αποριών

Αετός ματιού κουρνιάζει στα αετώματα της ίριδας. Αγριοτριανταφυλλιά χιονίζει ροδοπέταλα. Χιονανθρωπισμένο ζευγάρι βαδίζει στο απάτητο χιόνι, λεοπαρδάλεις χιονιού ουρλιάζουν το φεγγάρι αστράφτει παγωμένο. Φώς πράσινο από ψυγείο τον επανέφερε στο σαλόνι που προσομοίαζε ιγκλού. Μυρωδιά ρακής θύμισε τη χτεσινή μέθη. Τραμπαλίστηκε ο ουρανός στο βαρυμένο του κεφάλι άστραψε ο πολικός στα μάτια .Θυμήθηκε ότι είχε τρακάρει στο τζάμι της μπαλκονόπορτας .Έμπαζε κρύο Λαπωνίας η βεράντα. Με στόμα ανοιχτό αναλογίστηκε εξυπνάδες που είχε ακούσει χαζομάρες που είχε κάνει .Ξανακοιμήθηκε.

Πόνος : πόντος απόντων αδάκρυτος ,σπάει του κλαρίνου κλειδιά σπάει λαρύγγια
αντάρτης πόνος αλάνης Βουνό ζωσμένο κατάστηθα μολύβι βράδυ πρωί σφάζουν αστραπές δέρνουν καταιγίδες.Θύελλα χρόνου αιώνες στις ρυτίδες έγνοιες και των βουνών εικόνα ταξιδεύει γενιές δεσμεύει όνειρα σαν ιστορία , σαν θρησκεία .Καλότυχα βουνά! Ακούτε αητών μηνύματα.

Κινέζικο : « ο σοφός είναι σαν το ποτάμι που ταπεινώνει την κοίτη του και το καταδέχονται δεκάδες χείμαρροι». Τολμά το ταπεινό ψηλά να κοιτάξει ίσως το ψηλό το καταδεχτεί.
Κοκοράκι :υπερήφανε κόκορα δες κι εμένα οϊμένα διαρκές .

Από την ψυχή του ποιήματος περισσεύουν κόκαλα πρέπει η γλώσσα να τα τσακίσει. Να δείξει , να βάλει στο στενό μνήμα της ηπειρωτικής ακτογραμμής (βουνών τε θαλασσών) αιώνιο σκελετό. Επικερτομέων!
Όπως στις τόσες κλεισούρες οι αρχαίοι Κερκυραίοι βρήκαν έχτισαν στην Τορώνη (σημερινή χερσόνησο Λυγιάς) Περαία. Όπου Στένεμα Μπενούκας βγάλε νόημα από σπάσιμο των νερών σε γκρεμό (σμίγει τα μπούτια της στενεύει ο κόσμος).
Τί να πώ, διαβάζω νοιώθω της ανάσας το ρυθμό νοιώθω του χνότου το βυθό νοιώθω τον καημό.
Αλλά επιμένω πως θέλει ψήσιμο. Δεν έκαψε καλά ο φούρνος .Το αηδόνι καλά τα κελαηδεί , όμως για νάχουμε καλό ρώτημα «Σπάω παγάκια χρόνου αγαπητέ που εγκλείουν αρχαίο φώς μέσα τους στερεοτύπως! Κόβω και δένω το λόγο μου με το τσαπράζι»

Παράθυρο ολούθε ανοιχτό στον ουρανό , το μόνο υπαρκτό φόντο άλλωστε των υψικορύφων

Ο ποιητής οφείλει να αποσυρθεί για να μπορέσουν οι φωνές της απουσίας – ο αόρατος θίασος- να μελωδήσουν . Να αναδυθεί το αδιόρατο. Εκείνο που όντως δεν έχει όμως του δίνεις ξέφωτο να ανατείλει.
Βλέπω το ρυθμό της δημοτικής Kάτι άλλο δίνει ρίγος στην «εποχή».
Αφομοίωση εποχής θα τόλεγα. Ήλιος από αλογότριχες . Να!

