ΠΡΟΣΧΩΣΕΙΣ

φωτ β

Μπαίνω σε τούτο το γραφτό όπως σε ξωτικό ξωκλήσι, που μνημείο ταπεινού άγιου είναι, έξοδος θανάτου. Μικρογλυπτική σε φίλντισι, λεπτούργημα σταγόνας που με τη σμίλη της αόρατη έχτισε στο θαύμα. Όσο θαυμασμό τον υπερακοντίζει το δέος των εικόνων και των μεταφορών που φωλιάζουν στις γραμμές ακριβοδίκαιες δόσεις νοήματος που αφήνουν στην ανάγνωση το δικαίωμα έκτασης, το ποίημα δρα με μοχλούς προς τη σημασία, εκλύει ενέργεια στο μετά της ανάγνωσης, αναστοιχειώνεται κινώντας τη φαντασία ξυπνώντας νου. Μεταγγίζοντας.

Αυγό σε άσπρη πλάκα: Σ’ αυτή την εικόνα περιέχεται όλη η ιστορία της παλαιάς και σήμερα ημιέρημης κοινότητας.

Η μάνα η παλιά έλεγε: Τα βάζω δίπλα δίπλα αυτά τα γλαστράκια, για να ζηλέψουν, να λαιμαργήσουν και ν’ ανθίσουν κι αυτά. Ξέρεις τα λουλούδια ζηλεύονται κι ανταγωνιζόμενα ανθίζουν πιο πλούσια. Κρατώ στον κόρφο μικρή συλλογή από άνθια γκρεμών, μπας και με πάρει καμιά φωτογραφία το φλας της μνήμης που εκτοξεύει.

Και εδώ κρύβει δηλ. Και στον τίτλο. Είναι σα να λέει, θα σας πω απ’ όσα είδα όσα κρατάει απόμακρη φωτογραφία, τη συγκίνηση του εγκαύματος θα την κρύψω βαθιά κάτω από γάζες. Θα κρύψω και ομορφιά και αλήθεια, θα τυλίξω πυκνά το κουβάρι συντέμνοντας για την ένταση.

Εκεί που εγώ κοίταζα σα χαμένος το χιλιόμματο κοπάδι ο Β. έκανε μεταμόσχευση τα μάτια τους και είδε. Με τη μνήμη του ορυκτού. Άστραψαν τα σμαράγδια στο λευκό του κάμπο.

Σα χάπι. Τυλιγμένο την όστια για να ενεργήσει το πικρό, ιαματικά κι αγνώστως. Ο κρυφός του ρυθμός, η κρυφή αρμονία φέγγει από μέσα από το βάθος. Ω, και να βρέχει λέει στο ΜεγαΠαράσκευο της μνήμης να ξεδιψάνε οι πέρα σκιές της όχθης που δε βλέπουμε απ’ όπου πετονιές κι αγκίστρια αόρατα, αγκιστρώνουν το λαρύγγι.

«Πίνεις χιονόνερο και σου τρυπά το κόκαλο»

Κρύβει τον πυρετό

«Η παγωνιά φέρνει μιαν άρρωστη, μια στυφή δίψα «(σελ. 29).

Μας ανασύρει με φράσεις προς το νόημα. Έκλυση ενέργειας.Τσουλπί στην Τείρια: δίχτυ άπειρο κι αόρατο μας πιάνει άσφαλτα της μοίρας. Γυρνώ το φίλμ ανάστροφα της μνήμης την ταινία. Δώσε μου μνήμη εκείνα τα χέρια που αποξεχασμένα στήνουν κονταρίτσες και ψαχουλεύουν για κοτσύφι. Να δω τη σπασμένη χρυσή σαΐτα στη ράχη του λίγκα που τρέχει να κρυφτεί κι ο πόνος του σε απόμερη κρυψώνα.Έλα παγίδα λόγε, εικόνων παγετέ, αποχιόνισε το τοπίο Αποχιονιστή κατάρας.Αισθηματική ανάλυση όπως λιώνει το παγάκι σε ρακοπότηρο κρυστάλλινο: παγίδες φωτός.

Έγκαυμα είναι εδώ η μνήμη στους μέσα θόλους του Ασκληπιείου η Σίβυλλα μυρώνει στόματα: Το πορτραίτο μας, φορητοί πια, ξεριζωμένα βουνά, θερισμός όντων: ξεσπείρισμα χωριών. Αρχή διατήρησης του φωτός, δημοτικά σφαγεία θέρμη χιονιού, σάβανα θανάτου: μακελειό της ύπαρξης δε βλέπεις τα χαράγματα. Λευκός γρανίτης.

Ξεπαρθένεμα στις δημόσιες πέρα κινούνται καλαμιές και βούρλα λίμνης που σε αδειάζει ως τα γόνατα “μαχαιρώνουν το φαντάρο” αργκό στα σπίτια της “Νανάς”. Πονάνε τα κόκαλα φόρο που κατέβαλλε η εφηβεία, πρόγευμα στη χλόη επαρχιώτικο: θανάσιμη αισθηματική αγωγή.

Μικρό κόσμημα απέριττο λιτό στολίδι για όμορφους λαιμούς. Λόγο ρούχο κάθε μέρα και πιο νέο. Σιωπή ακουστή. Που χάσαμε νερό η έρημος κέρδισε σε άνωση ανωτέρου βαθμού της Νεκρής θάλασσας όπου το αβγό δε βυθίζεται.

