ANASES

1.
Η εποχή μας από μιαν απόσταση. Το μοιραίο των μοιραίων. Στάχτη στους πέντε ανέμους της Μεσογείου. Η diva σχεδιάζει τη σχεδία της. Χάνει το άσμα, χάνει τις αγάπες , χάνεται: Έχω τόση πίκρα αβάσταχτη, δε βρίσκω πάτημα.
Εκείνο που η τραγική επίγνωση δομεί ως κατάρα των θεών, είναι κατάρα ψυχής, μια κατάρα που στις μέρες μας έχει ξεφύγει πάνω από τα κεφάλια μας
Και έχει ισχύ παντοκρατορίας. Ποιοι θεοί μάχονται στον κόσμο μας;
Η κορυφή, το ύψωμα 2010, δεν είναι κανενός και δεν έχει Ατλαντα και Ηράκλειες Στήλες για τον σύγχρονο ούτις, κάνε τη χάρτα του ουρανού κι ύστερα τσαλάκωσέ το το χαρτί να έχει τις ρυτίδες σου.
΄Η όταν τα χτυπήσουμε λοξή φάλαγγα τη Νέα Τροία, γιατί από τον καιρό του Ομήρου ξέρουνε οι ποιητές πώς εκπορθείται μια Τροία με Δούρειο άλογο
(ΝΙΚΕΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ: ΦΛΟΓΕΡΑ από ΚΟΚΑΛΟ. Βάλε τους αθανασία. Χρόνο αθάνατο – Να αθανατίζεις)
Υπάρχει αυτό που λέμε ελευθερώνω το φρόνημα σε μια δημοκρατία της γλώσσας όπου ο ρυθμός ανοίγει την αγκαλιά του ρυθμίζοντας το μέτρο, ανατάσσεται το βήμα του λόγου λεπταίνει η ανάσα πίνεις βροχή, ανάβει ο ουρανός τα ρακοπότηρα φλόγα η φλογέρα ηχεί
Κι οι σημειώσεις νοτίζουν το σκοπό ανατονίζονται τα λόγια μας: μεράκι.
Κι έχεις το δικαίωμα όλο, να επιμένεις λοξά κοιτώντας την καμάρα κι ας αναφλεγεί το μαδέρι της αισιοδοξης ροπής του κόσμου. Και κέρδος δέδεται αρετή κι αλήθεια. Στα άπαρτα κάστρα μέχρι τα κάστρα.
«Μυριάδες Παναγιές
των ακτών μας με νόημα»