Πρίν κλείσει πόρτα το ποίημα και μαγκώσει τα δάχτυλα , ολοέτοιμο για την αστραπή τών εγκάτων Δώσε ουρανό φτερό γλάρου καυτό σύννεφο να ανυψωθώ με τα βουνά πέρα από το χιόνι σάβανο Με καίει θρήνος κυπαρισσιών πιο μαύρος από τη σκιά τους που με λογχίζει.
Σκορπώ κυπαρισσόμηλα στο κρεβάτι σου Προζερπίνα-
κυπαρίσσια με κιτρινοπράσινα άμφια στο άλσος σου ιερουργούν σε σούρουπο καταματωμένο μαχαιρωμένο φώς .

Να συγκρατούμε ότι μαθαίνουμε. Δεν έχουμε την πολυτέλεια εκείνου του καιρού που δεν είχαν γεννηθεί οι μούσες .Συνωστισμός μουσών -να παραλείψω τη δημοτική μούσα; Να της ζητήσω να μου ανοίξει τα χείλη της; – στο κοχύλι του αυτιού ψιθυρίζει και μας κουφαίνει ,πού νού εμείς Σμήνος κοριτσιών περνά τον Ισμηνό -μάτια στη ρεματιά.
Τρυφερή γλώσσα όταν εμπιστευόμαστε την επίσκεψη των καθαρών πραγμάτων Η καρδερίνα θα το πει κρυμμένη στο ρέμα νερό της βρύσης της Παλιόχωρας από κουτσουπόφυλλο στην πέτρα: σκοπός άψευστος, ρυθμός εγκλητικός (βουνό Ερημίτης , Στύγα).
Πώς τη λαχανιαστή ανάσα να την πάρει ηχώ κι αντίλαλος ξελαιμιασμένος;
Συνέχεια του νοήματος από καμπάνες που σημαίνουν το χρόνο, χρόνο να αξαίνουν οι ψυχές – θρόνος του χρόνου (στο σπίτι της ιστορίας δε χωρά, η προσωδία του περισσεύει) : μελίζω ψελλίζω μάρμαρα ποτίζω.
Τόνος γραμμή κάθε στίχος απόδειξη του απείρου. Κάνε το διασκελισμό της φωνής σε ανακοπή ανάσα λιχομά-
νιασμα.
Δεν έκατσε η φλόγα στα βιβλία; Σηκώστε τη στάχτη τους να μας φλογίσουν: δεν είναι για τύφλωμα είναι για ξετύφλωμα, είναι ημερολόγια γής -Αρχείο της- και σαν τέτοια μπορούν -άν το μπορούμε- να μας μερώνουν να μας ταξιδεύουν από το μέλλον στην αρχή μας: εισαγωγείς νοήματος και σημασίας.
«Με τους μεγάλους δεν τελειώνουμε ποτέ». Διαβάζεις αδειάζεις ,και δεν πτοείσαι για μιας αυγής τα γιασεμιά ή για ένα ακόμα ηλιοβασίλεμα. Μην κάνεις τσιγκουνιές. «Τα πολλά βιβλία είναι φτώχεια». Αλλά κάνε κι αλλιώς. Θα αλληθωρίζεις μια ζωή για το βιβλίο που δε γράφτηκε ποτέ. Ξέρετε τίποτε καλλίτερο;
(Όλα έχουν ευρεθεί, αλλά γιά τα μεν δεν έχουν εμπεδωθεί ,για τα δε η επιστημοσύνη μας πάσχει σε χρήση τους)
Λένε πως κάποια βιβλία κλαίνε .Λένε πως η χειρότερη λογοτεχνία είναι εκείνη που γράφεται με κλάματα. Dont cry for us , Αφήστε τα κλάματα στα νήπια που είναι κοντά στις πηγές των δακρύων με φόντο τις πηγές του Κωκυτού-ποτάμι που κλαίει- Άμπουλας : πηγές των μύθων ή Γυναίκες μην κλαίτε .Μην κλαίτε για μένα, πενθήστε φορώντας μαύρα εσώρουχα
Μια αφρικάνα μας κοιτά μέσα από το δίκαννο της, μαύρα μπούτια:
Οι ματιές σου Αφρικάνες
Σημαδεύεις με δυό κάνες