Στροφές ελεύθερες όσο τα βουνά όσο οι χαράδρες, το ρυτιδιασμένο τοπίο δεν προδίνεται σε απόμακρη ψηλάφηση: φαίνονται τα χρόνια των βουνών;

Που και που κι απότομος γκρεμός που αναδείχνει το ύψος όπως εδώ (Μια πρ. Αισθ.) το χέρι ευγενικό προτείνει για τον πίσω κόσμο. Παγίδες χρόνου: Ποιός περνά τη βελόνα στις ραφές του κρανίου;

“Μάτια πόσα μάτια με κύκλωσαν;”

Η δωδεκάχρονη νεάνιδα της άνοιξης, παπαρούνα βυθών, φευγαλέα οπτασία του εποχούμενου Πήγασου, άσφαλτα ίχνη γκάζ εποχής: έχει κι η εποχή μια άνοιξη που αντέχει ένα βλεφάρισμα αμυδρά ακτινοβολεί τον αμφιβληστροειδή εσθήτα κεντητή αγροτέρα και αβροτέρα.Ο σύγχρονος κυνηγός στη φόρα του νταλικέρη, επιβήτορα της ασφάλτου, σφαλίζει τα μάτια, πως να δει; Τράβα καλέ μου άλυσσο – Ολυμπιόνικος της ερημιάς.

Κατάκαμπο γεφυράκι: εδώ, από δω για την Αχερουσία Παρότι ο Κωκκυτός το πρόδωσε επιμένει που είναι αρχαία πόρτα του νερού, αρραβώνας στο στυγερό νερό του στο κρύο δάχτυλο του θεοπόταμου.

Οι τάφοι του νερού -υγρός τάφος- πνιγμένος και αίνιγμα- Μια σκαλωσιά ν’ ανέβεις προς το ποίημα τέτοια που της αρμόζει. Ύστερα την αποσύρεις και εκείνο σε ξανακοιτά με πιο ξανθό βλέμμα. Σκάβω να βρω την αμαρτία, σε ποια βαθιά μεσάνυχτα υπάρχω; Να πάψουν οι κοπές των κοπαδιών. Αντίστροφο σάλπισμα Είναι η Κρίση Ποιμενικός καημός που η πόλη τρώει τα κοπάδια, Ποιμένα ανακάλεσε τα ποίμνια στην τάξη τους.

Το ζωντάνεμα της πέτρας. Αφωνία πόλης, υποψιασμένη βαθύτατα: Ποιος θα μας ξαναδώσει το όνομά μας Κύριε! Αφού τα πράγματα, τα όντα χάνονται ο Κύριος υπαγορεύει ανακάλεση, πέρασμα των ζωντανών από τη φύση τους την παναρχαία στην παραγωγική μονάδα. Ξέρουμε τώρα δά με ποιά υγιή αποτελέσματα αβάφτιστα. ΜΕΡΕΣ ΨΕΚΑΔΕΣ: Ειδοποίησε τα κύριε τα πετούμενα τα καημένα τον κόσμο της πληροφορικής. Η επανάστασή τους ξεκίνησε με το φιλμ του Χίτσκοκ: Τα πουλιά. Σε δηλητηριασμένο τόπο άνοιξη καιρό βρέχει δηλητηριασμένα. Η φύση μας ξαναχωνεύει. Το άγριο ξανακερδίζει την περιοχή του. Εκεί που χίλια χέρια έμπασαν τον άνθρωπο από τις πόρτες του χάους στη Γη, η γη ξαναστρογγυλεύει, το χυμένο αίμα χυμώνει τα άγρια, φυτά και όντα.

Η μεγάλη μεταφορά ανοίγει το χώρο στο χρόνο της μικρής κάνει το πλαίσιο για να αναχωρέσει ο κόσμος των μυστικών πραγμάτων στο άλλο τού κόσμου ένα καλλίτερο διάβασμά του. Μια αποκάλυψη νοήματος. Να πηδήξει έξω από το κουτί του όπως το γλυκό κουταλιού από το ράφι. Όσο  νερό κρατά το δίχτυ… Κοιτά πίσω από τη μάσκα του θεού, εκεί που κρύβει η γη πρόσωπο. Με τα ασυνήθη μάτια τυφλών εκεί στήνομαι στη Σχολή τυφλών για να δω: Όμηρος. Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων – τυφλών. Τότε που είχαμε όλοι την τύφλα μας. Έκανε τη διαδρομή και των βυθών και για λογαριασμό μας άντλησε απ’ το νερό μια στυφή δίψα. Με άκρα σύνεση περισυλλέγοντας ώστε έγκλειστη ενέργεια να εκλυθεί.

Και στην ανατομία διαπρέπει με περίσκεψη ώστε χειρουργεί στο κενό όπου δεν πιάνει χέρι “Με τη μέθοδο αυτή” τις νεογέννητες ορέξεις της επιστήμης τις κάνει γλυκό ύπνο, βάζει υποδόρια χυμό με σύριγγα ή κρυφό φυτίλι στον κανθό για να τραβά λάδι από λαδιά μάτια. Βρίσκει ρωγμή βράχου ν’ αποθέσει αβγό το έντομο, ποτίζει βαθιά με υποβλητικό τόνο φωνής αιφνίδιες εικόνες πλούσιες μεταφορές. Το σίγουρο χέρι που στράγγιξε στυφό νερό στήνοντας πλάκες ηθών ως παγίδες :πουλιών, ήχων, φωτός, νερού, μνήμης, θανάτων, φωτιάς.

Όταν περπατάμε τις σελίδες του ποιήματος το ποίημα ανασταίνεται μέσα μας, το όνειρο παύει να είναι απλά όνειρο γίνεται όραμα μοίρα.
___________________________________________
Πορτραίτο από φωτογραφία βουνού

Φωτογραφία τραβηγμένη σε απόσταση
Καθώς φωτογραφίζουν μακρυνό βουνό
όπου δεν διακρίνεται άν τρέχουν νερά
Άν κοπάδια κι αγρίμια το βόσκουν.
Μόνο οι διαστάσεις χρωματισμένες
αχνογάλανες.

