ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

όσιος φόβος

ζωγραφίζουμε

ή αναπαριστάνουμε θεούς

και εκείνοι μας βλέπουν μπροστά τους

γράφουν

θεό-απόκρυφο

κι εκείνος τους μιλάει

μέσα τους

*

Τ αγκίστρι μου στη θάλασσα

Μιά ποίηση ,αυτή του Φ.,

σαν σε καθήλωση

αγκομαχάει ο χρόνος

στου χώρου τα στενά

τζιτζίκια δοκιμάζουν την πέτρα

στεγνό ζιζανιόχορτο πάς να

το πιάσεις και τρίβεται στο χέρι σου
*

Ο άγιος θάνατος

Ο θάνατος δεν είναι αντικειμενικός

σβουριχτά χτυπάει από το μέσα μέσα

υποκειμενικότατα

*

ωσάν ξημέρωμα που αργεί

Μαύρο τρίγωνο

με φωτιά

Ανοιχτά μάτια

αντίκρυ

σε ανοιχτά πόδια

Καθώς δε βλέπω

οραματίζομαι

*

αιχμηρό

Γεναριάτικο

στους κλώνους της μυγδαλιάς

λυώνει φεγγάρι

*

Θέση Φ.

Υμηττός βουνό κινούμενο

κάμπια μαβιά

προς το γαλάζιο φύλλο

της θάλασσας

*

Αχμάτοβα

Το σώμα της

σαν να σκάφτηκε

– λατομείο

γιά να χωρέσει

Requiem

*

Αμυγδαλόψιχα

Ένα μάτι οπωσδήποτε

από Σύμπαν

Το κοίταξα

Με βλέπει

*

Άτομο είμαι

Άτομο είμαι

γύρω κενό

*

Συναντήσαμε

Συναντήσαμε τα λείψανα του σύμπαντος εκεί-

σαν ένα κάποτε

φτιαγμένο

από ποτέ και κενό

*

Στέγες τού Είναι

Στέγες τού Είναι

Υποστατικά του Χρόνου

λάμπει η μέρα.

*

Και η γλώσσα

Και η γλώσσα

πεθαίνει

Θάνατος μυστικός

καίει τα λαρύγγια

Είναι φωτιά

στα στόματα

Ύστερα τίποτα

Σπάνε οι ήχοι

τσακίζονται

σαν καλάμια

*

Σκάβω τα γραμμένα

Σκάβω τα γραμμένα

Αγκάθι στη γλώσσα

βραδεία φωνή

Πόλη από πέτρα

Ομοιοκαταπληξία

φλογόχρωμη

Λέει στη λέξη:έλα

*

Το φεγγάρι φυτρώνει

Το φεγγάρι φυτρώνει

σαν κρόκος

στη ράχη

του Υμηττού

*

Η φλογέρα μου τραγουδά

Η φλογέρα μου τραγουδά το μηδέν

Έδωκε μάτια το λουλούδι

Με κάθε λέξη σε ονομάζω

Δέν υπάρχουν γερανοί Ίβυκε

*

Τρίσβαθα

Ελεύθερο άνοιγμα

από όπου

δραπετεύουμε

σε εμάς

Και σηκώθηκα

να ανοίξω σε σένα

η συνάντηση

με εξόρισε

βαθύτερα σε μένα

*

Αργά προς τη νύχτα

Αργά προς τη νύχτα

πορεύομαι

ένα κερί ανάβω

Στους τόμους της ιστορίας

τρόμοι

σβήνουν μέσα στις ολόκλειστες σελίδες

Ασταθές η λέξη

πελιάδα τη διαπερνά

πλαγκτή σχίζει την πέτρα

σαν αέρα

Τραύμα και τραύλισμα

σε αμφίβραχυ

Σύνθλιψη ρώγας

Με όψιμο στόμα τρυγώ

Εγώ, ο μόνος.

*

Μενεξελιά δυναστεία

Λεπτό κλαράκι

κόκκαλα στον άνεμο

το φώς βελάζει

κόκκινες στέγες

θερμαίνουν τη διαμονή

το είναι λάμπει

-κοντά στην εστία

θεϊκή ζέστη

*

Advertisements

Βέλος στο χώμα

ΒΕΛΟΣ ΣΤΟ ΧΩΜΑ

Φως από Αύγουστο

με μπλε και κίτρινο μελάνι

Πάλι με κόβει στα δυο

με μια απελπισία απέραντη

κι ένα σκεπτικισμό

που διώχνει

και μούσες

αι βεβαιότητες

κι όλα σωπαίνουν

σε μια ανώτερη σιωπή

γιατί το απλό ξεδίπλωσε τις ίνες του

σαν αστέρι

που τίποτε δεν έχει να φωτίσει

Κάθε βέλος κοιτάει χώμα

κι ακόμα εκείνο το βέλος που λένε πραγματικότητα

Φως από Αύγουστο

με μπλε και κίτρινο μελάνι

__________________________

ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ

(Το κυματάκι μαθαίνει ότι όλα είναι ωκεανός

στη Βαγδάτη της καρδιάς της)

«Το παν είναι πόρτα αγάπης»

Με μια ματιά σου

σκίστηκε η καρδιά μου

και ενώθηκε με το παν της αγάπης σου.

Αποκλεισμός η αγάπη

κι όλα έρχονται κοντά της από αγάπη

Αδιαίρετο η αγάπη,

απέραντο σε άμιλλα με του ουρανού

το ένα μέσα στο ένα

Με  λέμβο την καρδιά σου

δεν υπάρχουν αδιάβατοι ωκεανοί

Και δεν υπάρχουν ωκεανοί

υπάρχει μόνο η αγάπη σου

που είναι και σταγόνα και ωκεανός

και τίποτε και άπειρο

και όργανο και μουσική και χορευτής

και η άρνηση τους

*

Δεν είναι το σήμα που κοιτώ

δεν είναι με τα μάτια

είναι από τη σημασία

που σβήνει έναν κόσμο

κι ανάβει το άλλο

του κόσμου

σα χέρι που δείχνει

κι από το δείξιμο

το αναγνωρίζεις

γιατί βγάζει το είδωλο

έξω από τον καθρέφτη

*

Το ΦΥΤΙΛΑΚΙ της αιωνιότητας: νυν’

με το φως του περπατάμε τον κόσμο

*

Το ΜΥΣΤΙΚΟ  φως

ρέει από τα κεριά των ματιών σου

που λιώνουν την καρδιά μου

*

Με ΤΙ να σε παρομοιάσω αγάπη

ξέρω κάποια που σου μοιάζει: Εσένα

*

*

Ο ΔΡΟΜΟΣ προς το σύνολο δεν είναι ο συνολικός δρόμος,

το μυστικό είναι ένα,

δώσε τον εαυτό σου, τότε θα σου ανήκει

Δώσε το παν, έχεις επιστρέψει στο ένα

Ο τζίτζικας δεν είναι

περισσότερο από το τραγούδι του,

το τραγούδι δεν είναι περισσότερο

από το τζίτζικα, ένωση είναι όλο

*

Αορασία

Το ΑΛΗΘΝΟ ποίημα

είναι το παγόβουνο

που δε βλέπουμε

ό,τι απολαμβάνει το μάτι

είναι δουλειά που το αόρατο στήνει

μπροστά μας,

στις δέκα γραμμές

οι εννιά είναι ανείπωτες άφαντες

στον ωκεανό της ψυχής

στα ύφαλά της

σε κρυψώνες θέρμης

Από τα δάχτυλα

τα εννιά δουλεύουν

το δείξιμο του ενός ,

το ίδιο με την κιθάρα

η μουσική δεν είναι στο όργανο

στον μουσικό

στην παρτιτούρα

Πού είναι;

*

ΑΠΟ τα μυστικά των εραστών

ανασαίνει το σύμπαν

Από τη σιγή των εραστών

πλουταίνει το σύμπαν

Τι είναι τα μυστικά;

Τι είναι η σιγή;

Αθόρυβη μουσική

που τυλίγει την μία ψυχή τους,

και σκοτεινές ρίζες

που ανεβάζουν χυμό,

στο άνθος, στο φως

*

ΜΠΗΚΑ στο ένα της αγάπης σου: είμαι Εσύ

*

ΗΠΙΑ τόσο από το κρασί της αγάπης

που εκείνη στην αγάπη μου μεθά

*

ΕΙΣΑΙ εσύ η πιο κοντινή

κι απ την καρδιά μου

*

ΕΣΥ είσαι ο εαυτός μου,

καθώς σου άνοιξα

την καρδιά, μπήκε εκεί

ο εαυτός σου

*

ΚΑΘΕ πλάσμα σε τούτη τη γη κάνει αγώνα,

μόνο ο άνθρωπος κάνει το παραπάνω: αγωνία

Ακόμα κι όταν ακούει του αγαπημένου του

την καρδιά και τότε πάλι ένα ακούει :την αγωνία του

Κι ας είναι για του αγαπημένου την καρδιά,

της αγάπης το σύνορο είναι το πιο μεγάλο

*

Δεν Είσαι ο ήλιος Είσαι κάτι παραπάνω: κάνεις τον ήλιο

να λάμπει

Γιατί Είσαι αγάπη δηλαδή το παν

_______________________

ΕΝΝΙΑ ΤΡΟΠΟΙ ΜΕ ΕΓΝΟΙΑ

Ι.

Ίσως να σ’ ονειρεύτηκα

ΑΣΕΛΗΝΗ της νύχτας σύρριζα στον πευκώνα ,

τα βαθυπράσινα, τα σκουροπράσινα

Διαβαίνει εκείνη στα μαύρα της σκιάς μέσα αιώνα

Ίσως να σ ονειρεύτηκα από άλλου καιρού το γύρισμα,

άκαιροι παλμοί μαύρο του το διαμάντι,

ξερό στεγνό μονοπάτι ,κάθετοι ηλιοτροπισμοί βγάζει σε

μέρα

Χρυσάφι κάμπος ήλιος θαμπός θαμπό γυαλί,

τόξα φρυδιών καμάρες θεογέφυρα -μυστικά σκαλώματα

Φίλιες σχέσεις ,ανασχέσεις ,η χαίτη των βουνών σαλεύει.

Ανακλαδισμοί, ματόκλαδα γραμμένα

Χείλος χειλιών ησυχασμένη σιωπή.

ΔΑΣΟΣ της αντένας: Σσς

Στροφοειδές πέρασμα

-τρέχεις εσύ πυρρό πουλάρι

μέσα στους καλαμιώνες-κροταφικοί παροξυσμοί

στριγκιά φωνή του μαυροκότσυφα

Κόμποι της γλώσσας-(κατάφωτος εωθινού κάλλους)

ΑΡΡΗΤΑ ρήματα

πολφοί και γεωδαίτες

Δεμένος πισθάγκωνα σε χωμάτινη παίδεψη

Αγκαθωτά κιγκλιδώματα

ξένος σε γη, ξένος της γης

του κόσμου όλου ξένος

ΤΗΝ ΕΚΦΟΡΑ να πεις ,το μαύρο να πεις, το σκοτεινό,

το ασημένιο της ελιάς ,το χρυσαφί χρυσό της

Κι ας γέρνει σε χαμογέλιο-

γίνε βρυσούλα μυστική

στα βρύα τα βαθυπράσινα

Στα απόκρημνα της στυφής πέτρας

στ’ απόκρημνα της στυφής ρίπας

φωλιά μελισσοφάγων

Ανασυρμός άδολες μνήμες παιδικές και παιδεμός στα μνή-

ματα

Μικρά γραμμωτά σιταρήθρας σύρριζα του σιταγρού

Στέρνες κι ασημίζουν τα νερά,

κρύα σκιά της ρίπας

Στο γύρισμα του ήλιου η ώρα των παιδιών

κι ανωθωρούν με πρόσωπα απορίας

ΙΙ.

Ίσως να σε κατάφερα

ΜΠΟΡΕΙ να σ’ έφερα κατά  έχεις πια τον σκοπό σου

Ολoς μες την καταφορά μπορώ να πάρω φορά

φορά κι αντίφορα και μ ένα λάκτισμα στης γης τα κέ-

ντρα

να διαταράξω την αντιφορά των στοιχείων

σε ύψιστη ύβρη να χάσει ο κρόνος τη μιλιά του,

να χαλαρώσει το πετσί της γης και να σκιστούν οι ουρανοί

ο νους εκείνου να στερέψει κι ας χυθεί ο κάλλιστος κόσμος

σα μάγμα στα χάη του ερέβους,

κι ας βρει ανάσταση

στο γιγάντιο ξύλο του γαλαξία καρφωμένος

ΝΑΒΑΛΑΝΑ- Σε δοκιμασία το γιγαντιαίο δημιουργό

να νιώσει στα ύπατα το σκίσιμο του πόνου-μαζί μου μα-

ζί του-

Να γείρει ο κόσμος στο άλλο του το άκοσμο,

στο δρόμο που δεν έχει γυρισμό

Από ένα ταξίδεμα Σεβαστιανή αδερφή

σ’ ένα νύχτωμα χωρίς νύχτα,

σε μια κατάδυση στον έβενο του αλαμπούς,

στο πισωδινούμενο του μηδενός

Σ ένα μηδέν πιο μηδέν κι απ το μηδέν

το φιλόκοπο του παρία μπορεί και να μας φωτίσει

-Ίσως τότε να σε κατάφερα.

ΙΙΙ.

Εμπυρείον

ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΗ αδερφή μου σωπασμένο μου γράμμα

Πώς να ταιριάξουν τα δυό μισά της γης;

-Τρία μαύρα πουλιά με χάλκωμα ράμφος

που σπάνε τον ορίζοντα-

Το ένα μισό της γης ,το νεκρό της,

γυρνάει σε σημασία το άλλο της:

Δινούμενη και τρώει τους καρπούς της

ώριμους καρπούς και άγουρο καρπό

Έτσι με ένα τέτοιο τρόπο γέρνει σε μιάν ιδέα

-το νιώθει αυτό το μοναχό-

που σα σε κόσμο φέρνει,

χτυπημένη από φως υπεροχικό κόσμημα

και σε ώρες αναλάμπει μέσα στο διάφωτο

Σεβαστιανή αδερφή μου εραλδικό μου γράμμα,

σε σημασία κρυφή σε σημασία διάφανη

Καλή μου το ρήμα της Πετραίας Αραβίας

κόσμος κρυμμένος μέσα στο νόημα του

σου παραδίνω το λεπτό βάζο της γης να το προφυλάξεις

IV.