Ποιό το θέμα; Αδιαπραγμάτευτη επιθυμία νόημα να υψώνεται αλάθευτα από στρογγυλό στόμα εκφραστικό. Να εννοεί, πρώτα απ όλα τον εαυτό του Νούς που σταθεροποιεί το ρευστό της σκέψης. Νούς που ρευστοποιεί το αγκυλωμένο της σκέψης. Ζωή της σκέψης, ζωντάνεμα της λέξης ,ζωντανή ρίζα που κινείται στον πιό σκοτεινό βυθό της γλώσσας ,τρυφερή γλώσσα να κινεί τη φράση, αντλώντας χυμούς για της ζωής το φύλλωμα που μας σκιάζει σωτήρια στου ήλιου την καταιγίδα.
Ρήματα, γλώσσας ρινίσματα.
Άκρον άωτον, φωλιά με αετόπουλα σε γκρεμό που νύχια δεν πιάνουν ,γιατί για το άτι του ουρανού το ανοίκειο είναι συνήθεια ,συνταξιδιώτης του κεραυνού θεμελιώνει σπίτι σε ακτές με ουρανό νικά η φτερούγα του κάθε χάσμα ταΐζει τους νεοσσούς αστραπές .
Αέτιο πέταγμα κορυφή την κορυφή πνευματικά Ιμαλάια Πτήσεις γύρω από τον Αφαλό της Γης.
Προσπαθώ να φυλαχτώ από τον κεραυνό με το χέρι μου. Χέρι καρφωμένο από την πένα τυλιγμένο τη γάζα του πόνου ταξιδεύει στο λευκό σεντόνι τα ίχνη του αχνοφέγγουν στο χάραμα

Όραση Πίνδαρου στα απώτατα της Παρνασσίδος
Όραση Σαπφώς στα ακρότατα του Λευκάτα

Οι αετοί έχουν γάμο
Ένας αετός με δέσμη κεραυνών στα νύχια ταξιδεύει το χορό του Ζαλόγγου
Ταξιδεύει την Κασσιόπη προς τον αστερισμό της
Δεν μπορώ το χρυσό γέλιο σου Φαέθων
Χρυσά μαλλιά οι ακτίνες σου μας καίνε σε απόλυτο σκοτάδι μεσημεριού.
Γκρεμοί σε διάταση
Κρώξιμο ικτίνου σκίζει το φαράγγι
Ο γερακάρης ξύνει την κούτρα του
Λύθηκαν οι κύκλοι
Αγριοπερίστερο φωνή Διώνης Γιτάνη από πολύ γειτόνεμα

Μπήκε στο ιγκλού του μαγκωμένος Η πόρτα του ποιήματος ήταν βαριά πλάκα τραχιά κι ασήκωτη
Προσπάθησε για μια τελευταία ανάσα Δοκίμασε τα νύχια στην παγωμένη πλάκα
Ο πάγος έκαιγε Χιονίστηκε όλο το τοπίο του χρόνου Αιωνιότης λευκού. ΑΠΩΝ.

ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ με διαλυτικό νου:
Η μέρα υφαίνεται με τα χρυσά μαλλιά του ήλιου ,η νύχτα η ασέληνη με γλιστερό μαύρο μετάξι φόδρα της σκοτεινιάς εσώρουχο της νύχτας. Η απειρωσύνη της χρονικότητας αναβλύζει μέσα από τού αιώνιου τη δεξαμενή.
Δομή του ποιήματος από λέξη από συναρμολόγηση και επανασύσταση να φαίνονται οι αρμοί το αλάτι , κύβοι αλατιού διαλύονται σε γέλιο στην καταλυτική θεμελιακή διάθλαση της ειρωνείας.

Όρια του πριν και του μετά: νύν φράγματα της Ιστορίας του χρόνου δόμηση ορόσημα του έτους Πράξεις με ήλιο χάση φέξη
Υφαίνεται η μέρα με χρυσάφι ήλιου μαλλιά

Advertisements