Κάτι σαν θολωτό κρεββάτι που νοσηλεύει εγκαύματα

*

Οστά μνήμης

Θυμούμαι τη γριά στο σπίτι της Νανάς.Δεν μας έβλεπε.
Έβλεπε μόνον που έβρεχε στη λίμνη.
Πίσω απ’ την πόρτα μαχαιρώναν το φαντάρο.Εκείνη
κάπνιζε.
Σαν βασανισμένη νυχτερίδα που έτυχε να δω και στο
τέλος της βάλανε τσιγάρο.Το τραβούσε με βαθειές ρου-
φηξιές ώσπου να γεμίσει το αερόστατο.Πάνω απ’ τα
χέρια να υψωθεί.

*

Αστός χάροντας

Έριξε το πυκνό δίχτυ των δρόμων
στα ιχθυοτροφεία των πόλεων
Τ’ άλογό του άλλαξε με χιλιάρα
δεν υπάρχει πιά λόγος να μένει στα διάσελλα

Στις σκοτεινές γωνιές του Κ.Α.Τ. τριγυρίζει
φουμέρνοντας άφιλτρο
νοήματα αλλάζοντας με τους νοσοκόμους
Κλεφτά παίρνει κάποιον ύπνο
ακοομπώντας σε μπόγους λερωμένων σεντονιών

Πού οι καιροί
όταν έριχνε στα καπούλια ωριοπλόκαμες νέες
Οι μάνες που σέρνονταν ως το έβγα του χωριού
εισπνέοντας τον κουρνιαχτό του καλπασμού

Τώρα με τις χημειοθεραπείες και τα τέτοια
χάνουν οι νέοι τις περούκες
στον ίλιγγο της ταχύτητας
Κι άλλοι νέοι
μεταφέρουν στις παλάμες τους το πρόσωπο
-όλο μιά χούφτα συντριμμένο κάτοπτρο-

*

Αρχαία ηχογράφηση

Ξύπνησε και βρήκε τη φτέρνα του κέρινη.ίδιο το μέτω-
πό του.Ρίγισε σαν φυλλοβόλο που ανεβάζει κίτρινο στα
φύλλα.Επί πλέον παρατήρησε τις χαρακιές στο μέτω-
πό του.Φάνταζε κέρινη μήτρα δίσκου που δέχεται την
πρώτη εγγραφή.Ανέτρεξε στην περασμένη νύχτα ό-
που ψυχανεμίζονταν μουσική παρά ήχος διαρκής.Τέτοιον
ήχο συρριστικό που μόνον παράγουν οι παλιές ηχογρα-
φήσεις.

Αυτές οι ανεκτίμητες ηχογραφήσεις .Οι μόνες που επα-
γίδευσαν τον ήχο του χρόνου.Και τον ακούμε σήμερα ν’
αναπαράγεται,περίπου σαν να καίγονται ελαιόριζες.Ή
σαν χτένι σε αγοραστά μαλλιά.Ή τριβή χαλικιού των
εκβολών όπου το ρεύμα ωθεί στο πέλαγος και το κύμα
το απωθεί.

Μέσα σ’ αυτόν τον ήχο ο θάνατος είναι εύκολα αναγνω-
ρίσιμος.
Είναι κάτι σαν νυχιά απάνω στις γραμμώσεις όπου η
βελόνη σκοντάφτει,παλλινδρομεί.Και ατελείωτα επα-
ναλαμβάνεται…

*
Τοξωτά γεφύρια του Πίνδου
και τ’ Ασπροπόταμου

1
Το νερό από χιόνι δεν είναι τρυφερό
Ώς το κόκκαλο σπαράζει τη γη
Σπυρί χώμα δεν απομένει να θολώσει
Ετούτα τα στοιχειά δένονται
με πέτρινους αρραβώνες

2
Ποιός εννοεί άν το γεφύρι απόμεινε
σώμα αγκυλωμένο
δίπλα σε μοντέρνες γεφυροσκευές;

3
Στα Κρεμαστά νικήθηκε ο Αχελώος
Του νεκρού τα δάχτυλα πάγωσαν
τυλιγμένα στ’ ακούρδιστα τόξα του

*
Συνέβη πρόσφατα

Είναι σπάνιο να συναντήσεις σε περίπατο νεκρό πουλί.
Συνέβη στην Ήπειρο πρόσφατα.Ένα ελάχιστο πουλί
πεσμένο με τη ράχη στο μονοπάτι.Οι φτερούγες σφιγμέ-
νες επάνω του,συμμαζεμένα τα ποδαράκια στο στήθος
όπως θα εύρισκε η αυγή άνθρωπον που αποκοιμήθηκε
στο χιόνι.Έτσι με παγωμένη την προσπάθεια των χε-
ριών να συμμαζεύουν του σακκακιού τα πέττα.
Ακέραιο και μπαγιάτικο σώμα.Οι αγριόγατες δεν το
έθιξαν.

Από μόνα τους τα ασήμαντα πλάσματα τοποθετούνται
στην ανάραχη στάση.Θυμούμαι τα ψάρια όπου τη στι-
γμή της έκρηξης μόνη φροντίδα έχουν να στρέψουν και
να δείξουν το λευκό.Άς έρθει κατόπιν ο θάνατος.Να
βοσκήσει όπως το ορνίθι σε χιονισμένο κήπο.

Την επόμενη άνοιξη εβάδισα τα ίδια μέρη.Δεν συνάντη-
σα ίχνη από το μικρό λείψανο παρά τρείς κλώνους σίκα-
λης που ανέμιζαν.
Υποπτεύθηκα ότι αυτοί οι σπόροι είχαν το φυτοφάρ-
μακο.