Σε μαγεμένα ρέματα

ΤΗΝ ΕΙΔΑ τη Σεβαστιανή σε μαγεμένα ρέματα

Συλλοϊσμένη και σκυφτή να λούζεται σε ασέληνο φέγγος

Ένα νυχτερινό φτεροκόπημα την οδήγησε να κοιτάξει

στην άλλη άκρη του ουρανού στο πέλαγος της πούλιας

Έφερναν τα ρέματα πάχνες απ’ τα βουνά τα αντίπερα

κομμάτια μαύρα αντάρας σαν από ορυχείο χαλκού

κι ανταύγειες νύχτιες των αστερωμάτων

Τότε σε είδα Σεβαστιανή αδερφή

Στον μαύρο καθρέφτη σε είδα των κάτω ψυχών

Ήσουν πυξίδα ανάερη κι εκούναες ένα δάχτυλο.

Ένα δάχτυλο που έφερνε στη γραμμή των χειλιών

Γραμμή σιωπής .Έτσι ένα νεύμα

Σεβαστιανή αδερφή μου αυτό λέγεται απομάκρυνση

Σεβαστιανή αδερφή μου εννόησα την απώλεια στο φυσικό:

«Δείξε με. Νύχτα δείξε με

με το σταθερό σου δάχτυλο

μου λείανες το μέτωπο

δεν έχω άλλο να ιδώ

μια σταλιά ιδέα να ιδώ»

Τι;

Με γυρνάς σε χορό δερβισάδων; σε χαμογέλιο γυρνάς;

Με αναστρέφεις τα μαγεμένα σου ρέματα;

Τέτοια η σιωπή σου;

Τι η σημασία-έχει-η

σιωπή σου;

V.

Ανάκρουση

ΤΗΝ ΕΣΩΤΑΤΗ άρπα σου ανακρούεις με τις σιωπές σου

Στο ανάβλεμμά σου ξεκρίνω ανήκουστο φέγγος

είσαι όλη εκεί μικρή αδερφή της ουσίας

είσαι όλη εκεί σε μια ανεπαίσθητη κλίση

παρούσα στο εσώτατο κράτημά σου

και μαθητεύω στους τρόπους σου

Μέσα μου ηχούν οι τρόποι σου σε στιχηρά τροπάρια

Με θάλπει ένα άφατο κάλλος με αγιάζει

Σεμνύνομαι και ομνύω σα σε μυστήριο άρρητο

Το θέλω σου θέλω κι η σελίδα του κόσμου καταμετρή-

θηκε

Με κατακλύζει το ρήμα από σημασία αρχαία

σα κύμα με βγάζει στην αρχή

Επαναλαμβάνω της αλήθειας το μάθημα

και συλλαβίζω στης ψυχής τα ψηφία

το όνομα το σωπασμένο, μιλάει αρχαίος εαυτός

Ενδόραση. Τα λίαν καλά. Επιστρέφει το καλό με τόκο

Εσώτατη άρπα  ηχεί, αγγέλλονται της ψυχής τα αγάλ-

ματα:

«Η ψυχή ανοίγει το χρυσό κουτί της»

Έδειξε τον κόσμο η ομορφιά

Δεμένος πισθάγκωνα στο κατάρτι του θάμπους της

γίνε μάρτυρας της γλώσσας της. Καταδέξου το μαρτύριο

σταυρωμένος της ομορφιάς

VI.

Σταυραδέρφια

ΌΛΟΙ οι ποιητές μου σταυρώθηκαν στα δάση της τρέλας,

τους κατέκλυσε το μαύρο τα άφατα ρήματα

Είχαν γοργόφτερο βηματισμό οι ποιητές μου

Ανεμισμένες οι χαίτες τους τα βράδια ξεχύνονται

με ποδοβολητό κι οργώνουν της νύχτας μου το μαύρο

Κατακρούουν τον κρανιακό θόλο με γοργές επελάσεις

Αυτοί οι ποιητές μου οι αδερφοποιητές μου

Από το μεσονύχτι τους ορμούν και καταλάμπουν

σα σε βαθύ μεσημέρι

Δεν έχω τι να πω στ αδέρφια μου της νύχτας

το μαύρο τους κρασί με κερνούν

από ασημόφεγγη κύλικα και καλπάζουν μες το γέλιο

Με περιχύνουν με τα χίλια αστέρια της γλώσσας τους,

οι τρελαμένοι αδερφοί μου – κι εγώ αντίδωρο δεν έχω:

Τους δείχνω τότε τη Σεβαστιανή αδερφή

για να σωπάσουν το γέλιο τους που με κρούει θανατερά

Τότε σωπαίνουν. Τους παίρνει η ησυχία της νύχτας

και τους ξημερώνει .Ίσως να ευτυχούν τότε

και να γυρνούν στο σήμα τους ,οι σηματωροί

Ίσως να πήδηξαν μες απ τα δάση της τρέλας τους

Σε γαλανή πατρίδα. Ίσως να τους πήρε το γαλανό

του ουρανού και να τους καταδεχτηκε

VIΙ.

Κι αν ωριμάζει ενας καρπός.;

ΠΩΣ θες να ξέρω το ανήξερο,

το φυτικό να νιώσω άξαιμα πώς;

Εμείς αίματα είμαστε,

αίματα από αλλά αίματα

απόλυτη ροή αίματος,

αίμα που κυκλοδίωκτα κατέρχεται

από αιώνες χρόνους και το δρόμο του τραβάει

Αν από άνθος η μυγδαλιά το γυρίζει σε τσάγαλο

με τρυφερή ψίχα κι έκτοτε σε σκληρό;

Δεν είμαστε κι εμείς τέτοιοι φτιαγμένοι;

Από τρυφερό στο σκληρό στο πολύ σκληρό της πέτρας

δε γυρίζουμε;

Για να είμαστε εύπλαστοι δε λες;

Για να δεχτούμε τη σκληράδα του πόνου

και το άγγιγμα της ομορφιάς

κι ό, τι άλλο οι κατεβασιές του χρόνου

απιθώσουν στο σκοτεινό μας μέσα αιώνα τον απύθμενο;

Δεν πρέπει με τον καιρό ν’ αντέξομε;

Είμαστε λες σαν τον καρπό που ωριμάζει;

Έχουμε ορισμό; Προορισμό έχουμε;

Κι αν μ’ όλα αυτά ωριμάζει ένας καρπός;

IIX.

Κατάμεστο

ΚΑΤΑΜΕΣΤΟ σα στάδιο από μελωδία παλιά

το έμπλαστρο το καταγινωμένο σου

Γίνε υπόσχεση της καθέτου

κατάφανη ψυχούλα

του βάζου τριαντάφυλλο, ασπίδα του εύκοσμου

Δεν έχω, δεν είμαι ,δεν θέλω

Στέκω εδώ ορθός ,της ορθοστασίας μαθητής

Ποιος μουσικός νόμος τα υπαγορεύει όλα αυτά

Τι συντροφιά είναι αυτή που λιώνει

τοίχους και στερεώματα.;

Άκου εκεί είναι μουσική εκεί αγγέλου χέρι

Τι θα σταματήσει επιτέλους αυτή την επίδειξη

Εδώ χρειάζεται χέρι γερό

να δείξει δικαιοσύνη και διάταξη

Έχουμε παρεκτραπεί αυτό είναι τυραννία

Πρέπει να κάνουμε οικονομία

να φέρουμε το νόμο στο σπίτι του

να αντιγυρίσουμε το λόγο στους εραστές των σταδίων

Να κλείσει η στροφή σε μελωδία παλιά

IX.

Έρχεσαι σαν Αντιγόνη.

ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ σώματος, χαρτογραφία μελών,

φυσιογνωμική των αγαλμάτων,

σε ήπιους τόνους ,χαμηλή πλεύση

σε γυρίζω στην πατρίδα σου

Έρχεσαι από ένα κάστρο όλο φως των τραγικών

Είσαι το στάσιμο κι είσαι ο χορός.

Είσαι το μάκρος της πλοκής,

του μύθου το αντιφέγγισμα,

και με το νόμο των νεκρών δίνεις του αγγέλου χέρι

Του Αίμωνα το αιμάτινο μες το κρασί

Φυσάει ένας αέρας βοριάς στη θηβαΐδα γη’

όλα τα ξεπλένει.

Έρχεσαι σαν Αντιγόνη

_________________________

Η ΛΕΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στάχτες από έρωτα κι από ερωτικές λαχτάρες

σκύβω στην κούπα δεν δείχνει πρόσωπο

πίνω ανάβει η δίψα κύλικας κώνειο αμοιβή

όλβιο αρετή όλα  γκρέμιστα

Ιδεοστόλιστο χωριό στον ουρανό ανάκειται στη γη ξαπλώνει

Στάχτες προγονικές στάχτες για ξόανα

να σε κοιμίζουν όρθιο εγκοιμήσεων τεχνάσματα

Σφαγές για πετεινάρια στις θόλους

στο θόλο του κρανίου στάζει νερό στυγός

Από ποτάμια που κλαίνε γλώσσα γίνε καυτή γίνε κοφτή

κόψε λείανε τσάκισε κόκαλα μη περισσεύουν

μυελίνη να εξατμιστεί να πάει σε χώρα ιδεών φασμάτων

Στάχτες του έρωτα φωτίστε με

σε κάθε κόκκο μόρια της σάρκας της να δω που μ έ-

καψε κρυφά

Πήδηξε μ’ ορμή κύκλο να εγγράψει σε μαγικό τετράγωνο

με το κουτσό της τέχνασμα έφυγε θυμωμένη τρύπα άνοι-

ξε άσφαλτη

είναι αυτή οδός να πεις για επέκεινα;

Έλα χώμα, έλα, εσύ είσαι μούσα τώρα,

σε σένα θα πλαστώ μ’ αρέσκεια μαύρη,

θα καρπίσει θάνατος άλλους θανάτους

λάμψη πιο μαύρη από κάθε μαύρο

Σώμα μέλαν θα καταλύσει την υπόσχεση κομψής περίο-

πτης οπής

-λόγια θα χαράξω στη νύχτα με μαύρο μελάνι

από του αιδοίου σου τα μαύρα γαρύφαλλα-

Στάχτες χωρίς διαμάντια από έρωτα που μ’ έκαψε

χωρίς να καψίσει τσίνορα

Πέφτανε της αβύσσου πουλιά πέφτανε διαβάτες

Από στέρνες υπεσχημένες έλα το κώνειο τρίψ’ το

τώρα πιο γρήγορα δήμιε του μυαλού

την κατάρα να βουτήξω στη δοξασμένη κύλικα

Τι το ‘φτιαξες τι να χρειαστεί για ποιόν τάχα

να το ρημάζουν ρυτίδες αποθήκες φθοράς;

Πάρ’ το το ξόανο ,κάν’το άγαλμα σε νέο ναό επαγγελί-

ας, πάρ’το

Να το λυχνάρι με πιθάρι στο φεγγίτη φύτρωσε λάχανο

Απλό σκυλί δείχνει κυνόδοντες τίλλας αλεκτρυώνα δίπου

άπτερο

Σκιάζεται το μικρό χωριό κρύα σκιά της ρίπας

έγκατα αττικά χτισμένα με θάνατο

Θάνατος μέγας χορηγός Κεραμεικός παντός καιρού

Ηριδανός ήλιος τρυγία τράγος κι ο Άδης χαμογελάει

με το σκυλί του χορτάτο και την πίττα ολάκερη

Όλος ο πλούτος οδεύει για στόμα ανοιχτό

Γή να σε τρελοχορεύει στον άξονα της σκουντημένη

τρελό ταγκό στου αιθέρα την αγκαλιά

Κι εσύ νερό καθαρματάκι;

______________________

ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ

Πλέκω μυρτιές,, και χαλκοπράσινα της δάφνης φύλλα

σφυρηλατώ στο σιδεράδικο, πολύ να μοιάσουν

του αγάλματός σου το αδρό, πλεξίδα στην πλεξίδα

Όλα στιλπνά σαν την ψυχή σου μην και τη δελεάσουν

να καταδέχεται τούτο το άγαλμα, να εμψυχώνει,

τις πτυχές του με νόημα να πτυχώνει,

ώστε η πλατεία ετούτη που τόσο σε γνώρισε,

να ανατονίζεται ν’ανθοβολά στα κάλλη σου

Καθένας να μάθει πως κάποια που αποχώρησε,

ξανάρχεται, την ώρα που πιάνεται το φως στη χάρη σου

_____________________

XIONI ΘEΩN

Τις καμπάνες του τέλους δεν ακούμε

Αγνόησε τα στολίδια του στενού μνήματος ,

καθόλου δεν κοίταξε τα  εφήμερα λουλούδια ,

της ομορφιάς δεν τίμησε τον κήπο ,

της υψηλόκορμης προτίμησε τη συντροφιά

που ράβει μόνη το φόρεμα της ,

μονάχη φτιάχνει ελιξίρια παρηγοριάς ,

αναλαμβάνει εκείνη τους εκλεκτούς της

να οδηγήσει στη θαρραλέα ανάληψη πόνων και κινδύνων ,

τη γενναία αντιμετώπιση της απελπισίας.

