μέτρο του μη συγχυστεί
Να το θεωρούμε, φρόνιμο είναι, πρώτη πηγή
Κι ύστερα με του αριθμού τις στάθμες ας ζυγιστεί
Που ορθοστέκεσαι που τρέχεις χωρίς διαφυγή
Ενας ο κόσμος, ένας κι ο ένας, όπως δα έχεις μυριστεί
Αν αγαπάς, αν χαίρεσαι, αν δεν χαιρεκακείς, σε καμιά κρυψώνα
Εδώ στο ξέφωτο είναι ο τόπος του ιερού για φως κι αγώνα
 
Από μιας αρχής στη ράχη της γης, ξύνει το νύχι ο λίγκας
Παραπανίσια της ερήμου η άμμος ν’ αργοκινούνται οι γοφοί της Σφίγγας.