*

Θάνατος σπιτιού στην Ήπειρο

Άλλα σπίτια είναι καράβια
τραβηγμένα στη στεριά
Τούτο το σπίτι είναι κιβωτός.
Απ’ την καταπακτή τ’ ουρανού
ένας ένας οι πρόγονοι πήδηξαν στη γης
Ώς το στήθος βύθισαν στο χώμα
Υστερνά φύγαν τα πουλιά
ανυψώνοντας τις ξόβεργες και τα κλουβιά τους

Τα είδη της νυχτερίδας και της κουκουβάγιας
δεν εννοούν να φύγουν
Κάποιες νύχτες ακούγεται ποδοβολητό
Ξαναμμένες ανάσες,ανεμίζουν κερωμένα σεντόνια
Βουλιάζουν τα πατώματα

Στο Ζαγόρι άνεμος ορνιθόφτερος
στροβιλίζει την κρύα στάχτη
ασθμαίνουν τα σπίτια
πλανταγμένα γκρεμίζουν τα στέρνα τους

Παράξενα όντα τα σπίτια
κανείς δεν γνωρίζει που κρύβουν την καρδιά
ούτε άλλο ακαριαίο σημείο σφαγής

Το σπίτι στην Ήπειρο
πεθαίνει βασανισμένο
ωσάν μοσχάρι από χασάπη ατζαμή.
Όπου ποτίσει το αίμα φυτρώνουν αγριοσυκιές.

*

Αναμνήσεις από τη Σχολή Τυφλών

Ως τυφλός επισκεπτόμουν τη Σχολή με εύλογη συμπά-
θεια.χαιρόμουν τα παιδιά καθώς έπαιζαν τη μπάλα με
το κουδουνάκι.Οι μεγαλύτεροι παίζαμε με σημαδεμένη
τράπουλα κι όταν έστρεφαν προς το μέρος μου έκρυβα
τα φύλλα.

Ό,τι με πλήγωνε σε κείνες τις συναναστροφές ήταν η
σχεδόν αξεπέραστη ενοχή μου να τους παρατηρώ στα
μάτια. Με κατείχε η αίσθηση ότι έχουν αποχτημένη
ικανότητα να βλέπουν από την πληγή.Κι εγώ απέναντι
απ’ την πληγή να έχω μόνον αισθητική περιέργεια.Κι
αυτό να το βλέπουν! Ύποπτα και φευγαλέα αποκόμισα
τις παρακάτω εντυπώσεις. Λ. χ. τα μάια του Κώστα
ελλειπτικά και νεφελωμένα.θυμάμαι τον Χρήστο που
έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε.όταν έφτανε σε κο-
ρώνες ύψωνε το ανοιχτό του μάτι.Τότε ευχετήριο νόμι-
σμα ασήμιζε στο βυθό ,ελαφρώς οξειδωμένο.άλλα μά-
τια λες ήταν ένθετα από πολύτιμες πέτρες.με τις κρυ-
σταλλώσεις,τα σχέδια και τα νερά,τυλιγμένα απ’ τις
φλογώσεις των μικρών φλεβών όσα είχαν προριστεί να
γίνουν μενεξεδιά και κατόπιν πλάστηκαν από ροζ quartz
κι από αμέθυστο.Κι όσα προορίζονταν να πρασινίσουν
και κατόπιν σμιλεύτηκαν σε αμαζωνίτη.μα τα περισσό-
τερα,θυμούμαι,ήταν από ήλεκτρο.Έβλέπα φανερά το
αρχαίο φως απολιθωμένο στο πέτρωμα.τα βλέφαρα
του Γεράσιμου που διαρκώς ανοιγόκλειναν.Τα έχω ε-
μπρός μου σαν εκείνα τα πουλιά που αισθάνονται άν-
θρωπο πλησίον και ξυπνούν με τα ράμφη πηγμένα στο
χώμα.Μάτια,πόσα μάτια με κυκλώσαν.Συλλογή οστρά-
κων που δείχνουν νεκρά.Όμως στο σκοτάδι αναδεύο-
νατι.μετακινούνται χιλιοστά.Ανοίγουν ανεπαίσθητα
και βόσκουν. Οπωσδήποτε έχουν τραύμα.Γιά να το
απομονώσουν εκκρίνουν μάργαρο και μεταπλάθουν
τον βολβό σε λευκό μαργαριτάρι.

Περίπου αυτά απέμειναν απ’ τη Σχολή την εποχή που
έπασχα από βαρειά πρεσβυωπία:Να μη βλέπω τα βου-
νά.

*

Μιά εκδοχή γιά την κρίση

Κύριε των Δυνάμεων.συλλογίζομαι με ποιούς ήχους θα
ξυπνήσεις τον ύπνο της πέτρας.Μήτε σάλπιγγες αρ-
κούν.Μήτε έκρηξη πυρηνική.μήτε της μέλισσας ο βόμ-
βος.Μήτε του βρέφους ο πλαταγισμός σ’ άψυχο στή-
θος.Η πέτρα στρογγυλεύεται και κλείνει.
Οχυρώνεται με πέτρα.Φράζει της ακοής τους δρόμους.

Θα προτιμήσεις το φθινόπωρο υποθέτω.Το χώμα γί-
νεται αφράτο από βροχές.Από δύσοσμους βολβούς δια-
μορφώνονται κυκλάμινα.Οργώνει ο ζευγάς το μέτωπό
του.Τότε ο θάνατος γίνεται φιλικός.Σχεδόν κατοικίδιο
που συνοδεύει στους περίπατους.Ο ήλιος δεν βασι-
λεύει αλλά φιάλη αίματος γίνεται και στάζει σε ρηχές
αρτηρίες.