Με άτρομο χέρι και βλέμμα ατενίζει άπειρο και μηδέν,

με άπειρη εγκαρτέρηση κι επιμονή

διεξέρχεται κατά μέτωπο τα αινίγματα ,

τη μάχη αναλαμβάνει της απορίας, της αγωνίας, της α-

τοπίας,

θερμαίνει το ερώτημα επιχειρεί λαβες

Το αίνιγμα λύνουμε εκείνο δένεται πιο σφιχτά ,

πεπρωμένο μας και μοίρα, γράφουμε και γράφουμε

Στις ανοιχτές κλεισούρες

πόρτες ανοίγουμε πάνω σε πόρτες ,

το θάνατο δεν περνά κανείς

Ο άνθρωπος μια αμυχή στού ατέρμονου την πορεία ,

όμως μέσα σ ένα μοναδικό αξίωμα

να μπορεί ν’ αντιτάσσει στης μοίρας το αίνιγμα

το αινιγματικό του μέτωπο,

τα διασταλμένα μάτια στη ζήτηση του απείρου

και να ελπίζει με αύξουσα ψυχή

τιμή βίου και πολιτείας ,

μυστικός του σύμπαντος ,μυσταγωγός της ύπαρξης

Να σε μεταμορφώσει ω καρδιά σε τι;

Σε άπειρο

Τα έργα της αγάπης

__________________________

ΑΛΑΛΗ ΔΩΡΕΑ

(Με καίει η μέρα καταφυγή η νύχτα και γίνεται ένα)

Σκοτεινό βράδυ και νιώθεται βυθού ψάρι στη στέρνα,

κελάηδισμα τσίχλας στις ιτιές

άνεμος υψώνεται στα ιερά τείχη κάθετος ασημόφτερος

Σκιερό ζεύγος σμίγει χωρίζοντας όπως σκιές κυπαρισσιών

Δώμα σε κοίτες ουρανού πατάνε σε φεγγάρι

Αχτιδοσύννεφη έλαμπε κοιλιά είχε ένα κύρτωμα ο τόπος.

Κόρη του ανέμου σε έραιναν νύχτιοι μενεξέδες

Είχε μια πέτρα στην καρδιά Άλαλη δωρεά

έφευγε η νύχτα τα μαύρα της άλογα

Στου θυμού το γέλιο οι ώρες παίζουν κυνηγητό,

μηλιές βυθίζουν βαριά μήλα ως το πάτωμα

Ασημοφώς της θαλερής καρποί και φέγγουν

Εγώ είμαι η πόρτα δεν είμαι το δωμάτιο,

αυτό που είσαι γίνεσαι κάθε μέρα

είσαι πιο κοντά από κάθε αυτί

πιο μακριά από κάθε αστέρι

είσαι χάδι φωνής μες τα μαλλιά κι είσαι άνεμος

κρυστάλλινα χείλη στη σιγαλιά αντηχούν το σιωπημένο

Σε ανάερη λίμνη γλίστρησαν κουπιά της νύχτας

άστρων φωτιές μες τις μηλιές πενθεί ένα χαμηλό που σι-

γοσώνεται

Φεγγαρική ξεχώριζες νύφη δε βρήκε το πρωί

λεηλατημένο σύννεφο πέτρινα περιστέρια σε κοιμήθηκαν

ελάφι αυγερινό έπεσε μες τα αστέρια

Με άνεμο μες  στα μαλλιά στόμα της πιο τρελής φωτιάς,

ασημόφυλλο λεμονιάς, λεμονόσχημη ρώγα

Λοξά πεσμένα μάρμαρα λάμπουν νύχτα αττική.

Στρίχνο ύγρανε μάτι ανοιχτωσιά νύκτια,

αργοκυλά Ηριδανός ασήμι κυανό της ίριδας

νάι μινυρίζει στου ναού τα σκαλιά.,

κρήνη μαρμάρινη σταλάζει στους αθανάτους

Επιτύμβια είδωλα τρέμουν μες τον καθρέφτη των νερών

μνήμη αλγεσίδωρη σκιρτά και φτερουγά το αίμα

Λύνονται ζώνες δένονται ,κορμιά ποθούνε μαίνονται,

άρπαγες το θελξικάρδιο δε στέργει μυστήριο,

ό,τι βάλθηκες να λησμονήσεις ήδη σε προσπερνά

______________________________

ΘΑΝΕΖΑ: ΝΕΚΡΑΝΘΕΜΑ ΚΑΙ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ

Τόσα δράματα χαμένα, βουβά που τρυπάνε το στερέωμα

χωρίς παρηγοριά

Από χτύπημα της μοίρας σ άλλο χτύπημα, πάθη χωρίς

θαυμαστικά.

Ο μύθος είναι απλός τι σου μαθαίνει;

Πάνω στη λάμψη της ζωής γκρεμός

Χτυπά η ζωή στον τοίχο αυτής της μοίρας της ανελέη-

της τι να μάθει;

Μάθημα του θανάτου, την τρύπα που χάσκει και πίνει την

καλλίτερη ζωή;

Σαν να σου λέει πως είσαι κάθε τόσο στη διακλάδωση κι

αν πατήσεις λάθος

κλαδί γκρεμοτσακίζεσαι

Κι όσο κ αν κόβει η μοίρα γύρω σου εσύ είσαι ορθός

Σ αφήνει όμως άφωνο, άναυδο κλεμμένο

Το πάθημα το δράμα συμβαίνει σε όλη την κοινωνία  σκιά-

ζεται το μικρό χωριό το μάτι του εκεί γυρίζει και πονά

Ο πεθαμένος δημιουργεί γύρω του μια δίνη δακρύων συνά-

ζεται ο χωρικός κύκλος γύρω από τούτο το βυθό τα-

ράζεται πενθεί.

Πικροδάφνες σκιάζουν μνήματα πικροθάνατος χωνεύει και

τα κοιμητήρια.

Οι πιο κοντινοί κορυφαίοι του θρήνου πρωταγωνιστές δα-

κρύων και στεναγμών

απαρηγόρητοι μαύροι αγωνιστές από φαρμάκι θάνατο.

Η μηχανή του χρόνου πιάνει δουλειά παρηγορήτισσας .

Ο τάφος ταξιδεύει πίσω .Φεύγει μπροστά η ζωή υποχρεω-

τική δασκάλα του πόνου μεγαλώνει το πένθος σαν μω-

ρό με γάλα το φαρμάκι

Το φαρμάκι συνηθίζεται γίνεται μαύρο ρούχο και ντύνει

την ψυχή

Μακρύ είναι τούτο δω το ύφασμα τόπια και τόπια

Η είδηση είναι κεραυνός η είδηση είναι βόλι που σημα-

δεύει το μικρό χωριό

και πλημμυρίζει στο μαύρο

Σκιαγμένο χωριό ερειπιώνας έρμο

Ποιος να θερίσει στα πεζούλια του. Ποιός κάμπους να πο-

τίσει.

Και σπίτι δεν καπνίζει

Έτσι ερημιά το βρήκε ο θρήνος του χορού που επέστρε-

ψε από Άδη

Χορός που έχασε το κοίλον και ταξιδεύει τις ερημιές α-

ποξεχασμένος άλλου καιρού

Απομεινάρι ελέους που πιάνει δουλειά στα έρημα

Μαύρος ίσκιος και φάντασμα αλλοτινών καιρών και ψά-

χνει για μπαχτσέδες

Δεν έχει ζωή εδώ το μοιρολόι μόνο θρηνεί στις ρεματιές.

*

Σαλεύει μια προσπάθεια να ξαναπιάσει ζωή. Δυό τρείς

πόρτες

ανοίγουν και να!

Καπνίζουν τζάκια.

Σωπαίνει ο θρήνος κατεβάζει τα επικλητικά του χέρια

Στη χωραφιά οι καλαμιές θροΐζουν

Τις ζωντάνεψε ένα αεράκι φρέσκο κι ένα πόδι γοργό σί-

γουρο βαδίζει

λικνιστά

Είναι από τούτα εδώ τα χώματα πόδι φιλικό ζωή υπο-

σχετικό.

Με λυγερό παράστημα, με ολόδροσο χαμόγελο θερίζει με

μιας την ερημιά

Το τραγούδι της κυλά σ όλες τις ρεματιές ,ρίχνεται από-

περα χαϊδεύει

απαλά το βλέμμα τις ράχες κι όλη η φύση μοιάζει ανα-

στημένη

Σιμά και παιδικές φωνές ,παιχνίδια, αναδιπλώνεται η όψη

του σκιαγμένου χωριού

Χαράζει ένα χαμόγελο σ όλες τις λαγκαδιές του

και στην ποταμιά

Ολόδροσα κορμιά σκίζουν τα νερά, μεθά η ζωή ,αρέσκεται,

λάμπουν τα βότσαλα στον ήλιο, ορθώνονται στιβαρά πλα-

τάνια στις όχθες,

μυστικοί κήποι βουτηγμένοι στο νέκταρ χαίρουν

Ολόχλωρο τριφύλλι μας κοιτά πράσινος πανικός σιγοσα-

λεύοντας

τις κορφούλες του

*

Πώς μπαίνεις και τι μαθαίνεις στο και από το

μπουκέτο αυτών των κοριτσιών που συνομιλούν από

παραθύρι σε παραθύρι κι αστράφτουν τα δόντια τους εφη-

βεία;

Αχ σ αυτή την ηλικία κι οι διαβόλοι είναι όμορφοι

βασανάκια έφηβα ,λεπτοί μίσχοι κόρφοι λακκάκια της αυγής

όπου πάνε οι τρελοί από έρωτα να πιούνε τη βροχή

Πανωραίες στα παρεθύρια της πολύδωρης μέρας χρυσό

γέλιο

μελαχρινή αστραπή μνήμη καιρού που εφηβικό πέταγμα

έπινε

νερό μεθυσμένο από πρώτες αγάπες και άδολες

Σημείο μηδέν της μνήμης ξυπνάει νερά μουσικά

στο τρελό του αηδονιού

Ξετρελαμένο από άνοιξη πουλί σε τεριρέμ

χωρίς αντίλαλο

Χωρίς αντίλαλο γιατί;

Πληγωμένο από αγκάθι τριαντάφυλλου που του πέταξε

μια πανωραία

μέρα ένα άδειο τώρα παράθυρο

Άδειο σαν πεθαμένο μάτι

Άψυχο σπίτι, χάσκουν θύρες παράθυρα ,βασιλικός στεγνά

μυρίζει

Κι είναι Requiem ,νότες του κότσυφα ,ελεγείες κορυδαλλού

μιά σιταρήθρα τρίλιες ερωτηματικά ρίχνει από τον ουρα-

νό της

Όμως εκεί σ αυτό εκεινά το μνήμα λιβάνι κλώθει αντή-

lιο ουρανού

μπλάβο καπνό ,ψυχούλα κι ανεβαίνει

Πλάτανε θεριοκλωσμένε, εσένα να ρωτήσω που έχεις πλα-

τιά τα κλαδιά

γέρικη ηρεμία

Είδες τα μάτια της

Τα μάτια της που με ταξιδεύουν καιρούς και καιρούς;

Θες και σε ποιο κόσμο τράβηξαν . κόσμο ποιο μαρτυρούν;

Από δω θα μπω από παραθύρι

Θα γίνω ωραίας ψυχής πελάτης. Ίσως μπορέσω να δω

με ποια

μάσκα κοιτάει ,ποιον κόσμο

Να δω πως λάμπει ο κόσμος σε σκοτεινά ακατάδεκτα μάτια

________________________

ΙΛΙΓΓΟΣ

Κάτω από αυτό το δέος καυτός θεός της αγωνίας

Λες σήμερα είναι μια άλλη μέρα,

την κοιτάς κατάβαθα κι όλος ο εαυτός αναδύεται

με βάθος ημερών που ενώνουν φως και σκοτάδι

που τούτη η μέρα μεγαλώνει περιέχοντας

κι όλο το βυθό που έφτιαξε το απεριόριστο

Το παν κατακλύζεται από παρουσία

Η καρδιά του σκότους παραδίνεται ανοιχτή

Το έρεβος δηλώνει τα ακαταδηλωτα γιατί όλα είναι ένα.

Μυστικό τραγούδι που δεν τραγουδήθηκε ποτέ

σε τραβά στη σιωπή του κόσμου

Όπου ακούγεται η φωνή του όντος

διαπεραστική, εκκωφαντική, σκοτώδης.

Ζόφος. Γνόφος. Σκοτεινός άγγελος με τη ρομφαία του

ήλιο

Αν είσαι έτοιμη για ίλιγγο μείνε!

Θαλάσσιος πυρετός

Δαγκωματιά από έρωτα.. να δαγκώσω ,να πιω ,

να ρουφήξω ,

γνήσιο μύδι .από σάρκα

Κάτι περπατάει κάτω απ το δέρμα έρπουσα φωτιά

εκεί κι ο ήλιος πήρε απ τις φωτιές λίγο να μαυρίσει.

