τυφλό πανί

Το φως σε κόμπους
τυφλό  πανί

Βλέφαρα του Άδη σκοταδερά
άπιαστα μήκη λίμνης άφωτης
καίνε φωτιές στις όχθες και στα έγκατα
γεννούν σκοτάδι πικρό και κρύο
γρυλίσματα εκκωφαντικά

Στο σύνορο έλα
μέσα στο δάκρυ που κυλά ένα φως
κόσμο ανοίγουν και μας φωνάζει
-θεοθανάτοι

Στη μεγάλη ησυχία θα χαθώ
στο φίλημα του νερού η πέτρα
ήτανε μες στα θάματα
κι εγώ άντρας κατάγυμνος

Το φως σε κόμπους
τυφλό πανί.

                     Γαρδίκι 11.4.09 _Ε_Του πατέρα μου(1923-2009)

Δρυολαλιά

Έρημος Το φεγγάρι σαν Άραβας
Είναι μιά ατοπία σε χρόνο λυμένο
από τα γρανάζια του ρολογιού
να υπομένεις το τραύμα το τραύμα χρόνος
Εγκαταλείποντας την παράδοση είναι σαν να θέλεις
να διαβάσεις ένα άγραφο χαρτί
χαρτί που γιά να διαβαστεί πρέπει πρώτα να έχει γραφτεί
Μέσα στη γλώσσα είναι θαμμένες οι μούσες
φτενότερο κι από το πιό φτενό ριζόχαρτο
το διάφανο είναι σκοτεινιά στα μάτια
φωσφορίζοντα έντομα δρόμοι της νύχτας
κηλίδες του λευκού μέσα στο μάτι
Το βυθισμένο αντλείς ό,τι από το φώς χάθηκε
-η μέσα λευκή άβυσσος
Ζωντανό φώς ανακλούσε το πρόσωπό του
η Αυγή κλώσα
Στου Ομήρου τις σκοτεινές κόγχες
αναβλύζουν Ιλιάδες αναβλύζουν Οδύσσειες
από στέρηση φωτός το ξεχειλίζει
-φουστάνι της Αθηνάς το ιοστεφές
Πεσμένα φύλλα με το σιβυλλικό χρώμα
ξεφυλλίζουν το χρόνο
Το δάσος κυματίζει σαν δάσος
το φωτεινό σύθαμνο κινήθηκε σαν δέντρο
ξεφυλλίζεται ο ουρανός
πέφτουν αστέρια σαν συκόφυλλα
τα πράγματα φωνάζουν μου φωνάζουν
απο καταβολής σαν εκκωφαντικός θόρυβος του χρόνου
Αυτά είπαν τα φύλλα
καθώς η πένα κινήθηκε εναντίον τους
σαν απειλή μελάνης επί της λευκότητας
Λέω παραμύθια στο όνειρο
Τα ακούει η ζωή στο ξύπνιο της

Αθήνα 2.5.09 _Ε_