Υποθέτω με μουσική τη Συντέλεια.καθώς εγείρονται
αποδημητικά από ηλεκτρικές κιθάρες ,μεγεθύνονται με
ενισχυτές οι παλμοί των χορδών.και θα κρίνεις τη μνή-
μη των όντων.Άν το χαλίκι της οικοδομής θυμάται την
ακροποταμιά.άν διατηρεί υγρασία απ’ τη νεροσυρμή
που το εστρογγύλεψε.
Ευγνωμονούμε.Όχι γιά τη ζωή μα γιά τον θάνατο που
μας δίνεις.
Έτσι αντικρύζουμε τα πράγματα με την τρυφερή έντα-
ση του αποχωρισμού.
ευχαριστούμε γι’ αυτό το βαθύ πηγάδι.που πριν μας
καταπιεί,μας καθρεφτίζει.

*
Τα πλάσματα του βυθού θα με εγκαταλείψουν.Οδεύ-
οντας στο αμετάκλητο ραντεβού του Ωκεανού από διό-
δους απίθανες κάμπων και βουνών.
Οι απογονοί των θα με αναζητήσουν όπως το χέλι επι-
στρέφει το δρόμο των γεννητόρων διαβαίνοντας,ει δυ-
νατόν,από το ίδιο αγκάθι και την ίδια πέτρα.

Ώρες της Δύσης η φύση γεωγραφείται στην αμετάβλη-
τη μορφή.Τότε το χέλι ανοίγει μάτια.Παραβάλλει το
αρχαίο φιλμ στο τοπίο και με ακρίβεια διευθύνεται στό
σκοτάδι.

Επειδή ο θάνατος συμβαίνει έξω απ’ τη φανερή του
ώρα.Συνήθως πριν.Αλλά και μετά.Υπάρχουν αρχαίοι
νεκροί που δεν επιτρέπουν ακόμη να θρηνήσεις.Τρι-
γυρνούν με το αγκίστρι στα σαγόνια και τη σπασμένη
πετονιά.

Ποιμένα!Συγχώρεσε τα οικόσιτα.Ενώ στη χούφτα σου
τα θρέφεις αδιάκριτα δαγκώνουν τα δάχτυλα.Κι εκείνα
πάλι υπακούουν στο μαύλισμά Σου.Έστω κι άν έχουν
διαφύγει με το μαχαίρι στο λαιμό.

Από την παλάμη της ευλογίας Σου κάθε σούρουπο άς
σκορπίζεται η σκόνη από τσιμέντο.Διαμιάς επισκευ-
άζονται κάστρα.Αποκαθίστανται αυλές.Επανέρ-
χεται η πρώτη μορφή.έτσι τα πλάσματα του βυθού θα
βρίσκουν το δρόμο του γυρισμού.

_______________________________________

ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Γρανίτσα Ιωαννίνων. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης.
Από το 1977 είναι δικηγόρος στην Αθήνα. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1985 με την ποιητική συλλογή Από φωτογραφία βουνού,
η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του περιοδικού ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ. Το 1987 κυκλοφόρησε η ποιητική σύνθεση
Σχόλια σε ποίηση από τις εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ. Από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ κυκλοφόρησαν το 1990 τα αφηγήματα
Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων, το 1992 το μυθιστόρημα Το ασημόχορτο ανθίζει, το 1995 η ποιητική σύνθεση Μήδεια,
μια αιρετική εκδοχή του γνωστού μύθου, και το 1999 το μυθιστόρημα Ο θίασος των Αθηναίων, το οποίο μεταφράστηκε στα ιταλικά.
_____________

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ Στο:» από φωτογραφία βουνού»

Ο Βασ.Γκουρογιάννης(Γρανίτσα ιωαννίνων,1951)εμφανίζεται στον ποιητικό λόγο με αρετές ενός ώριμου ,ψύχραιμου
κι ευρηματικού δημιουργού.Ώριμου,γιατί η θεματογραφία του μας μεταφέρει σε κρίσιμες περιοχές της ψυχικής γεωγραφίας
.Ψύχραιμου γιατί παρ’ όλη την βιωματική σχέση με τα αντικείμενα , η στάση και το κλίμα του ποιητικού του προσώπου
προκύπτει μόνο από την μετρημένη χρήση των μέσων του και την μελετημένη απόσταση από το’Μεγεθος» και τη σημασία των θεμάτων του.
Ο ήρεμος αφηγηματικός λόγος ,λιτός,ευρηματικά τολμηρός δρά με σπάνια εμβέλεια χάρις το πλήθος των κοιτασματικών αποθεμάτων του.

________________________________________________________________________________

Advertisements

Το μακάριο κενό

Όταν έκαιγα ψηφιδωτό καημό
όταν στερέωνα φώτα
των ανεπίδεκτων γυμνάσματα/ οι κορυφές ενώνουν
όσα βαθιά τους διχάζονται
γίνονται ένα πυραμίδας απώτατα έγκατα.
Φέρω τη νύχτα μέσα μου κοιμίζω άστρα
τα νανουρίζω σε ουράνιας νύχτας δίχτυ
ψάρια φωτεινά σκίζουν το κύμα.
Όλο αυτό τρόπο άλλο να συσταθεί δεν έχει
πλέκεται λαβύρινθος μέσα σε λαβύρινθο
του αλλιώς νάματα εφελκύουν αδιάλειπτα
ξανά το απόξενο να συχνάσει.
Γιά μένα το φίδι ξοδεύονται τόσοι ουρανοί
καρρέ όνειρα στου καμπύλου τα διάχωρα;