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

Εναντιοδρομία σωμάτων και κεραυνών ματιών.
Σ έφεξαν δυο μάτια
Γλίστρησαν αντίθετα τα σώματα
Ο κόσμος τελειώνει κάθε μέρα και κάθε μέρα αρχίζει,
όλες οι προφητείες έχουν συμβεί ξανά και ξανά
Το νου γυμνάζω
Τεφρός ήλιος καρφωμένος ο μισός στην τέφρα της Λίπας
Πάρε το πλευρό μου που σου ανήκει να πλαστείς Εύα στο ευοί, ευάν σου.
Κι άσε μου την καρδιά σου.
Κουτσός και τυφλός θα πας στον Κολωνό
Καμπή των αιώνων.
Παιχνίδια της καρδιάς Gioconda.
Γιατί ο Θεός να μη σε πλάσει από την καρδιά μου παιχνιδιάρα;
Θα κάνω το ρυθμό να ρυθμίζει την καρδιά σου άστατη κι ανάστατη.
«Πώς να τη δούμε την αρχαιότητα; Στο φως του σήμερα.
Πώς να δούμε το Σήμερα; Με φως από την αρχαιότητα.
Πώς να δούμε την Ανασύνθεση;
Στο φως του φωτεινού κύκλου, ΚΥΚΛΩΝΕΣ ΦΩΤΟΣ
Αδέλφια της λάσπης και της σκόνης: Αλληλεγγύη των όντων
Το κέρμα των λέξεων χτυπά τα αυλάκια των αυτιών
Το φως της φωνής, δεμάτια άχερα να «ηχούν» χρυσά.. χρυσο φλουρί
ροδοπέταλο πέφτει στο χώμα, αθόρυβο, από τη στάχτη μας φεγγίζει αυτό το χάδι του ροδοπέταλλου, συγκινεί τα κάρβουνα της στάχτης.
«Γυρίζω το βάσανο της δουλειάς, α της λήθης, σε βασανιστή λίθο και δοκιμαστή ποτών, ρυθμών, ερώτων αρωμάτων και φυλακή και φύλακα.
Ασημένιο στεφάνι ο καρπός της πληρωμής σχιστόπετρα στο μάτι του ήλιου φεγγάρι θα σε κάνει.
Παράβαλε τη συνομιλία του ποιητή με το νέο άρα παλαιό του εαυτό.
Γιατί για την απόλυτη ύπαρξη το μέλλον είναι μνήμη: Αγγελος στραμμένος πίσω.
«Μ ένα οξύτερο μάτι να κεντήσει τα βέλη τα φαρμακερά στ’ αφτιά της:
Σαν δυο έρημα βουνά αντικρυστά στους καναπέδες Κι ανάμεσά τους περνά χρόνος
Δεν έχουν νου για ταίριασμα Τους συχνοαερίζει το γκελ της μικρής οθόνης
Εκαψαν τα σεντόνια τους.
Ο αποκρυφισμός ήταν το πρόσχημα, πάει στο πιο βαθύ φόντο, για να ανελκύσει τα υδατωμένα βότσαλα στον αέρα και το φως μέσα σε μια συμμετρία σμιλεμένη από πυκνό χρόνο.
Συμβάλλει ωκεανούς εμπειρίας και μυστικών αποκαλύψεων δένοντας κόμπους τις ορυκτές σαφηνίσεις των ερεβενών σε μια διαφάνεια ενωτική πρωτόχαρη πρωτόφαντη κι ένα έρωτα έντασης. Σάρκινο κοχύλι, πίνει στων ουρανών τα χείλη.
Αισθητοποιεί αδρά τα ψήγματα χρυσού κι ο ακμαίος κρύσταλλος λαμπυρίζει κατευθύνσεις νοήματος.
Συντέμνει, συγκόπτει και η αναπνοή του έρωτα ξεχύνεται από απότομες σχισμές ώστε ριγεί το σύμπαν.
Θερμές αγκαλιές νοήματος ζεσταίνονται όταν τις απλώνει ανασύροντας απ’ τις σελήνιες νυχτες στο μάτι του ήλιου καρτερικά κι εκεί ξαναλάμπουν σημασίες.
Η πρωτογενής μεταφορά της επιθυμίας γλυστρά το ψάρι απ’ το δίχτυ.
Αρκετός Δάντης. Είναι στη φύση του ποιητή να χάνει την Ευρυδίκη (Βεατρίκη BICE)
Και να την ξαναβρίσκει με το άσμα: Του Ορφέα το κεφάλι κομμένο το παρασύρουν του Κωκυττού τα νερά κι αυτό άδει, καλεί την Ευρυδίκη μέχρι μέσα στον Αδη.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

Καρπωμένο αίσθημα, φεγγίτες εγκάτων, μυστική ψυχή, χέρι γερό αυλακιάζει το κατάλευκο των σελίδων, μηνύει στον καιρό και πλέκει.
Η τόλμη του είναι καλοζύγιστη, η αισθητική του γέρνει το ρεύμα του πνεύματος στο αληθινό, στο πράγμα κι η ποίησή του είναι η πράξη η ποιητή. Τεχνουργεί.
Βαλσαμώνει το τραγούδι στο Κεχριμπάρι.
Ανάβει το ρετσίνι της καρδιάς κι ο κόσμος φλέγεται στο κόκκινο, στο αιματωμένο της ύπαρξης, το κοκκινοπορφυρο.
Είναι αλήθεια αιματώδης, λεπτός ο φεγγίτης απότομο το φως.