Αν το βλέμμα βαθαίνει λίγο τις καμπύλες σου,

πόσο μάλλον το φως που αντλώ απ το σκοτάδι σου

βαθαίνει τις σημασίες του κορμιού σου,

λεπτές γωνίτσες του περιγράμματός σου,

ελαφρύ γαργάλημα στο κρυφό κοίλο της μασχάλης,

των έσω μηρών, κάνουν τα φύλλα της νύχτας να ριγούν

να σπαταλιόνται για χάρη του σκιρτήματος

που ξαναφτιάχνει το σώμα από την αρχή

ταιριάζοντας το σχήμα της νύχτας στη δική σου αποκά-

λυψη

Όλα τα πέπλα σού ταιριάζουν,

τα γδύθηκες και σε ποθούν

Σολομοί σπαράζουν, το τοπίο τρέμει

θανάσιμους έρωτες

______________________

MΑΥΡΟ ΦΩΣ

Η ζωή από το περιθώριο ρίχνει εικόνες προς το κέντρο

του σύμπαντος

Στην κουπαστή του παραθύρου

με τον ψίθυρο του ονείρου

αρμέγω φως

άλαλος, κουφός

Η σκάλα της φωνής καν ντορεμί καν χρώματα

σκαλώνουν στο μάτι της ίριδας έρχεται απ την αυγή,

απ’ τις σκαλωσιές του Παρθενώνα κόρη σε τρικυμία

χειλιών μηνύτρια θεών

συμφωνία μας κι ανακωχή ανάμεσω και ανάμεσω

όνειρα της σκιάς και όνειρα της ύλης

συναπάντημα

χέρια στην κουπαστή

το Όνειρο να πιαστεί απ την αρχή

του φωτός σύρριζα στου σκοταδιού τα χείλη

Είναι φωτιά των πραγμάτων

το χρώμα

φωνή της πέτρας

λαλιά της αλκυόνας

όλο το φύλλωμα του δάσους

όλη η ψυχή

σα δράμα πετά λευκό καράβι στη διαγώνιο

γαλαζοπράσινου καφεκόκκινου

συμβολές θερμού θερμότερου

μέσα κινείται το φως σαν βάρκα

πάρε με καραβάκι πάρε με

ταξίδεψε με κυματάκι, θάλασσα

τον παλμό σου λαχταρώ

με αναστατώνεις νιώθω σα θάλασσα

εσύ κοιτάς απ το παράθυρο

κι η θάλασσα είναι πίσω σου,

μέσα στο δωμάτιο

θάλασσα μέσα μας, θαλάσσια δέντρα

πλοία θαλασσόξυλα

σανίδες που φύτρωσαν στης αρμύρας τον ανθό,

γαλάζιοι ήλιοι, Τρίτωνες κι αποθέωση ω φως!

Την πλάτη του θερμαίνει θάλασσα η μορφή ταξιδεύει

στη σκαλωσιά του κόσμου

Ο τοίχος μαύρος κατέβαινε ως την παραλία

Ώστε είπες: κρατήσου από την κουπαστή

το δωμάτιο του σώματος ταξιδεύει χωρίς τοίχους

ή με τοίχους το άπειρο

Όνειρα στο χαρτί

Χάρτης ονείρων

Βάρκα γιαλό, βάζω μυαλό

Κλέβω απ της ζωής το βάζο

και σ αρπάζω

Κράτα με, αγάπαμε, όταν έρχομαι ,όταν φεύγω

_______________________________

ΧΡΟΝΙΑ ΣΙΩΠΗΣ

Ο Ίβυκος ξαναερωτεύεται, οι κυδωνιές ανθίζουν,

η φύση επιστρέφει μέσα από το λευκό

μέσα από την τέφρα μαρμαίρουν αγάλματα και θεοί

Όλα είναι αύριο και φρέσκο χιόνι,

όλα λευκό νούφαρο πάνω σε μαύρο νερό

Ξυπνάνε τα κρύσταλλα, ο παγωμένος κόσμος γυρνά στη γη,

ξεπαγώνει το όνειρο,

ο κύκνος τινάζει τα φτερά του ραμφίζει το σκοτάδι,

φως φέγγει πάνω από την υπόσταση του πράσινου

Όλα τα δώματα όλα τα σώματα

τεντώνουν την επιδερμίδα στο φως

– Θειάφι και γαλαζόπετρα και σκούρο φως

πάνω σε λεπτούς αστραγάλους ,

σπάνε οι λεπτοί χαλκάδες του ύπνου των κοριτσιών-

Θεοί από μηχανής γυρίζουν την πόρτα του φωτός

πάνω στους μεντεσέδες της,

το φως διαρκής αστραπή

ξεχύνεται με τα λευκά του άλογα σαν αυγή

Οι κυδωνιές σταματημένες πάνω σε άνοιξη

συνεχίζουν το στάσιμο απ το μπουμπούκι

που τρέχει την πνοή του αρώματος.

Ο,τι ευωδιάζει είναι απαστράπτων Φοίβος

Ο Ίβυκος ξαναερωτεύεται, η φωτογραφία του αποκτάει

συνέχεια

βγαίνει από τα υγρά της στερέωσης

Τα πόδια των αλόγων τινάζονται

έξω από το κάδρο και μπαίνουν στο αύριο

Όλα είναι αύριο και φρέσκο χιόνι

Όλα λευκό νούφαρο σε μαύρο νερό

Η φύση επιστρέφει μέσα από το λευκό σκιρτά

διάφανο ελάφι

___________________

ΒΕΡΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ

«Ο λαβύρινθος κινείται σαν φίδι »

Ο κόσμος και η φιλμική του

εξελίσσονται πάντα αντίθετα από σένα

και υπάρχει αυτονομία ζωική του κάμπου

Έρχονται κατά πάνω σου σαν σπέσιαλ εφφέ

Μεταναστεύουνε κι οι λίμνες με τα χέλια

ή της ψυχής μας τα τοπία αλλάζουν;

Αυτό το φίλμ το γύρισε ανέξοδα το όνειρο

Πώς να βρείς τα στοιχεία για την αντιστοιχία

αν είσαι πουλάκι ακελάηδητο;

Πώς να βρεις ότι αυτά ήταν σκηνικό κινούμενο

της μηχανής του χρόνου

που έστελνε τον κόσμο των μορφών με κίνηση κατά πά-

νω σου;

Γύριζε το άλογο στο χωράφι διαρκώς γύριζε

εκπαιδευμένο γιατί ήταν πάρκο κινηματογραφίας

πεδίο απέραντο για λήψεις ζωής στημένες

(το άλογο μέσα στην νύχτα σε πάει ευθύς στον προορισμό

-έτσι που το παν βλασταίνει)

______________________________

ΠΕΔΙΟ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Γιατί οι νεκροί δεν έχουν χώρα μήτε τόπο παρά ένα

κομμάτι

στην καρδιά μας στη γωνία την άτοπη

κι έναν πυρήνα στεναχώριας παράδοξα εντοπισμένης

Δε γίνεται άγχος των οστών το τρίψιμο στα μάτια της

αγάπης

κι όπου κλέβει ο θάνατος εκείνη βάνει

δικό της χώμα και φράζει τις οπές

Όμως της διάψευσης το ρούχο το φόρεσε η προδοσία την

ώρα που γεννήθηκες

κι ένα καρφί μπηγμένο στο κρανίο σου έγινε και ας δε

σου καίγεται καρφί

γεννήθηκες με σπόρο από θάνατο και Βρούτο να σου θυ-

μίζει τη σπορά

Μανάδες που τα κορίτσια τους χτενίζουν -λούζουν στο

φεγγάρι

κι εκείνα δεν ξέρουν που γεννιούνται πεθαμένα

δεν ξέρουν που τα κοίταξε ένας άγγελος από την πύλη

του θανάτου

Ήρθαν ώρες σκληρές θα ‘ρθουν άλλες σκληρότερες

Μα δε θα δώσει ο ποιητής στους όχθους του θανάτου τη

λαβή

θα τα ποτίσει πράσινο από το μαύρο πιο βαθύ

κι έτσι μια γλύκα από ποίηση με την καρδιά του ερέβους

θα αναμετρηθεί

________________________________

ΗΧΟΣ ΧΑΛΚΙΝΟΣ

Χάλκινη της καμπάνας πνοή περνά τους ύπνους,

θλίψη ελαιοτριβείων μας θλίβει,

είναι στα αγάλματα ένας παλμός

oυράνιας σκόνης το μακρινό των θανάτων,

της αντοχής τους το λιοπύρι, πλάι σε θάλασσα, ανασαίνει

μακρύ γυαλού φεγγοστάλακτο αιματώνει τη δύση,

των νερών επιφάνεια ώρα χρονώνεται σε στεφάνη χρυσή

ενώ χορεύει απογευματινό σμαράγδι στα κύματα

Τα παραθύρια ανταυγάζει παραμύθι υγρό χώρας σολωμικής,

κορίτσια με φιόγγους λευκούς του ονείρου πλησίον διαβαίνουν,

λευκά αγριοπερίστερα φέγγουν ουρανό,

με χείλη που δε φθόνησαν θέλει να φωνάξει φτωχός της

χαράς

του κόβει τη φω-

νή καμπάνα στην ελιά κρεμασμένη, σαν ξάφνου πένθιμα

ηχεί

Νυχτερινός διαβάτης στο μεσημέρι ο πόνος μας παίρνει

την ψυχή

___________________________________

ΜΙΑ ΤΑΡΑΧΗ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ

Χτυπά την τρίαινα στον ήλιο γκρεμοτσακίζονται ένα κο-

πάδι σμέρνες

ξαστερίζεται ο ουρανός του ύπνου λιθόστρωτο σεντόνι σπέρ-

νεται αστέρια

πήρα έναν ανήφορο πήρα ένα λυκόστρατο

Τήν απουσία σου τυλίγει σεντόνι που σε κοιμήθηκα

ξεθυμασμένα του έρωτα τι περιμένεις στο βράδυ αυτό;

Η φωνή του χρώματός σου είναι απο χαράματα αγόρι

αγόρι αγόρι πού πάς; Του σταυρού σου καρφιά σφυροκοπάς

σίγα ο υμένας θα σαλέψει μην καις όλα τα χόρτα σου

Μέρα ανάβει σκοτεινιά όσο που να πεθάνω φτωχός του

πλούσιου πόνου

μές το κρασί πίνω τον ήλιο μές το ψωμί η νοτιά πάει

στην καρδιά

πίνω καί πίνω

πίκρες καταπίνω

έχουν όστια το τραγούδι

Στίς φωτερές συκιές σύκο φωτεινό άστρο του χειμώνα

Πλούσια κοιλάδα τη διαβαίνω όχτο τον όχτο γκρεμό

το γκρεμό

ψηλά περνούν οι φύλακές μου πρωτοψυχές σε συννεφό-

καμμα

Δεν πιάνει άνεμος θανάτου σε τραγουδιού απανεμιά

απ των νευρώνων τα κενά πετιέται η σκέψη φωναχτά

Απ τα βιβλία τι κρατάς; Της ράχης τους τον τίτλο

δέσιμο στάχωμα ποντισμός κατά βυθών

Στών κήπων τις γωνιές όλα γενήκαν κυκλικά ,μελισσο-

μάντρι

κυλώ το τσέρκι γωνιά τη γωνιά σφυρίζοντας τρελό σκοπό

ενεός στην αμφιλύκη λύκοι απ’ εδώ κι απ’ εκεί λύκοι

Εδώ η νιότη μας πλέχτηκε με άυλα βελόνια

κάτω απ του ήλιου τον τροχό

άφωνα όλα του κόσμου σε αναμονή τρεμάμενα κρεμαστά

νερά

Ρολόι μες τον καθρέφτη σφυριγμός από σύμπαν

Έκανες μεσημέρι η μέρα αχτίδωνε ένα φώς αράχνη

Στό μυαλάκο στίς καρυές πράσινες φωνές

η νύχτα καταπάνω μας σαν πανωφόρι

ανηφορίζαμε γιά την Παληόχωρα

εσύ Κυριακή εσύ Αντιγόνη εγώ

Δέν ξέραμε νυχτώσαμε σε ένα απόγευμα μια ζωή

Χρυσά κυδώνια στό χιόνι λησμονιάς απογώνι

Ξαστερώθηκα

σε λάθος τόπο στρώθηκα σε στάβλο ξημερώθηκα

Το αχούρι φλέγεται:

π υ ρ α κ τ ώ θ η κ α

φιλί αγάπης βαθιά ερωτικής γυναίκα εσύ θάλασσα υγρή

ξέρεις

στις όχθες στα ρηχά στα πιό βαθιά να δεχτείς

τύλιξέ με στα φλογισμένα κύματά σου πυρωμένο μου αί-

νιγμα

_____________________________________

ΑΛΙΕΥΟΝΤΑΣ ΧΡΟΝΟ

Όταν βαθείς συλλογισμούς βαφτίζεις στο σπειράλ των

δρόμων

κινείς σε εποχής τροχό τον τόπο και το χρόνο

τότε το δίχτυ σου χρυσό και καίγονται οι διαβάτες

ξανασκουντάς τον άξονα του γηραιού πλανήτη

εκείνος σου τρελοχορεύει σκοπούς της πένας σου

η μουσική των στίχων σου πετά στ’ αστέρια

Έτρεξε χρόνος στα γεφύρια του ουρανού

τρίφτηκε το πέτρινο γεφύρι με χρώμα αχνό σαν το ‘πια-

νε φώς και καιρός

τίναξες κιούρτο στ’ ανοιχτά ψαριών κοπάδι σκόρπισε α-

χτινωτά

γέροντες δολώνανε μαύρο μυστικό καμιά περιέργεια δεν εί-

χαν πιά

πού πάει πούθε έρχεται αν έχει ψάρια το ποτάμι

τρελάθηκε η επιθυμία μέσα τους

θέρισε ο χρόνος νιάτα σαν τρυφερά καλάμια

πλοκάμια της μοίρας έρχεστε από παντού παντού ας ψα-

ρέψει το καλάμι

_______________________________________

KΛΕΨΥΔΡΕΣ

Να ‘μαστε ακόμα στις χρονοθαλάμες σε γή ανοιχτή ο-

λόγυρα

σφιχτή ολόκλειστη με της βαρύτητας το κύρος

μορφές αμόρφωτα πλασίδια

δίνουν ρυθμό στη νύχτα παράτονα γαυγίσματα

συμβαίνει έτσι ανατολή στις πιο μαύρες νύχτες

θλίψη πάψε κρούστα πυκνού σκοταδιού σπάσε

ξόδι να δέσει και γιορτή Διονύσου θίασος στις λάρνακες

όλο το σφρίγος άθλα επί Πατρόκλω δικός σου θάνατος

φαίδιμε Αχιλλεύ

ψοφοδεή φόβε το βασίλειο της αγάπης τρέμεις

αγάπη λυώνει του σκότους τη σκουριά γίνεται φως

κόκκινη καρδιά παλεύει τον Άδη μπάζει τη γή στον ου-

ρανό:το σπίτι της

Έβλεπες την ομορφιά έφευγε σε πλάνταζε η φυγή της

μέγγενη στην καλοκαιριά που περισφίγγει σε πυρετού ζώ-

δια άπειρη ανατολή

βράζαν τα τσίπουρα στη γλώσσα ο γρανίτης ανθότυρο

πορσελάνη γυαλί φεγγίζει αχτιδοσύννεφη πνοή

σταλαματιές ονείρου φρέσκο νερό αρχαία φωτιά στόμα της

πέτρας άγαλμα

Διώνη με πλούσια χέρια χάδι για περιστέρια

χιόνι στολίδι του βουνού πέφτει σαν κρύσταλλο η φωνή

πάγος ανάσα

της φλόγας σάρκα μπήκε το μεσημέρι αγριεμένο φώς κα-

λοκαιριού

νύσταζες’ μάς κύκλωνε ζέστα

φεύγεις μέσα στην πόλη αποκεντρώνεσαι

__________________________________

TΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Εκεί που φέγγει χρόνος κάτι βαθύτερο συμβαίνει