ANASES

1.
Η εποχή μας από μιαν απόσταση. Το μοιραίο των μοιραίων. Στάχτη στους πέντε ανέμους της Μεσογείου. Η diva σχεδιάζει τη σχεδία της. Χάνει το άσμα, χάνει τις αγάπες , χάνεται: Έχω τόση πίκρα αβάσταχτη, δε βρίσκω πάτημα.
Εκείνο που η τραγική επίγνωση δομεί ως κατάρα των θεών, είναι κατάρα ψυχής, μια κατάρα που στις μέρες μας έχει ξεφύγει πάνω από τα κεφάλια μας
Και έχει ισχύ παντοκρατορίας. Ποιοι θεοί μάχονται στον κόσμο μας;
Η κορυφή, το ύψωμα 2010, δεν είναι κανενός και δεν έχει Ατλαντα και Ηράκλειες Στήλες για τον σύγχρονο ούτις, κάνε τη χάρτα του ουρανού κι ύστερα τσαλάκωσέ το το χαρτί να έχει τις ρυτίδες σου.
΄Η όταν τα χτυπήσουμε λοξή φάλαγγα τη Νέα Τροία, γιατί από τον καιρό του Ομήρου ξέρουνε οι ποιητές πώς εκπορθείται μια Τροία με Δούρειο άλογο
(ΝΙΚΕΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ: ΦΛΟΓΕΡΑ από ΚΟΚΑΛΟ. Βάλε τους αθανασία. Χρόνο αθάνατο – Να αθανατίζεις)
Υπάρχει αυτό που λέμε ελευθερώνω το φρόνημα σε μια δημοκρατία της γλώσσας όπου ο ρυθμός ανοίγει την αγκαλιά του ρυθμίζοντας το μέτρο, ανατάσσεται το βήμα του λόγου λεπταίνει η ανάσα πίνεις βροχή, ανάβει ο ουρανός τα ρακοπότηρα φλόγα η φλογέρα ηχεί
Κι οι σημειώσεις νοτίζουν το σκοπό ανατονίζονται τα λόγια μας: μεράκι.
Κι έχεις το δικαίωμα όλο, να επιμένεις λοξά κοιτώντας την καμάρα κι ας αναφλεγεί το μαδέρι της αισιοδοξης ροπής του κόσμου. Και κέρδος δέδεται αρετή κι αλήθεια. Στα άπαρτα κάστρα μέχρι τα κάστρα.
«Μυριάδες Παναγιές
των ακτών μας με νόημα»

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

Εναντιοδρομία σωμάτων και κεραυνών ματιών.
Σ έφεξαν δυο μάτια
Γλίστρησαν αντίθετα τα σώματα
Ο κόσμος τελειώνει κάθε μέρα και κάθε μέρα αρχίζει,
όλες οι προφητείες έχουν συμβεί ξανά και ξανά
Το νου γυμνάζω
Τεφρός ήλιος καρφωμένος ο μισός στην τέφρα της Λίπας
Πάρε το πλευρό μου που σου ανήκει να πλαστείς Εύα στο ευοί, ευάν σου.
Κι άσε μου την καρδιά σου.
Κουτσός και τυφλός θα πας στον Κολωνό
Καμπή των αιώνων.
Παιχνίδια της καρδιάς Gioconda.
Γιατί ο Θεός να μη σε πλάσει από την καρδιά μου παιχνιδιάρα;
Θα κάνω το ρυθμό να ρυθμίζει την καρδιά σου άστατη κι ανάστατη.
«Πώς να τη δούμε την αρχαιότητα; Στο φως του σήμερα.
Πώς να δούμε το Σήμερα; Με φως από την αρχαιότητα.
Πώς να δούμε την Ανασύνθεση;
Στο φως του φωτεινού κύκλου, ΚΥΚΛΩΝΕΣ ΦΩΤΟΣ
Αδέλφια της λάσπης και της σκόνης: Αλληλεγγύη των όντων
Το κέρμα των λέξεων χτυπά τα αυλάκια των αυτιών
Το φως της φωνής, δεμάτια άχερα να «ηχούν» χρυσά.. χρυσο φλουρί
ροδοπέταλο πέφτει στο χώμα, αθόρυβο, από τη στάχτη μας φεγγίζει αυτό το χάδι του ροδοπέταλλου, συγκινεί τα κάρβουνα της στάχτης.
«Γυρίζω το βάσανο της δουλειάς, α της λήθης, σε βασανιστή λίθο και δοκιμαστή ποτών, ρυθμών, ερώτων αρωμάτων και φυλακή και φύλακα.
Ασημένιο στεφάνι ο καρπός της πληρωμής σχιστόπετρα στο μάτι του ήλιου φεγγάρι θα σε κάνει.
Παράβαλε τη συνομιλία του ποιητή με το νέο άρα παλαιό του εαυτό.
Γιατί για την απόλυτη ύπαρξη το μέλλον είναι μνήμη: Αγγελος στραμμένος πίσω.
«Μ ένα οξύτερο μάτι να κεντήσει τα βέλη τα φαρμακερά στ’ αφτιά της:
Σαν δυο έρημα βουνά αντικρυστά στους καναπέδες Κι ανάμεσά τους περνά χρόνος
Δεν έχουν νου για ταίριασμα Τους συχνοαερίζει το γκελ της μικρής οθόνης
Εκαψαν τα σεντόνια τους.
Ο αποκρυφισμός ήταν το πρόσχημα, πάει στο πιο βαθύ φόντο, για να ανελκύσει τα υδατωμένα βότσαλα στον αέρα και το φως μέσα σε μια συμμετρία σμιλεμένη από πυκνό χρόνο.
Συμβάλλει ωκεανούς εμπειρίας και μυστικών αποκαλύψεων δένοντας κόμπους τις ορυκτές σαφηνίσεις των ερεβενών σε μια διαφάνεια ενωτική πρωτόχαρη πρωτόφαντη κι ένα έρωτα έντασης. Σάρκινο κοχύλι, πίνει στων ουρανών τα χείλη.
Αισθητοποιεί αδρά τα ψήγματα χρυσού κι ο ακμαίος κρύσταλλος λαμπυρίζει κατευθύνσεις νοήματος.
Συντέμνει, συγκόπτει και η αναπνοή του έρωτα ξεχύνεται από απότομες σχισμές ώστε ριγεί το σύμπαν.
Θερμές αγκαλιές νοήματος ζεσταίνονται όταν τις απλώνει ανασύροντας απ’ τις σελήνιες νυχτες στο μάτι του ήλιου καρτερικά κι εκεί ξαναλάμπουν σημασίες.
Η πρωτογενής μεταφορά της επιθυμίας γλυστρά το ψάρι απ’ το δίχτυ.
Αρκετός Δάντης. Είναι στη φύση του ποιητή να χάνει την Ευρυδίκη (Βεατρίκη BICE)
Και να την ξαναβρίσκει με το άσμα: Του Ορφέα το κεφάλι κομμένο το παρασύρουν του Κωκυττού τα νερά κι αυτό άδει, καλεί την Ευρυδίκη μέχρι μέσα στον Αδη.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