Νικήτας-Βενσέν Βανγκόγκ, πηγαινοέρχεται με κόκκινο αυτί πάνω στου Γαλαξία τον καμβά για να ακούσει την ουράνια αρμονία των χρωμάτων από το « ζωνάρι του Θεού». Κόκκινο το αυτί της Ανοιξης – πρέπει να πάρω άλλη στράτα. νάρθει το αγρίμι κι όλα στα ερέβη να τα ρίξει Όλα ένα χάος κι ένας τάραχος, τον κόσμο τον καλό να χύσει. Όλα το κέρατο της απώλειας να τα οργώσει ως την άβυσσο.
έχει δρόμο εδώ και λυτρωμό του έρωτα η μαγγανεία;
η πίκρα τούτη η αβυσσαλέα τι να λέει:
Κάψου ψεύτη ντουνιά μαζί μ’ εμένα; Αρμαγεδώνας; Στα χάη του ερέβους.
(Το εγγυς ανοίκειο. Ισως οφείλω να καταγίνω αρκετά για να διαγνώσω σε τι έγκειται τούτη η μυστικότατη συγγένεια. Ποιος άνεμος έριξε ακριβώς στην ώρα της τούτη τη συνάντηση. Η υποδοχή προυποθέτει την ανάλογη προπαρασκευή.
Εύχομαι στο εξής να μου συμβαίνουν τέτοιες κρούσεις.
Χωρίς να χάνω τα λογικά μου, όπως τις προάλλες σαν αιφνίδια μου πέρασε από το μυαλό πως εκείνα τα κορίτσια, που μούσες ναι ήταν, αλλά για μια στιγμή τις ταύτισα με τις ελικώνιες και μου φυγε το μυαλό.
Λες και πάντα και μ’ όποιες περιστάσεις οι μούσες δεν είναι και Πιέριες και Ελικώνιες.
Κράτα καημένη ψυχή στο μυστικό σου ψι και χι)
Πυρέσσουσα νύχτα. Φλόγα ανάβει τα φυσοκάλαμα στις μελικοκιές.
Δροσουλίτες με ανεμισμένες χαίτες ξεχύνονται από το τέμπλο του βουνού ανάραχα κι από κατάβαθα Κερέντσας άσπρα άτια συμβολών: Ταράζεται το φτωχό χωριό.
Είναι προπαντός εδώ μια ταύτιση εικόνων.
Εδώ να σταθώ. Σ’ αυτή την εικόνα. Κι εδώ να πω πως όλες οι άβυσσοι είναι των ποιητών τριγύρισμα στη νύχτα κι όλα τα χρυσάφια κι οι ουρανοί, τα ρόδα, οι ανεμώνες
Προβάλλουνε από ψυχών ορυκτούς κρυψώνες.
Αρχέγονη μοίρα εικόνων της γλώσσας που μας προφέρει ανθρώπεια αρχή, κυκλώπεια τείχη και πύλη λεόντων
Ισχύς και φύλαξη των θολωτών μεγάρων, ταφή των αιώνων.
Ποιος έθαψε το χρόνο εδώ βαθιά και στα πυκνά τα στήθια γιατί με άχ, με στεναγμούς δένει ο χρόνος κόμπο λυγμούς.
Ο έρωτας της απέναντι όχθης. Σημειώνω: στο ίδιο ανάχωμα. Γεωγραφία σωμάτων. Κόσμος. Ανθρωπος.
Πάντα και πάντα προς τις ουρανομήκεις όχθες: Ριβιέρες. Οχτος από θάνατο αιώνων. Η άλογη σκιά μας το αδιαπέραστο από τον ήλιο πυκνό ζωικό σώμα για να μας ξαναβάζει στο δρόμο.
Υπνος – Γη – Ελπίδα – Νερό – Ονειρο – Αέρας
Μέχρι να ακούσει της Νεράιδας την καρδιά στη Σκορπονέρα
σφαγιάζονται οι Κορυδαλλοί της μοίρας κατά την του χρόνου τάξη.
Από μια διαφορά Αισθητικού αντικρίσματος (άπλαστου)
Και ποιητικού αναβλέμματος (ποιημένου)

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

Φωνή του κότσυφα είσαι που θρηνεί
σε στεγνό κρυσταλλιασμένο θάμνο
την ορφανεμένη φωλιά στο σούρουπο
που νύχτα πιο κρύα θα έρθει
έγνοια που η πείνα το κρύο η μοναξιά
κι ο θρήνος είναι πιο πυκνός, πιο οξύς, πιο φλογερός
πιο παραπονεμένος
Ω παρηγορήτρα κραυγή, που σε συνταιριάζει τόνος οξύτερος
Σπαρακτικός στον πιο άγριο πόνο
Βαθύς ο πόνος πιο βαθύ έρχεται το τραγούδι
Ω κραυγή πόνου, ώ νότα πικρή, ώ σάλεμα
Ώ σφαίρα του πόνου που έδεσες έτσι κρυφά την αρμονία
Το πιο γλυκό τραγούδισμα να πλέκει το φαρμάκι.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

-Φύλαξε την καρδιά σου μη σου την κάψουν
-Τώρα είναι αργά πιά.