κάτι απο μάς ανιστορείται επιφαινόμενο

κάτι από άνθρωπο σκιρτά ανθεί

σαν που ανθρώπινα χέρια το κλώθουν

τέτοιοι δρόμοι ανοίγονται με καιρό και κόπο

σαν να πασχίζει να διασταλεί ο χρόνος

για να ‘χει μοίρα πασχίζει κι άστρο

Kι άν άκτιστα μάς τσουρουφλίζει

προς τι ο κόπος να τον πολεμήσουμε;

Είναι απολέμητος, αμάχητος, πίκρα, στεναγμός, βαλάντω-

μα

το βλέμμα πληγώνει βαθιά τα νεύρα τεντώνει,

κρυμμένος στην ισοτοπιά ολοφανέρωτος μασκαρεμένος,

κάθε δευτερόλεπτο πληθαίνει και μάς μειώνει,

σκιά μας νύχτα γίνεται ύπνος και των μελλόντων θάνατος

– μέλλοντα που δεν έχουν θάνατο –

Τα τρία πρόσωπα του χρόνου αναβοσβήνουν σαν φάρος,

αστός αγρότης άξεστος μές στο τυφλό του

τρυπά την πίσσα άσφαλτης οδού ξενητεύεται στην πόλη του

Εγώ να γυρνώ με δυο ρόδες κι όταν ρόδο τρυγώ,

φτερό κόβει ορίζοντα κι όλα ξαναγίνονται

Δολοφονική γαλάζια πλάκα ουρανός φράζει το στήθος

στοιχειώνει ύπνους,

ώρα πού άλλα με φως θωπεύει άλλα αγνοεί νόμος υψιπέτης

Στα φέρνει εφημερίδα μηνύματα μόνιμα μνήματα

Τώρα μετράς της θλίψης τραγούδια λυπητερά,

η φύση χρώματα αλλάζει και σκοπό,

οι άκρες του τόξου λυγίζουν το τέλος βρίσκει την αρχή

΄Ολες οι μορφές είναι μέλλον

______________________________________

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΘΑ ΓΙΟΡΤΑΣΩ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Είναι και κατά βάθος θάνατος είναι και στέρηση φωτός

δε σταματά ο θάνατος δε σταματά ο έρωτας

οι αγαπημένοι έχουν πανσέληνο δέσμη αστραπές χτυπούν

στη νύχτα

σέλας φωτεινό δοξάρι άστρων τη δεξαμενή ταράζει

γοργός χορός στο αίθριο του γαλαξία χαράζει

Μας τίναξε ένας έρωτας στου απροσδόκητου τις οροφές

μας τίναξε ένας έρωτας στου απροσίτου το αναφές

εισαγωγή σε τέχνες Αφροδίτης μήνας ροδίτης κλείνει ο

φεγγίτης

τη σπαρασσόμενη καρδιά σοφία σώζει αρμονία σφαιρών

μουσική δωρίζει

φλέβα ζωής τάξιμο άστρων αβύσσους η ψυχή περνά χτί-

ζει με σκιές

λάμπουν τη μνήμη πρωταγάπες κι αιωνιότη

Μας τίναξε ένας έρωτας στου μεθυσμένου τις κορφές

μας τίναξε ένας έρωτας στου εθισμένου τις μορφές

Σαν που ανέβαινες βουνό ανέπνεες την κορυφή του του κό-

σμου την υπεροχή

συνομιλία κορυφών στο βάθος εικόνα από χωριό

τρυφερά περάσματα σκαλώματα για φώς γειτόνευες

ανέκυπτε μεγαλύτερη αγκαλιά πλάτυνε το βλεμα ψύ-

χωνε η ανάσα

δυνάμωνε η πνοή μετέδινε ζωής παλμό αίμα και φώς

Δεν επιστρέφουμε ποτέ εκεί γιατί δεν υπάρχει πιά το εκεί

__________________________________________

ΗΛΙΟΚΑΜΜΕΝΗ ΕΝΘΑΔΙΚΗ ΥΠΑΡΞΗ

Με καλοκαίρι στα χείλη η ομορφιά φώς μαυροστάφυλο

σπαράζει την πόλη σαν άκρως Ιούλης που καίει τις με-

τώπες.

Κερδίζω λίγο της ζωής ,το χρόνο κάνω συνεργό μου

Μου μάθαινες για ομορφιά ,σπουδή είχα τα μάτια σου,

σ ένα τριαντάφυλλο από πυρετό από φλόγα,

μέχρι τη λύπηση σπάταλο φώς, όλα μες τη μαρμαρυγή του

Έντονα σπουργιτίσματα στις γειτονιές του ανέμου

σαν σε Ιούλη το μετάξι μεγάλωνες τον ουρανό

Πυρκαϊά όντoς καταφλέγει της μοναξιάς τα άνθη

Με καλοκαίρι στα χείλη η ομορφιά φώς μαυροστάφυλο

σε εόρτιο Δεκέμβρη χαίρεσαι να μου λές:

«Μεσάνυχτα τα βουνά μου σπιθίζουν άστρα »

ΕΤΑΞΑ ΣΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΣΟΥ

_____________________________________

ΠΟΙΗΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Αν ένας έχει τη δόξα

τη γη μπορεί αυτός να σηκώσει στα μάτια μας

Πάσχουμε δόξας διαφάνεια

Τον εαυτό του εξαίρεσε

έρευσε μέσα του μεγάλη πνοή

ρυθμού ανταμοιβή πέρασμα έγινε

Για μάς για το πάν

τα πράγματα θα μας χαρίσει νέα

Με το λεπτό το βαθύ το ψηλό του κοίταγμα

μάτια στον κόσμο χαρίζει

μεγαλώνει την ευαισθησία μας

θεμελιώνει την κατοικία μας

συγκεντρώνει το φως στη φωνή του

γίνεται του καθενός αδερφός καθέδρα

Από μέσα του πέρασε ο κόσμος κι αγνίστηκε

Του αισθήματος διδάχος που τον κυρίευσε

επιστρέφει με κύρος γραφής

Σκουριά δεν πιάνει ο λόγος του φίλος είναι

Καταφεύγοντας στη σολωμική

κάτω από το μαγνάδι του

του Πόρφυρα την κόκκινη γραμμή

να λάμπει αστραφτερές αυτογνωσίες

Πόρφυρα λυτρωτή φευγαλέας αθανασίας

___________________________________

ΠΕΡΑΝ

Γιά να μη γίνω γραφικός (και τι έγινε)

θα πιάσω τώρα το κοντύλι της φωτιάς

πύρινα γράμματα που χαράζει πάνω στο νερό

κι εκεί να σε βρω στο καθαρό .

Και κάποτε και τώρα της ψυχής σου γέλασμα

ακούω ποθώ ,

-ίμερο Αφρoδιτη στείλε της -.

Κοιτώ το φεγγάρι το ρωτώ δε μ’ απαντά

Το έχεις εξαγοράσει; δε μ’ απαντάς .

Άσε να παίξω ,εσύ είσαι

η αρχή, η μέση και το τέλος της ομορφιάς

Ήρθες σαν φωτογραφία σου και με κοίταξες

μυστικό αρχαίο όπως τα σύμβολα

όπως κόκκινα αυγά

Τέλεση ζωής η γλώσσα

βουτά το καλαμόφτερο στους αχινούς,

με το χυμό αυτό όλη η ουσία των θαλάσσιων όντων

ξεβράζεται στην ακτή της σελίδας ,

το όν φωτίζει με γνήσιο σκοτάδι,

φωτεινή θεώρηση που αληθεύουν

τα μάτια σου η συνέχεια των άστρων

________________________________

ΛΙΧΝΙΣΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Υπάρχει ένα κάτι του βίου που αποφασίζει ερήμην μας

και χωρίς να συνεδριάσει

Πνευματική μας αδυναμία και περιορισμός δεν μας αφή-

νουν να το συλλάβουμε

Μέσα σ αυτή την απουσία μπορούμε ν αγγίξουμε τη

σκιά της απιστίας;

Μακριά διαδρομή ενός ίσκιου από τον οποίο μόλις και

βγαίνουμε και παραταύτα ανωφέλευτα

(Δεν έχει τέλος τούτη η αθανασία)

Η μέρα τούτη πέθανε πίσω από σκούρο τζάμι ίσως την

ξεχάσεις για πάντα

Τι είχε; Άλγος .Μονοτονία από άλγος που δε σε ξεχνά ,

είναι τα λέπια σου ,ο οπλισμός σου

Μάτια που το γαλάζιο σου στην Αφρική με βγάζει,

της νύχτας πικροδάφνη μου το άρωμα σου με οδηγεί το

φως σου με τυλίγει

Έγραψα κάτι της φωνής σου σε τριαντάφυλλο ρόδο,

γραφή σαν σε τετράδιο, τρυφερά φύλλα της φωνής σου

(Μέσα μου) Αν έχεις τη γραφή, για να πιαστείς πάνω

της όταν ναυαγείς ,

θα διαψευστείς πάραυτα

Δώσε μια ανάσα απόστασης από τον κόσμο της τέχνης ,

τον εαυτό σου δες σαν θεατής, λίγο πριν από σένα ,λίγο

μετά από σένα

Θα λυτρωθείς από τον εαυτό σου ,θα γλιτώσεις από σένα

___________________________________

TΗΣ ΘΛΙΨΗΣ ΜΟΥ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

Έχω λουλούδια μια πηγή που πάτησες μες στις μηλιές

Είναι φεγγάρι μια πληγή όλο το ρόδο μες το στήθος

Σοφά με πας την Κυριακή και με φωτίζεις σαν κερί

γιατί έρχεται απόγευμα και λαβωμένο της θλίψης μου το

άπειρο

λυγμού το δάκρυ στο λαιμό το καταπίνω θάλασσα

Στέκομαι σε παρατηρώ σαν να ‘μαι εσύ σαν να ‘σαι εγώ

Γιατί την είδα τη γιορτή να κόβει θλίψη

Κομμένα από αντίδωρο έπεφταν τα πουλιά

Έπαιξες τα φθινόπωρα του κόσμου στην έλευσή σου μυ-

στική

χρυσές οπώρες έφεγγαν πουλιά του νότου έφευγαν απ’ τα

μαλλιά σου

Βρέθηκα να ‘χω ένα υγρό πουκάμισο την άλλη μέρα

Από τα στήθια της αυγής και μ’ έφεγγε ως τα σπλάχνα

Έλα ω χρόνε να ξετυφλωθείς από αγάπης μάτια

_______________________________________

ΣΠΟΥΔΗ ΦΙΛΙΟΥ

Και το βραχάκι της καρδιάς μας πού είναι;
Εκεί που έσπαζες την αγάπη μας κι ύστερα
γύρναγες και την ξανακολλούσες με σάλιο και φιλιά;
Γυρτή σα χάδι έριχνες φως γιορτή
Ύστερα ήρθαν τα μελτέμια
κι η φουρτούνα φούντωσε.
Ο κεραυνός σου έκαψε τη γραμμή του ορίζοντα,
ξανασχεδίασες το χάρτη
Πάνω στο απέραντο του γαλάζιου
χτυπούσε μια ολοζώντανη κόκκινη καρδιά,
όλος ο γλάρος ανέβαζε το όνειρο /κάθετη
πανσέληνο του μέλιτος
Μελισσουργοί προγευόμαστε το απόγευμα
κι οι νύχτες δεν είχαν τέλος
Τούτη τη γιορτή την πήρες
διαβατήρια τελετή
Ξανασχεδιάζουμε το χάρτη,
αφαιρούμε γαλάζιο κόκκινο,
τονίζουμε τα σημεία της μνήμης,
κι οι νύχτες δεν έχουν τέλος
Ωκεανογραφικώς τα επιρρήματα της νύχτας δεν στέκουν
Στη γλώσσα των πουλιών
όλα εξηγούνται με τραγούδι,
γλώσσα των εραστών
Στο χάρτη της αιωνιότητας πρώτα σχεδιάστηκε το φιλί,
όλες οι φωλιές του κόσμου έχουν το σχήμα του
κι ο πρωτομάστορας από κει πρωτοτράβηξε
την έγνοια για κόσμο και όλα τα κοσμοθέτησε,
κοσμηματοθήκη φιλιά
Από το χάδι των χειλιών ανατέλλουν καλημέρες χαράς
γιορτής, πανηγυριών,(αγάπη τα μαχαίρια σου)

______________________________

TΟΞΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Πήρα στα χέρια ένα πρωί το πρόσωπό σου.