Καρπωμένο αίσθημα, φεγγίτες εγκάτων, μυστική ψυχή, χέρι γερό αυλακιάζει το κατάλευκο των σελίδων, μηνύει στον καιρό και πλέκει.
Η τόλμη του είναι καλοζύγιστη, η αισθητική του γέρνει το ρεύμα του πνεύματος στο αληθινό, στο πράγμα κι η ποίησή του είναι η πράξη η ποιητή. Τεχνουργεί.
Βαλσαμώνει το τραγούδι στο Κεχριμπάρι.
Ανάβει το ρετσίνι της καρδιάς κι ο κόσμος φλέγεται στο κόκκινο, στο αιματωμένο της ύπαρξης, το κοκκινοπορφυρο.
Είναι αλήθεια αιματώδης, λεπτός ο φεγγίτης απότομο το φως.

Νικήτας-Βενσέν Βανγκόγκ, πηγαινοέρχεται με κόκκινο αυτί πάνω στου Γαλαξία τον καμβά για να ακούσει την ουράνια αρμονία των χρωμάτων από το « ζωνάρι του Θεού». Κόκκινο το αυτί της Ανοιξης – πρέπει να πάρω άλλη στράτα. νάρθει το αγρίμι κι όλα στα ερέβη να τα ρίξει Όλα ένα χάος κι ένας τάραχος, τον κόσμο τον καλό να χύσει. Όλα το κέρατο της απώλειας να τα οργώσει ως την άβυσσο.
έχει δρόμο εδώ και λυτρωμό του έρωτα η μαγγανεία;
η πίκρα τούτη η αβυσσαλέα τι να λέει:
Κάψου ψεύτη ντουνιά μαζί μ’ εμένα; Αρμαγεδώνας; Στα χάη του ερέβους.
(Το εγγυς ανοίκειο. Ισως οφείλω να καταγίνω αρκετά για να διαγνώσω σε τι έγκειται τούτη η μυστικότατη συγγένεια. Ποιος άνεμος έριξε ακριβώς στην ώρα της τούτη τη συνάντηση. Η υποδοχή προυποθέτει την ανάλογη προπαρασκευή.
Εύχομαι στο εξής να μου συμβαίνουν τέτοιες κρούσεις.
Χωρίς να χάνω τα λογικά μου, όπως τις προάλλες σαν αιφνίδια μου πέρασε από το μυαλό πως εκείνα τα κορίτσια, που μούσες ναι ήταν, αλλά για μια στιγμή τις ταύτισα με τις ελικώνιες και μου φυγε το μυαλό.
Λες και πάντα και μ’ όποιες περιστάσεις οι μούσες δεν είναι και Πιέριες και Ελικώνιες.
Κράτα καημένη ψυχή στο μυστικό σου ψι και χι)
Πυρέσσουσα νύχτα. Φλόγα ανάβει τα φυσοκάλαμα στις μελικοκιές.
Δροσουλίτες με ανεμισμένες χαίτες ξεχύνονται από το τέμπλο του βουνού ανάραχα κι από κατάβαθα Κερέντσας άσπρα άτια συμβολών: Ταράζεται το φτωχό χωριό.
Είναι προπαντός εδώ μια ταύτιση εικόνων.
Εδώ να σταθώ. Σ’ αυτή την εικόνα. Κι εδώ να πω πως όλες οι άβυσσοι είναι των ποιητών τριγύρισμα στη νύχτα κι όλα τα χρυσάφια κι οι ουρανοί, τα ρόδα, οι ανεμώνες
Προβάλλουνε από ψυχών ορυκτούς κρυψώνες.
Αρχέγονη μοίρα εικόνων της γλώσσας που μας προφέρει ανθρώπεια αρχή, κυκλώπεια τείχη και πύλη λεόντων
Ισχύς και φύλαξη των θολωτών μεγάρων, ταφή των αιώνων.
Ποιος έθαψε το χρόνο εδώ βαθιά και στα πυκνά τα στήθια γιατί με άχ, με στεναγμούς δένει ο χρόνος κόμπο λυγμούς.
Ο έρωτας της απέναντι όχθης. Σημειώνω: στο ίδιο ανάχωμα. Γεωγραφία σωμάτων. Κόσμος. Ανθρωπος.
Πάντα και πάντα προς τις ουρανομήκεις όχθες: Ριβιέρες. Οχτος από θάνατο αιώνων. Η άλογη σκιά μας το αδιαπέραστο από τον ήλιο πυκνό ζωικό σώμα για να μας ξαναβάζει στο δρόμο.
Υπνος – Γη – Ελπίδα – Νερό – Ονειρο – Αέρας
Μέχρι να ακούσει της Νεράιδας την καρδιά στη Σκορπονέρα
σφαγιάζονται οι Κορυδαλλοί της μοίρας κατά την του χρόνου τάξη.
Από μια διαφορά Αισθητικού αντικρίσματος (άπλαστου)
Και ποιητικού αναβλέμματος (ποιημένου)