Να ξανακάνουμε το γέρο ήλιο νέο
Να τον γυαλίσουμε που είναι σταχτής και κρύος
Πόδι να θέσουμε γερό και χέρι ρωμαλέο
Κι έτσι να γίνει ο κόσμος μας ως άλλοτε ανδρείος

Κουράστηκε η καρδιά μου να χτυπάει κι όχι ίσως
χωρίς απαντοχή να την ακούσεις
σου έστελνα μηνύματα με το φεγγάρι
μα ένα βράδυ δεν τα έπαιρνε, είχες την πλάτη σου γυρίσει.

Μυστήρια των νυχτιών σαν ο έρωτας γυρνά πλευρό
κι ευθύς ο κόσμος απομαγνητίζεται.
Τότε τα πουλιά δεν κάθονται στα σύρματα
η μουσική παύει.
Ένα άφωνο ακίνητο τα ονόματα τον κόσμο ξεθωριάζουν
Ανίκητο μαύρο ρίχνει
πάχνη στα βλέφαρα και σκοτεινιάζει.
Το κουρνιστήρι σταματά. Οι καθρέφτες χωρίς είδωλα.
Αγκαλιάζεις το άδειο είναι η θλίψη.
(Εκανε τα στενοδρόμια λεωφόρους.
Αλλά σαν πήρε το βλέμμα της πίσω
οι λεωφόροι ξαναγίνανε αδιάβατα αγριοδρόμια)
Που να βρεις Τροία για άλωση και πυρανάλωμα;
Από την Ελένη της Τροίας στην πάσα Ελένη
δεν πιάνω πάσα.
Γυναίκα Εσύ! ποθητή καμπύλη \ Εικόνα μου ωραία πύλη
θυσιαστήριο των παθών μου.

Πιάνουν τα σύννεφα φωτιά απ’ τους κρατήρες των βυζιών της
Κοιμάται με τα ηφαίστεια αγκαλιά πάνω στους καταρράχτες των μαλλιών της.
Κάτσε κοίτα του κόρφου της τα κίτρα.

Παλιές δόξες βυζαντινής φλόγας πυρωμένων μυστών
διάπυρες καρδιές, καμμένες , ξύλο του Γαλαξία, από το γάλα της Ηρας.

Αρραβωνιάστηκε τον άνεμο Φτωχός γάμος που ένα κοψίδι ήταν Θεός.
Ξοδεύεται ο Αχέροντας;

Όλα τα σημάδια στο τέμπλο του βουνού
Σε θερμοκρασία θανάτου.
Τα σηκώνει η αγάπη.
Στο μαύρο φτερό: λάμπει ουρανός.
φιλομήλες στις χελιδρονιές

Δεν αναπνέει η αγάπη μου.

Χειμώνας χιονισμένος με κηλίδες νυφιάτικου αίματος
και μαύρο φτερό του κόρακα την πάει στα ουράνια.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;
(Η ΑΛΛΗ ΚΟΚΚΙΝΗ)

΄Εκσταση
Πέρασα πίσω από τη βροχή σου
Με τα ψιχαλιστά ματάκια σου
Στην επιφάνεια του κόσμου
Οδηγός είναι τα λακκάκια σου
Βροχή το γέλιο
από τα ζαχαρένια δόντια σου
και φως μου
Ισως να σε ονειρεύτηκα
με υπνώτισε η υδρορροή σου.

μαγείο νου, εκμαγείο καιρού και κεραυνού

Αυτό το κλάμπ ήταν και θα είναι πάντα για λίγους.
Από μια ιδιοτροπία της μοίρας του νεωτερισμού:
Διάλυση της κοινότητας και κατ’ επέκταση της κοινής μουσικής γλώσσας.
Είναι κι εδώ ένα επί μέρους από την παλαιά διαφορά.
Η τέχνη δεν ήταν πάντα αριστοκρατική κι ακόμα δεν είναι όλη η τέχνη, η φιλοσοφία και η θεολογία ήταν πάντα, μαζί με την επιστήμη.
Η θρησκεία της αγάπης τα ξαναένωσε όλα.
Στην εποχή μας ανεστράφησαν. Εποχές και «εποχές».
Τώρα οι κοινότητες γίνονται πλανητικές με αναγνώριση της διαφοράς και του πνεύματος
Διαφορά τις: Εντάσεις, διαφοροποιήσεις, εξατομικεύσεις.

Ο κόσμος ένα βάρος της φράσης
Α φωτόνια της νύχτας
κέδρος λαμπάδα φορτωμένος χιόνι
χρυσή φωτιά.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

πλακόστρωτη η αυλή της.
στο αλώνι της
λιχνίζουμε μέρα νύχτα.

Advertisements