Τόξα της ζωής είναι τα κορμιά,
στο μισοφέγγαρό τους σμίγει δοξάρι το άπειρο
τα σπλάχνα μας δρομολογεί και φέγγουν

Σε ακόνιζα στο πράσινο ακόνι της σελήνης,
σε ακόνιζα στο φλόγινο τροχό του ήλιου ,ω μνήμη,
να μάθω τον καιρό με χρώμα με χώμα λαμπερό και

μαύρο
Έμπηγε ο αιώνας ατσάλινο φτερό,
με έμαθες, με έπλαθες ν αντέχω στύγας νερό
βάρκα να ρίξω να στερνοκολυμπώ
άγριες νύχτες στο πολύ της θάλασσας
απο τη στεριά σου καθώς με αλαργεύει
Με το κουπί σε πίνω, σε λιγοστεύω,
όταν με στρέφεις σε λιμάνι μιά καρδιά

Μέσα στο μαύρο ολκάδα η ζωή και δεν λυγίζουν οι α-

νάσες,
όταν της φωνής σου ακτίνες, όταν χτυπά στο μαύρο ο

ήλιος
κι η θάλασσα την πλάτη τού γυρίζει ,τρέχουν τα κύμα-

τα χωρίς να βρίσκουν το σκοπό,
στ’ αυτιά μου μουσικές ωκεανίδες και μοιάζουν στα

τραγούδια σου
Έφηβοι των Αντικυθήρων, το αίνιγμα σας χαμόγελο κόβει

δρόμο για τον ήλιο

Φωνή από νύχτα μυστική μες στα βασίλεια της σιωπής

με σιγοφέγγεις
Ύπόγεια ρεύματα μας ενώνουν κάτω από χίλια βουνά: εί-

σαι νερό μου

Τα μαλλιά σου νύχτα λύνεις βρόγχοι πλέκονται σαγήνης
(Ξέρετε ,Κυρία, η ευαισθησία είναι θάρρος.
«Δεν σπάζει με την πέτρα η καρδιά «)
αγάπη, λένε, τα μάτια σου

Για τα πουλιά είναι ελαφρύς ο ουρανός,
στα μεσημέρια μου γκρεμοτσακίζεται ο χρόνος,
σκοτάδι μέσα μου και πόνος, είμαι με γόνατα λυμένα
Ερημική βασίλισσα με γαλανό και άλικο είσαι εσύ το

ζεστό που ζω

Εκεί ήταν δέντρο μοναχό, κόκκινο η φύση φόρεσε χα-

μόγελο,
μετείκασμα ήλιο στόχευες, τι σόι θεοί σε πλαστουργούν;
Τα μεσημέρια της θλίψης τι θα γίνουν τα μεσάνυχτα στης

μνήμης τα σκαλιά;

Πήρα στα χέρια ένα πρωί το πρόσωπό σου

___________________________________

ΣΙΓΗ ΙΣΧΥΟΣ

Της ποίησης η λύρα
έιναι κουρδισμένη
απο τον ίδιο το θάνατο

Ό,τι χάνω
με βρίσκει στην καρδιά

_________________________

MAYΡA ΓΑΡΥΦΑΛΛΑ

Μαύρα γαφύφαλλα ,να ανασαίνεις στο πάθος
Ερωτική, μείνε μαζί μου, ερωτική ,
γιατί είναι ο έρωτας που γράφει, δεν είμαι εγώ,
τούτο το αίμα από κόκκινο έρωτα φονιά
που πυροδοτεί τα κύτταρα
και ένα ένα σκάζουν μπουμπούκια άνανθα της ηδονής
και των ακτών σου κύματα βρέχουν τις αμμουδιές μας
Πού πας καλή με ηδονή
και φρέσκα τα δαμάσκηνα στον κόρφο σου αναμμένα ,
πάρε κι εμένα ,
πάρε, στις κορυφές των πόθων σου, τα μοσχαναθρεμμένα

(Μα γιατί να κλάψω πάνω στο γυμνό της σώμα;)

Για το «Βέλος στο χώμα» από το Γιώργο Πύργαρη


-Όποτε σκύβω
στο μεταλλείο ενός σταυραδερφού
γίνομαι πιο ταπεινός
γιατί το φως του ανακαλύπτω-

Ο Έκτορας Πανταζής ανήκει και κείνος στη <<γενιά μεμβράνη>> σε κείνη τη
γενιά που στέκεται σήμερα ανάμεσα στο καινούριο και το παλιό, έχοντας
την δυνατότητα να κατανοήσει δύο διαφορετικούς κόσμους. Τον κόσμο του
20ου αιώνα και τον κόσμο του 21ου.
Αναδύεται και κείνος μέσα από το διαδίκτυο, αλλά και με τον
παραδοσιακό έντυπο τρόπο, όπως έκανε με τη πρώτη του συλλογή το <<ΒΕΛΟΣ
ΣΤΟ ΧΩΜΑ>> από τις εκδόσεις <<ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ>> που εκδόθηκε το 2006.
Ο τίτλος κάθε έργου -επιλεγμένος από τον δημιουργό του- κουβαλά μέσα
του μια δικιά του ενέργεια, ένα συμπυκνωμένο μυστικό που πρέπει να
σκύψουμε πάνω του, για να πάρουμε όχι μόνο το απόσταγμά του, αλλά και
να διακρίνουμε ίσως τον προσανατολισμό του έργου και του δημιουργού.
Είναι ένας βοηθητικός τρόπος να ανακαλύψουμε τη <<κατεύθυνση>> όταν
έχουμε μάλιστα να κάνουμε με δημιουργούς που δεν είναι
ευκολοξεκλείδωτοι όπως συμβαίνει με τον Έκτορα Πανταζή, που είναι μεν
εραστής του κλασσικού, αλλά η πρόθεσή του είναι να διαφέρει από τα
μεγάλα χνάρια των παραδοσιακά σημαντικών ποιητών και να δώσει -ή ακόμα
και να βρει- το δικό του στίγμα. Και ίσως αυτός είναι ένας από τους
λόγους που το υλικό του μοιάζει να είναι πρωτογενές, σα να ανατινάζει
τεράστιους βράχους κολλημένους στο βουνό για να ανακαλύψει εκεί
καινούρια πολύτιμα και ανείδωτα μέταλλα. Και ίσως αυτός είναι ένας
λόγος ακόμη, που εδώ και ενάμισι χρόνο, έχοντας τη συλλογή δίπλα μου
στο κομοδίνο, μονάχα τώρα αποφάσισα να τη πλησιάσω κριτικά και
αναλυτικά. Για να μην αδικήσω και να μην αδικηθώ.
Το <<Βέλος στο χώμα>> είναι η πρώτη συλλογή του Έκτορα Πανταζή και θα
σταθώ λίγο στη σημειολογία του τίτλου όπως προείπα, για να ανακαλύψω
τη κατεύθυνση.
Ο συγκεκριμένος τίτλος λοιπόν, έχει δύο όψεις και μπορεί να ερμηνευτεί
από δύο πλευρές. Μπορεί να δηλώνει από τη μια, το <<ξάστοχο>> των
ανθρώπινων προθέσεων, πράξεων και ενεργειών. Μπορεί να δηλώνει πως το
βέλος δε βρίσκει ποτέ το στόχο του αλλά μαγνητισμένο από τη δύναμη της
βαρύτητας, τελικά πέφτει στο χώμα. Οι ανθρώπινες ενέργειες διαγράφουν
μια ημικυκλική τροχιά από τη τεντωμένη νευρά της αδυσώπητης επιθυμίας
για πτήση, αλλά τελικά, όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή η επιθυμία, το
βέλος -ο εκφραστής και το ορατό υλικό αυτής της πρωταρχικής θέλησης-
ξαναπέφτει στο χώμα. Ιδωμένος λοιπόν από αυτή τη πλευρά, ο τίτλος του
έργου του Έκτορα Πανταζή, δηλώνει την πλήρη συνειδητοποίηση του
δημιουργού για τη τρομαχτική δύναμη της βαρύτητας και κατ’ επέκταση
της ίδιας της πραγματικότητας. Ο Έκτορας Πανταζής, γνωρίζει καλά πως η
πτήση είναι προσωρινή και πως όλα, αργά ή γρήγορα, καταλήγουν στο
χώμα. Ρεαλισμός και πραγματικότητα λοιπόν, έστω κι αν ετοιμαζόμαστε
για μία πτήση, είναι στο πίσω μέρος του μυαλού του ποιητή. Δεν
αρνείται το ταξίδι, αλλά έχει επίγνωση του προδιαγεγραμμένου τέλους
και ίσως της αστοχίας των αρχικών προθέσεων. Και είναι μια πολύτιμη
επίγνωση ετούτη για τα ταξίδια των ανθρώπων.
Από την άλλη πλευρά, ο τίτλος μπορεί να μη δηλώνει το <<ξάστοχο>> των
ανθρώπινων ενεργειών, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Το βέλος να βρήκε
πραγματικά το στόχο του, που δεν ήταν άλλος από το χώμα. Λίγο πιο
μπροστά από τα πόδια των ανθρώπων. Σε αυτή τη περίπτωση το βέλος είναι
<<ειρηνικό>> και κουβαλάει κάποιο μήνυμα.
Ας πλησιάσουμε λοιπόν το βέλος του Έκτορα Πανταζή, που έπεσε μπροστά
μας από τις εκδόσεις <<ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ>> και ας προσπαθήσουμε να
αποκρυπτογραφήσουμε το μήνυμα ή τα μηνύματά του.

Ξεφυλλίζοντας τα πρώτα ποιήματα της συλλογής το <<Βέλος στο χώμα>> και
το <<Κάλεσμα της Εφέσου>> προσπαθώ να διακρίνω σε ποιον μιλά -ή μάλλον
σε ποιον ψιθυρίζει ο ποιητής με αυτόν τον έντονα εξομολογητικό τρόπο,
που ο ποιητής δε μιλά σα να βρίσκεται σε βήμα και δεν αγορεύει. Όχι δε
μιλά στον αναγνώστη, ούτε στον φίλο, δε μιλά σε έναν φανταστικό
ακροατή. Ευαίσθητος ο ποιητής, χωρίς πανοπλία, ευγενικός, σοφός, μου
δίνει την εντύπωση πως μιλά περισσότερο σε μια ιδανική αγαπημένη. Σε
μια μούσα, σε μια πανέμορφη νεράιδα που τον τριγυρίζει σιωπηλή για να
του αποσπάσει μυστικά ή για να σπρώξει με τον τρόπο της τον ίδιο να τα
ανακαλύψει. Μιλά σιγανά με ψιθυρισμούς, με μια ταπεινότητα που έρχεται
σε αντίθεση με τον ορμητικό και χαλκέντερο Έκτορα που πολλοί από μας
γνωρίζουν από κοντά, ο οποίος στις προσωπικές και κατ’ ιδίαν
συναναστροφές, φοράει τη βαριά πανοπλία του ιππότη και ξεχύνεται πάνω
στο άλογό του ορμητικός και περήφανος να σαρώσει τους εχθρούς των
ιδεών του. Όχι. Εδώ δεν υπάρχει αυτή η μάσκα. Η πανοπλία του είναι στη
γωνιά αφημένη. Ο ποιητής πάνω απ ‘ όλα ευαίσθητος και ρεαλιστής
μετράει τα κέρματά του, μετράει τα ψήγματα της ομορφιάς και της
αλήθειας καθαρός κι ολόγυμνος, παρουσιάζοντας σιγά σιγά, το πάνθεον
του μωσαϊκού του.
Σα να γράφει οραματιζόμενος, μέσα σε έκσταση αλλά με τα πόδια μπηγμένα
στη γη, μας δίνει το στίγμα του στο πρώτο κιόλας ποίημα το <<Βέλος στο
χώμα>>

κι όλα σωπαίνουν
σε μια ανώτερη σιωπή
γιατί το απλό ξεδίπλωσε τις ίνες του
σαν αστέρι
που τίποτε δεν έχει να φωτίσει
Κάθε βέλος κοιτάει  χώμα

όπου πιστεύει πως ίσως δεν έχει τίποτα σημαντικό να πει γιατί όλα
υποτάσσονται σε μια ανώτερη σιωπή. Δε μένει παρά η σπουδή και η
μαθητεία στη απλότητα, που δεν είναι τίποτε άλλο όμως, παρά ένα αστέρι
που δεν έχει τίποτα να φωτίσει.
Ή μήπως έχει;
Αχνά φωτίζεται η Έφεσος. Που τον καλεί. <<Το κάλεσμα της Εφέσου>>. Ποια
είναι όμως η Έφεσος που αχνοφέγγει στον ποιητικό του ορίζοντα και τον
καλεί; Είναι κατ ‘αρχήν το φιλί στην ελληνική αρχαιότητα. Η ποιητική
όμως Έφεσος του Πανταζή, είναι η αναζήτηση του κέντρου. Η αναζήτηση
του κέντρου των κόσμων, η ενοποίηση των διαφορετικών, η σύνδεση και η
συνισταμένη. Είναι επίσης η επίγνωση της ύπαρξης <<του άλλου>> όπως και
η κατάφαση στην θετικότητα και τον πολιτισμό, η αναζήτηση της αλήθειας
μέσω της σοφίας. Η Έφεσος είναι ένα κέντρο που ενώνει τα διαφορετικά,
είναι η ίδια η αγάπη.

«Το παν είναι  πόρτα  αγάπης»

Στέκεται με πλήρη σεβασμό στην παρουσία και ύπαρξη του άλλου, ίσος
φίλος και ίσος αντίπαλος, διαποτισμένος από ιερό έρωτα για τον <<πέρα
από τον εαυτό του ξένο>>

Με μια ματιά σου
σκίστηκε η καρδιά μου

για να δηλώσει πως μέσω του άλλου ή των άλλων φτάνουμε στην αλήθεια
και τη πληρότητα

ο δρόμος προς το σύνολο δεν είναι ο συνολικός δρόμος,
το μυστικό είναι ένα,
δώσε τον εαυτό σου, τότε θα σου ανήκει
Δώσε το παν, έχεις επιστρέψει στο ένα
Ο τζίτζικας δεν είναι
περισσότερο από το τραγούδι του,
το τραγούδι δεν είναι περισσότερο

από το τζίτζικα, ένωση είναι όλο

και για να ξεχωρίσουμε μερικούς ακόμα πολύ ωραίους στίχους

Το ΑΛΗΘΙΝΟ ποίημα
είναι ένα παγόβουνο
που δε βλέπουμε

και

Από τα μυστικά των εραστών
ανασαίνει το σύμπαν
Από τη σιγή των εραστών
πλουταίνει το σύμπαν

Και ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του ποιήματος δεν υπάρχουν εμφανή
στοιχεία που να φανερώνουν τη μεταφυσική του Πανταζή, ο τελευταίος
στίχος της <<Εφέσου>> ανοίγει τη μεγάλη πόρτα

Δεν Είσαι ο ήλιος Είσαι κάτι παραπάνω: κάνεις τον ήλιο
να λάμπει
Γιατί Είσαι  αγάπη δηλαδή το παν

κι ας μη το σχηματίζει κι ας μη το ονοματίζει. Είναι ο Θεός.