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

Φωνή του κότσυφα είσαι που θρηνεί
σε στεγνό κρυσταλλιασμένο θάμνο
την ορφανεμένη φωλιά στο σούρουπο
που νύχτα πιο κρύα θα έρθει
έγνοια που η πείνα το κρύο η μοναξιά
κι ο θρήνος είναι πιο πυκνός, πιο οξύς, πιο φλογερός
πιο παραπονεμένος
Ω παρηγορήτρα κραυγή, που σε συνταιριάζει τόνος οξύτερος
Σπαρακτικός στον πιο άγριο πόνο
Βαθύς ο πόνος πιο βαθύ έρχεται το τραγούδι
Ω κραυγή πόνου, ώ νότα πικρή, ώ σάλεμα
Ώ σφαίρα του πόνου που έδεσες έτσι κρυφά την αρμονία
Το πιο γλυκό τραγούδισμα να πλέκει το φαρμάκι.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

-Φύλαξε την καρδιά σου μη σου την κάψουν
-Τώρα είναι αργά πιά.

Να ξανακάνουμε το γέρο ήλιο νέο
Να τον γυαλίσουμε που είναι σταχτής και κρύος
Πόδι να θέσουμε γερό και χέρι ρωμαλέο
Κι έτσι να γίνει ο κόσμος μας ως άλλοτε ανδρείος

Κουράστηκε η καρδιά μου να χτυπάει κι όχι ίσως
χωρίς απαντοχή να την ακούσεις
σου έστελνα μηνύματα με το φεγγάρι
μα ένα βράδυ δεν τα έπαιρνε, είχες την πλάτη σου γυρίσει.

Μυστήρια των νυχτιών σαν ο έρωτας γυρνά πλευρό
κι ευθύς ο κόσμος απομαγνητίζεται.
Τότε τα πουλιά δεν κάθονται στα σύρματα
η μουσική παύει.
Ένα άφωνο ακίνητο τα ονόματα τον κόσμο ξεθωριάζουν
Ανίκητο μαύρο ρίχνει
πάχνη στα βλέφαρα και σκοτεινιάζει.
Το κουρνιστήρι σταματά. Οι καθρέφτες χωρίς είδωλα.
Αγκαλιάζεις το άδειο είναι η θλίψη.
(Εκανε τα στενοδρόμια λεωφόρους.
Αλλά σαν πήρε το βλέμμα της πίσω
οι λεωφόροι ξαναγίνανε αδιάβατα αγριοδρόμια)
Που να βρεις Τροία για άλωση και πυρανάλωμα;
Από την Ελένη της Τροίας στην πάσα Ελένη
δεν πιάνω πάσα.
Γυναίκα Εσύ! ποθητή καμπύλη \ Εικόνα μου ωραία πύλη
θυσιαστήριο των παθών μου.

Πιάνουν τα σύννεφα φωτιά απ’ τους κρατήρες των βυζιών της
Κοιμάται με τα ηφαίστεια αγκαλιά πάνω στους καταρράχτες των μαλλιών της.
Κάτσε κοίτα του κόρφου της τα κίτρα.

Παλιές δόξες βυζαντινής φλόγας πυρωμένων μυστών
διάπυρες καρδιές, καμμένες , ξύλο του Γαλαξία, από το γάλα της Ηρας.

Αρραβωνιάστηκε τον άνεμο Φτωχός γάμος που ένα κοψίδι ήταν Θεός.
Ξοδεύεται ο Αχέροντας;

Όλα τα σημάδια στο τέμπλο του βουνού
Σε θερμοκρασία θανάτου.
Τα σηκώνει η αγάπη.
Στο μαύρο φτερό: λάμπει ουρανός.
φιλομήλες στις χελιδρονιές

Δεν αναπνέει η αγάπη μου.

Χειμώνας χιονισμένος με κηλίδες νυφιάτικου αίματος
και μαύρο φτερό του κόρακα την πάει στα ουράνια.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;
(Η ΑΛΛΗ ΚΟΚΚΙΝΗ)

΄Εκσταση
Πέρασα πίσω από τη βροχή σου
Με τα ψιχαλιστά ματάκια σου
Στην επιφάνεια του κόσμου
Οδηγός είναι τα λακκάκια σου
Βροχή το γέλιο
από τα ζαχαρένια δόντια σου
και φως μου
Ισως να σε ονειρεύτηκα
με υπνώτισε η υδρορροή σου.

μαγείο νου, εκμαγείο καιρού και κεραυνού

Αυτό το κλάμπ ήταν και θα είναι πάντα για λίγους.
Από μια ιδιοτροπία της μοίρας του νεωτερισμού:
Διάλυση της κοινότητας και κατ’ επέκταση της κοινής μουσικής γλώσσας.
Είναι κι εδώ ένα επί μέρους από την παλαιά διαφορά.
Η τέχνη δεν ήταν πάντα αριστοκρατική κι ακόμα δεν είναι όλη η τέχνη, η φιλοσοφία και η θεολογία ήταν πάντα, μαζί με την επιστήμη.
Η θρησκεία της αγάπης τα ξαναένωσε όλα.
Στην εποχή μας ανεστράφησαν. Εποχές και «εποχές».
Τώρα οι κοινότητες γίνονται πλανητικές με αναγνώριση της διαφοράς και του πνεύματος
Διαφορά τις: Εντάσεις, διαφοροποιήσεις, εξατομικεύσεις.

Ο κόσμος ένα βάρος της φράσης
Α φωτόνια της νύχτας
κέδρος λαμπάδα φορτωμένος χιόνι
χρυσή φωτιά.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

πλακόστρωτη η αυλή της.
στο αλώνι της
λιχνίζουμε μέρα νύχτα.