Λυρικός. Αθεράπευτα λυρικός να τι είναι ο Έκτορας Πανταζής. Πατάει στα
ίδια μονοπάτια που πάτησε ο αλαφροίσκιωτος του Σολωμού και του
Σικελιανού. Αλλά πίσω, στο φόντο των ποιημάτων του, λάμπει το
αγαπημένο φάντασμα του Κάλβου. Στα επόμενα ποιήματα <<ΕΝΝΙΑ ΤΡΟΠΟΙ ΜΕ
ΕΓΝΟΙΑ>> ο Πανταζής θα συνεχίσει να παίζει με ελεγχόμενο τρόπο τη λύρα
του. Στο μωσαϊκό του θα ζωγραφίσει με μεγάλη εικονοπλαστική ικανότητα
την αναζήτησή του, πρωτίστως μέσα στη φύση, τη μέρα και τη νύχτα, τον
ήλιο και το φεγγάρι, υμνώντας εκστατικός και έκθαμβος τον κόσμο και τα
παραμικρά πλάσματά του και θα ονοματίσει τη μούσα και νεράιδα του.
Και το όνομα αυτής Σεβαστιανή.
Με απασχόλησε πολύ το όνομα Σεβαστιανή και γιατί το χρησιμοποίησε ο
Έκτορας. Η Σεβαστιανή έζησε το 1ο αιώνα μ. Χ. υπήρξε μαθήτρια του
Απόστολου Παύλου και βασανίστηκε πολλές φορές χωρίς να προδώσει τη
πίστη της. Το όνομα Σεβαστιανή συνδέεται λοιπόν με τον χριστιανισμό,
τη πίστη και τη βάσανο. Πιθανόν λοιπόν, ο Έκτορας Πανταζής να κάνει με
το όνομά της σαφή υπαινιγμό μετά την Έφεσο, στον ιστορικό θάνατο της
αρχαιότητας και στην ανάδυση του χριστιανισμού. Γιατί για τον Έκτορα
Πανταζή ο ιστορικός χρόνος είναι σημαντικός, όπως και η αλληλοδιαδοχή
των πολιτισμών. Η Σεβαστιανή μεταφέρει και διαδίδει τον χριστιανισμό
που μέσα του κυριαρχεί το <<παν η αγάπη>> κύριο συστατικό της
πνευματικής ιδιοσυγκρασίας του ποιητή Έκτορα Πανταζή. Κι ο
χριστιανισμός για τον Πανταζή, το μήνυμα που κουβαλά η Σεβαστιανή, δεν
είναι -όπως κατ’ άλλους- ο εχθρός του Ελληνισμού, αλλά μια εξέλιξή
του, μια ιστορική αναγκαιότητα που την βλέπει μάλλον θετικά.

ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΗ αδερφή μου σωπασμένο μου γράμμα
Πώς να ταιριάξουν τα δυ
ό μισά της γης;
-Τρία μαύρα πουλιά με χάλκωμα ράμφος
που σπάνε τον ορίζοντα-
Το ένα μισό της γης, το νεκρό της,
γυρνάει σε σημασία το άλλο της:

από το ποίημα <<Εμπυρείον>> (κατά Δάντη στη Θεία Κωμωδία ο 10ος ουρανός)
όπου δεν είναι παρά η παρακαταθήκη που αφήνει ο αρχαίος κόσμος στον
χριστιανισμό εφόσον ο τελευταίος έχει αδιαφιλονίκητα νικήσει

Καλή μου το ρήμα της Πετραίας Αραβίας
κόσμος κρυμμένος μέσα στο νόημά του
σου παραδίνω το λεπτό βάζο της γης να το προφυλάξεις

Το ρήμα της Πετραίας Αραβίας. Η λιτότητα της ερήμου και των βράχων. Το
ρήμα δε μπορεί να είναι άλλο από το ρήμα <<ζήσε>> ή <<συνέχισε να ζεις>>
κάτω από αυτές τις συνθήκες, διδαχή που κόμισαν οι Ναβαταίοι -κάτοικοι
της Πετραίας Αραβίας- πολεμώντας κάποτε ακόμα και για τον Εβραϊκό
θρόνο. Ο Απόστολος Παύλος φιλοξενήθηκε από τους Ναβαταίους και έτσι
παίρνει τη σκυτάλη στη ποιητική του Πανταζή η Σεβαστιανή.
Και βέβαια η Σεβαστιανή μπορεί να είναι πέρα και πάνω απ’ όλα αυτά.
Μπορεί να είναι μια μεταφυσική ιέρεια της αλήθειας και των μυστικών.
Εκείνη που κρατάει το κλειδί των μεγάλων πυλών. Η αόρατη μα πανταχού
παρούσα μούσα. Αλλά και μια απλή εικοσάχρονη ερωτικά ιριδίζουσα,
θαυμαστή μέσα στη λήθη της. Η γενεσιουργός θηλυκή δύναμη που προκαλεί
το αρσενικό να γεννήσει και να την γονιμοποιήσει για να μη πάψει αυτός
ο κόσμος τη λαμπυρίζουσα αξιοθαύμαστη πορεία του στους αιώνες. Στη
Σεβαστιανή ακόμη, ο ποιητής βρίσκει την φίλη που δε θα τον προδώσει
ποτέ, ακόμη κι αν υποστεί μαρτύρια. Την καθαρότητα της φιλίας και του
έρωτα. Αυτήν γυρεύει λοιπόν στα μαγεμένα ρέματα.
Στο ποίημα <<Τα μαγεμένα ρέματα>> όπου ο ποιητής πραγματικά τριγυρίζει
σαν αλαφροίσκιωτος, οραματιζόμενος κι εκστατικός, αντικρίζει την
Σεβαστιανή

ΤΗΝ ΕΙΔΑ τη Σεβαστιανή σε μαγεμένα ρέματα
Συλλοϊσμένη και σκυφτή να λούζεται σε ασέληνο φέγγος

Και εκεί, τον διδάσκει τη δύναμη της σιωπής. Η Σεβαστιανή του προτείνει σιωπή.

Ήσουν πυξίδα ανάερη κι εκούναες ένα δάχτυλο
Ένα δάχτυλο που έφερνε στη γραμμή των χειλιών
Γραμμή σιωπής. Έτσι ένα νεύμα

Ο ποιητής λοιπόν, διδάσκεται τη σιωπή με τη Σεβαστιανή και γίνεται
κοινωνός όχι του υλικού πλούτου μα της κληρονομιάς της Πετραίας
Αραβίας , που είναι η ακραιφνής λιτότητα, η χρησιμοποίηση των
ελαχίστων μέσων για την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού
αποτελέσματος, άρα γίνεται κοινωνός της κατάκτησης της ουσίας της
ζωής. Κατά τον ποιητή, για να γυρίσουμε για λίγο ξανά στον ιστορικό
χρόνο, η Πετραία Αραβία φαίνεται να συμπληρώνει τον αρχαίο ελληνικό
πολιτισμό και να τον μεταμορφώνει.
Ο ποιητής μαθαίνει να ακούει διαφορετικά κάτω από την επήρεια της
Σεβαστιανής, υπομένει στη σκιά της, μαθαίνει να μη κοιτάζει μόνο, αλλά
να βλέπει πιο βαθιά τα πράγματα που κοντά της ξεχωρίζουν, αποκτούν πιο
βαθύ χρώμα, λαμπυρίζουν.
Μα η σιωπή είναι εχθρός του ποιητή όταν τον κατακλύζει για πάντα. Ο
ποιητής πρέπει να επιτελέσει το ρόλο του που είναι ο λόγος. Αν κατά
καιρούς σιωπά, κάποτε πρέπει να μετουσιώνει τη μαθητεία στη σιωπή, σε
πράξη και λόγο. Και το κάνει στο ποίημα <<Ανάκρουση>>. Εκεί η μέθεξη της
σιωπής γίνεται λόγος.

ΤΗΝ ΕΣΩΤΑΤΗ άρπα σου ανακρούεις με τις σιωπές σου
…….
και μαθητεύω στους τρόπους σου
Μέσα μου ηχούν οι τρόποι σου σε ηχηρά τροπάρια
Με θάλπει ένα άφατο κάλλος με αγιάζει
…….
Με κατακλύζει το ρήμα από σημασία αρχαία
…….
Επαναλαμβάνω της αλήθειας το μάθημα
και συλλαβίζω στης ψυχής τα ψηφία
…….
Ενδόραση……..
Εσώτατη άρπα ηχεί, αγγέλονται της ψυχής τα αγάλματα:

Και να το πρώτο άγαλμα! Τα <<Σταυραδέρφια>>!
Είναι -θεωρώ- το καλύτερο ποίημα της συλλογής. Πορφυρό άγαλμα φωτιά,
κατάκτηση μεγάλη του Έκτορα Πανταζή. Συμπυκνώνει την σοφία, την τέχνη
και τη μαστοριά του. Το παραθέτω ολόκληρο εδώ για να μη χαθεί ούτε
ένας τόνος του

ΌΛΟΙ οι ποιητές μου σταυρώθηκαν στα δάση της τρέλας,
τους κατέκλυσε το μαύρο τα άφατα ρήματα
Είχαν γοργόφτερο βηματισμό οι ποιητές μου
Ανεμισμένες οι χαίτες τους τα βράδια ξεχύνονται
με ποδοβολητό κι οργώνουν της νύχτας μου το μαύρο
Κατακρούουν τον κρανιακό θόλο με γοργές επελάσεις
Αυτοί οι ποιητές μου οι αδερφοποιητές μου
Από το μεσονύχτι τους ορμούν και καταλάμπουν
σα σε βαθύ μεσημέρι
Δεν έχω τι να πω στ’ αδέρφια μου της νύχτας
το μαύρο τους κρασί με κερνούν
από ασημόφεγγη κύλικα και καλπάζουν μες στο γέλιο
Με περιχύνουν με τα χίλια αστέρια της γλώσσας τους,
οι τρελαμένοι αδερφοί μου -κι εγώ αντίδωρο δεν έχω:
Τους δείχνω τότε τη Σεβαστιανή αδερφή
για να σωπάσουν το γέλιο τους που με κρούει θανατερά
Τότε σωπαίνουν. Τους παίρνει η ησυχία της νύχτας
και τους ξημερώνει. Ίσως να ευτυχούν τότε
και να γυρνούν στο σήμα τους, οι σηματωροί
Ίσως να πήδηξαν μες απ’ τα δάση της τρέλας τους
σε γαλανή πατρίδα. Ίσως να τους πήρε το γαλανό
του ουρανού και να τους καταδέχτηκε

Ανατριχιαστικά έξοχο!
Μεγάλη αγάπη για τα Σταυραδέρφια τους υπόλοιπους ποιητές που έχουν
καταδεχτεί το <<μαρτύριο, σταυρωμένοι της ομορφιάς>>. Και μόνο σε
κείνους που αγαπά πραγματικά, κάνει την μεγάλη τιμή να φανερώσει τη
πολύτιμη φίλη του. Τη Σεβαστιανή. Τη πανάκριβη ιέρεια! Και τους
προτρέπει να αφήσουν τον άλογο ενθουσιασμό, τον τυχόν ναρκισσισμό τους
και να μαθητεύσουν και κείνοι στη σιωπή και στη ταπεινότητα για να
βρουν την ουσία.

Στο ποίημα <<Κι αν ωριμάζει ο καρπός>> ο διάλογος με τη Σεβαστιανή
συνεχίζεται και το ερώτημα που τίθεται στα έγκατα της σιωπής -απόλυτο
και αδίστακτο- είναι καθαρά υπαρξιακό.
Γιατί όλα αυτά; Ποιος ο προορισμός;

ΠΩΣ θες να ξέρω το ανήξερο,
………
Εμείς αίματα είμαστε,
………
αίμα που κυκλοδίωκτα κατέρχεται
από αιώνες χρόνους και το δρόμο του τραβάει
Αν από άνθος η μυγδαλιά το γυρίζει σε τσάγαλο
………
είμαστε λες σαν τον καρπό που ωριμάζει;
Έχουμε ορισμό; Προορισμό έχουμε;
Κι αν μ’ όλα αυτά ωριμάζει ένας καρπός;

Ωριμάζουμε σα καρποί λοιπόν. Να η μόνη απάντηση.

Και μετά από τόσα ταξίδια στα οράματα, στο παρελθόν και την ιστορία,
το ποίημα <<Κατάμεστο>> όπου ο ποιητής δηλώνει παρών στο παρόν και στη
σύγχρονη εποχή, παρακολουθώντας όρθιος μια συναυλία σε ένα κατάμεστο
στάδιο, που όμως είναι χωρίς αισθητική

Τι θα σταματήσει επιτέλους αυτή την επίδειξη
……..
Έχουμε παρεκτραπεί αυτό είναι τυραννία
Πρέπει να κάνουμε οικονομία

Οικονομία.
Να η λιτότητα που έχει διδαχθεί από την Σεβαστιανή, να η κληρονομιά
της Πετραίας Αραβίας που όμως, δεν έχει κατορθώσει να απορροφήσει ο
Δυτικός κόσμος.
Την αισθητική που δε βρίσκει όμως στο κατάμεστο στάδιο, την βρίσκει
στο επόμενο ποίημα <<Έρχεσαι σαν Αντιγόνη>> όπου ξαναφιλάει σεβαστικά
την ελληνική αρχαιότητα σα να θέλει να αναβαπτισθεί η εποχή του μέσα
στο <<μάκρος της πλοκής>> και στου <<μύθου το αντιφέγγισμα>>

Ποιητής-Πυθία

Το ποίημα <<Η ΛΕΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ>> είναι ένα σκοτεινό δυσερμήνευτο ποίημα.
Όπως και τα υπόλοιπα στη συνέχεια. Χωρίζει τη ποιητική συλλογή σε δύο
μέρη. Αν στο πρώτο μέρος η λύρα στα χέρια του ποιητή ήταν ελεγχόμενη,
από δω και πέρα απογειώνεται λυρικά. Ένας αβάσταχτος πόνος
αποχωρισμού, ένας τρομερός πόνος απουσίας, ένας πόνος μαχαίρι
μετατρέπει ξαφνικά τον Απολλώνιο ποιητή σε Πυθία, όπου μεθώντας από
έκσταση πόνου και ζωής, παραληρεί λυρικά. Αν μέχρι τώρα μαθήτευε στον
Απόλλωνα και τη Σεβαστιανή, τώρα πλησιάζει το Διόνυσο. Η αιτία; Ίσως
ένας άτυχος έρωτας που διασαλεύει τη Τάξη του. Δεν έχουμε από δω και
μπρος, παρά φλεγόμενα οράματα, εικόνες που διαδέχονται καταιγιστικά η
μία την άλλη, χωρίς αναπαμό. Τα άλογά του είναι ξέφρενα πια. Ο ποιητής
γίνεται ο χάρτης που πάνω του με ανείπωτη οδύνη ζωγραφίζεται εξ’ αρχής
ο κόσμος με φωτιά και αίμα.
Στάχτες από έρωτα, θυσίες, αστοχία, χωρισμός, απουσία μούσας, ερωτικός
παροξυσμός, ερωτικός πυρετός, οργή, επιθυμία επιστροφής στο χώμα

-λόγια θα χαράξω στη νύχτα με μαύρο μελάνι
από του αιδοίου σου τα μαύρα γαρύφαλλα-

ή πιο πάνω

Έλα χώμα, έλα, εσύ είσαι μούσα τώρα,
σε σένα θα πλαστώ με αρέσκεια μαύρη,

εικόνες από το παρελθόν και το μέλλον και προπαντός πόνος . Πολλές
φορές ο πόνος είναι τόσο συντριπτικός που ο ποιητής ζητά τη λύτρωση
στο κώνειο

έλα το κώνειο τρίψ’ το
τώρα πιο γρήγορα δήμιε του μυαλού

ο θάνατος στιγμές μοιάζει η αναπόφευκτη μεγάλη λύση

Θάνατος μέγας χορηγός
……..
Όλος ο πλούτος οδεύει για στόμα ανοιχτό

και δεν είναι παρά επειδή επιστρέφει, με αφορμή τον μαύρο έρωτα, η
ιδέα της ματαιότητας των πάντων ξανά και ξανά. Ένα μαύρο κρεσέντο η
<<Λέξη του Θεού>> και το <<Χιόνι των Θεών>> αν και το τελευταίο δεν είναι
τόσο πυρετικό, αλλά διακατέχεται και κείνο από το φάντασμα της
ματαιότητας και του θανάτου

το θάνατο δεν περνά κανείς

για να κλείσει με το ειρωνικό

τιμή βίου και πολιτείας,
μυστικός του σύμπαντος, μυσταγωγός της ύπαρξης

Να σε μεταμορφώσει ω καρδιά σε τι;
Σε άπειρο
Τα έργα της αγάπης
(!!!)

Πόσο δύσκολο είναι όμως, να σκύψει κανείς πάνω σε αυτά τα ποιήματα και
να τα ξεκλειδώσει! Πώς να ερμηνεύσει κανείς τη Πυθία; Αν ήμασταν στο
19ο αιώνα, θα έλεγα πως ο δημιουργός τους έχει πάρει αψέντι!
Περιπλεγμένες εικόνες και έννοιες, υφαίνουν ένα σουρεαλιστικό υφαντό
με σχήματα, μορφές και σκιές, κρυμμένες πίσω από μαύρα πέπλα. Υπάρχει
όμως μια υπόγεια βλασφημία σε αυτά τα δύο ποιήματα, σημάδι ότι ο
ποιητής μπορεί να είναι το ίδιο υμνητής του Θεού, όσο και υβριστής
του. Και αυτό το δικαίωμα το παίρνει από το φορτίο της οδύνης που
καταδέχτηκε.
Ο ποιητής σε αυτά τα ποιήματα και στα άλλα που ακολουθούν <<ΑΛΑΛΗ
ΔΩΡΕΑ>>, <<ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ>>, <<ΘΑΝΕΖΑ: ΝΕΚΡΑΝΘΕΜΑ ΚΑΙ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ>>, <<ΧΡΟΝΙΑ
ΣΙΩΠΗΣ>>, <<ΙΛΙΓΓΟΣ>> και σε όλα τα ποιήματα μέχρι το τέλος της συλλογής,
ακροβατεί ανάμεσα στην ομορφιά της ζωής και το άδικο του θανάτου. Δεν
είναι στεγανός. Ο ποιητής είναι ραγισμένος. Μέσα από τις ραγισματιές
του, μπαίνουν θύελλες, αέρηδες, βροχές, λουλούδια, πουλιά, άνθρωποι,
οι όμορφες λέξεις των ανθρώπων, τα αγάλματα, οι βρύσες μα και οι
θάνατοι και τα μνήματα και ο πόλεμος, το άσπρο και το μαύρο της ζωής
περνάνε μέσα απ΄ τις ραγισματιές του και τον συγκλονίζουν. Του
δημιουργούν ίλιγγο. Τον ανακρούουν και γίνεται ο ίδιος, ο στιλπνός
αντίλαλος αυτής της ζωής.
Δίνω δύο αντίθετες εικόνες αυτού του ύμνου που γίνεται εναλλάξ θρήνος

Πλέκω μυρτιές, και χαλκοπράσινα της δάφνης φύλλα
σφυρηλατώ στο σιδεράδικο, πολύ να μοιάσουν
του αγάλματός σου το αδρό, πλεξίδα στην πλεξίδα
………
ώστε η πλατεία ετούτη που τόσο σε γνώρισε,
να ανατονίζεται ν’ ανθοβολά στα κάλλη σου


<<Στο άγαλμά της>>

Ο πεθαμένος δημιουργεί γύρω του μια δίνη δακρύων συνά-
ζεται ο χωρικός κύκλος γύρω από τούτο το βυθό τα-
ράζεται πενθεί
Πικροδάφνες σκιάζουν μνήματα πικροθάνατος χωνεύει και

τα κοιμητήρια
……..
Η είδηση είναι κεραυνός η είδηση είναι βόλι που σημα-
δεύει το χωριό
και πλημμυρίζει στο μαύρο

<<Νεκράνθεμα και Πασχαλιές>>

Ο Ίβυκος ξαναερωτεύεται , οι κυδωνιές ανθίζουν,
η φύση επιστρέφει μέσα από το λευκό,
μέσα από την τέφρα μαρμαίρουν αγάλματα και θεοί

….
Ό, τι ευωδιάζει είναι απαστράπτων Φοίβος

<<Χρόνια σιωπής>>

Μια στο Διόνυσο μια στον Απόλλωνα. Και τρελή, αδάμαστη θέληση για ζωή.
Η επίγνωση και η συνειδητοποίηση του θανάτου, τον γεμίζει με δύναμη
για ζωή

Αν είσαι έτοιμη για ίλιγγο μείνε!

Θαλάσσιος πυρετός
Δαγκωματιά από έρωτα, να δαγκώσω, να πιώ
να ρουφήξω,
γνήσιο μύδι από σάρκα

<<Ίλιγγος>>

Γιατί οι νεκροί δεν έχουν χώρα μήτε τόπο παρά ένα

κομμάτι
στην
καρδιά μας στη γωνία την άτοπη

<<Πεδίο μεταμόρφωσης>>


Μια στη ζωή και μια στο θάνατο. Μια στον ήλιο μια στο σκότος. Στον
άγγελο και τον δαίμονα. Παγιδευμένος ανάμεσα στο καλό και το κακό,
παραληρεί λυρικά, εκτοξεύοντας λαμπυρισμούς οδύνης και ομορφιάς σα τη
Πυθία πάνω από το τρίποδά της. Τα ποιήματά του από τη <<Λέξη του Θεού>>
μέχρι το τέλος είναι χρησμοί εκτός από μερικές εξαιρέσεις..
Μια τέτοια εξαίρεση, είναι το <<Ποίημα στο Ποιητή>>. Αν και με έντονο
μέσα του το στοιχείο του »Μεσσιανισμού» παρ’ όλα αυτά, καθάριο και
κρυστάλλινο υμνεί τον ποιητή και τη τέχνη

Αν ένας έχει τη δόξα
τη γη μπορεί αυτός να σηκώσει στα μάτια μας

………………
Για μας γιά  το παν
τα πράγματα θα μας χαρίσει νέα
Με το λεπτό το βαθύ το ψηλό του κοίταγμα
μάτια στον κόσμο χαρίζει

….

θεμελιώνει την κατοικία μας
συγκεντρώνει το φως στη φωνή του

…….
Πόρφυρα λυτρωτή φευγαλέας αθανασίας

Θα κλείσω τα παραθέματα από τη ποιητική συλλογή με το τρίστιχο από το
ποίημα <<Σιγή Ισχύος>>

Της ποίησης η λύρα
είναι κουρδισμένη
από τον ίδιο το θάνατο

για να παραδεχτεί όμως στο τελευταίο ποίημα της συλλογής τα <<Μαύρα γαρύφαλλα>>
πως όχι μόνο από τον θάνατο αλλά κι από τον έρωτα

Ερωτική, μείνε μαζί μου ερωτική,
γιατί είναι ο έρωτας που γράφει, δεν είμαι εγώ,

Ο έρωτας και ο θάνατος λοιπόν, δύο κύρια συστατικά της ποίησής του.
Δύο ενεργειακά πεδία που οπλίζουν το χέρι του με τη γραφίδα. Η γραφίδα
μπορεί να δημιουργήσει έργα που θα ζήσουν περισσότερο από τον άνθρωπο
που τη κρατά. Η μόνη λύση απέναντι στη φθορά, είναι το έργο τέχνης.
Και ο Έκτορας Πανταζής είναι λάτρης των έργων τέχνης που πολεμάνε τη
φθορά και το θάνατο. Αν αξίζει αυτή η ζωή, είναι γιατί μπορεί να
υψώσει κανείς έργα που θα νικήσουν το θάνατο και θα σπινθηροβολούν
στους αιώνες.

Η ποιητική ματιά του Έκτορα Πανταζή, αγκαλιάζει τους αιώνες χωρίς να
χάνει το παρόν. Η μαθητεία του στην ιστορία οπλίζει τη ποίησή του. Η
ιστορία, της οποίας είναι εραστής, μεταλλάσσεται μέσα στη ποιητική
του, σε έμπειρη γνώση. Ο Πανταζής εκτός από ποιητής, είναι συνάμα και
ένας <<θρησκευόμενος>> αναγνώστης. Λάτρης της ανάγνωσης καλών κειμένων,
γεμάτων φως και δε μπορεί αυτό να μην επηρεάσει τη ποιητική του,
άλλοτε θετικά, άλλοτε αρνητικά. Εδώ κολλάνε τα ξέφρενα άλογα. Γεμάτος
γνώση, ευαίσθητος δέκτης, ενορατικός και εκστατικός, άλλος ένας
γνήσιος εκπρόσωπος της <<γενιάς μεμβράνης>> έχοντας τη δικιά του γραφή,
τη δικιά του προσωπική πινελιά, τη δικιά του θέση. Καμιά φορά
χρειάζεται όμως, να βάζει χαλινάρι στα άλογά του και να χρησιμοποιεί
περισσότερο την αφαίρεση. Γιατί τα ποιήματά του, πυρπολούν τον
αναγνώστη χωρίς έλεος με εικόνες, συναισθήματα, ερμηνείες ερωτηματικά,
έννοιες, μορφές. Μπουρλοτιέρης των βράχων, τα ανατινάζει σε μικρότερα
χαλίκια όπου μέσα τους λαμπυρίζουν σπουδαία ευρήματα. Θα λάμψουν όμως
περισσότερο αν χρησιμοποιήσει πιο έντονα την αφαίρεση. Λιγότερο μπαρόκ
σχήματα, όχι μόνο δε θα τον βλάψουν, αλλά αντίθετα, θα αναδείξουν
περισσότερο τα χρυσάφια και τα διαμαντικά του.
Προσπάθησα να κάνω μια απλή σκιαγράφηση, στο πρώτο έργο του Έκτορα
Πανταζή. Τούτη δω η μικρή μελέτη, μπορεί να μην εκφράζει όλες τις
πτυχές του πρίσματος. Μένουν ίσως πολλά να ειπωθούν και σκοτεινά
σημεία επίσης, που με το χρόνο θα φωτιστούν περισσότερο. Σίγουρα θα
υπάρχουν αδυναμίες σε αυτή τη μελέτη και πολλά που ακόμη δεν είδα.
Ειδικά το δεύτερο μέρος της συλλογής, μετά το ποίημα <<το χιόνι των
θεών>> πιστεύω ότι κρατάει ακόμη κρυμμένα μέσα του επτασφράγιστα
μυστικά, που μόνο ο χρόνος σιγά σιγά θα ξεσφραγίσει. Όπως και νάχει
όμως, νιώθω σίγουρα ευχαριστημένος, που ασχολήθηκα πιο διεξοδικά με
άλλον έναν γνήσιο εκπρόσωπο της <<γενιάς μεμβράνης>> και που προσπάθησα
να ξεκλειδώσω την συλλογή του <<Βέλος στο χώμα>>.

Καλοτάξιδο Έκτορα

Γιώργος Πύργαρης
15-02-2009

«