Το Όραμά του

Ώ θερμοί επιβάτες γης και σείς των επιφυλάξεων
ποιές σε λαχτάρες συντριβής μας ωθούν αιτίες
ποιός άνεμος σκοτεινός από το ύψος των επάλξεων.
Τι θορυβεί έτσι αθώρητο ποιές συγκυρίες
μας καθελκύουν σε βάραθρα προσαράξεων
καίμε τα κάστρα βράχια απότομα οι φρυκτωρίες
αντίς αιχμή χρυσή , να διολκεί το πλοίο,των συνάξιων.

Κόπηκε η τριχιά τα άλογα ξεχύθηκαν με ορμή,
-στο αλώνι τα δεμάτια σύσπορα αλίχνιστα-
τινάζουν τα πέταλα τους πότε εδώ πότε εκεί.
Οι δρόμοι γίνανε πιά μονοπάτια ασύχναστα
κι εμείς αγροίκοι του παλουκιού,ποδοκρούστες.
Έχουν φανεί μη σκοτίζεσαι οι προκρούστες,
και νά, αραδιάζουν εγλήματα τα χέρια τους αχνιστά.

Εδώ χτυπά ένα σήμαντρο λαύρας μεγάλης
εδώ καλεί τον άνθρωπο,καρδιά που πάσχει,
να σκορπίσει τον καπνό ερέβους και αιθάλης
της ανομίας το θρίαμβο κι ότι σωρεύει να κατάσχει
κι ευθύς το χέρι του να ρίξει στων αλόγων τη χαίτη
στα ίχνη του σοφού, που γέννησε η μαμμή Φαιναρέτη.
Η αναστροφή του κωνείου τη φαρμακεία παράσχει;

Ή χρειαζόμαστε έναν άνεμο πιό βαθιάς ανατολής
το όραμα της αγάπης, ο σταυρός της εντολής
όραμα μιάς βαθύτερης πνοής και μορφώσεως
που θα μας αδράξει πιό θερμά σε μέθεξη μεταμορφώσεως
ώστε να δράσει στην ψυχή του κόσμου χαρακτήρας
ελευθερίας πνευματικής,συνειδήσεων αναφλεκτήρας
δικαιοσύνη ανεπιφύλακτη,οδός της μόνης ανυψώσεως;

Ώ με τίμια δώρα μπορεί να τιμηθεί τούτο το φτενό κλαδί
του ανθρώπου που ριγεί στους βοριάδες στους νοτιάδες
ώ άς το αναζητήσουμε λοιπόν το χρυσό κλειδί
να μας πάνε στους ουρανούς διαστημόπλοια πελιάδες
περιστερές, χρυσού καιρού μεταξένιο να κάνουμε χαλί
τη γη, κι όχι μάταιων ελπίδων βέβαια γλυκάδες
μα να, στη δύσκολη τροπή,τρόπιδα επινομίς καλεί:

Λίγο νόημα στα λόγια μας να στάξουμε
το τραχύ του κόσμου για να βαστάξουμε
κι όχι γιατί το λένε του κόσμου οι εφτά σοφοί
αλλά γιατί το λάδι στο καντήλι της γης πάει να σωθεί
κι ίσως γιατί κάτι αβάσταχτο εκεί μας ωθεί
όταν επίσης κάτι αφόρητο σφόδρα μας απωθεί
και δεν είμαστε μήτε προνομιούχοι μήτε υμνητές του παρόντος

Κάπως αρπαγμένοι ,κάπως συγκινημένοι από το αίνιγμα του όντος.

Βέβαια πάει καιρός που το πνεύμα τυλιγμένο στα ράσα
στέγνωσε,τούτη η κρυψώνα κι άν έχει συλληφθει στα πράσα
της ανομίας να συχνοδιαβαίνει τα μονοπάτια
και να συχνοασπάζεται τα πονηρά της μάτια
επίσης να δεματιάζει να σωδιάζει χρυσό δεμάτια
και αντίς φύλακας της φωτιάς του ιερού
την προτίμηση έδωσε στη δούλεψη του πονηρού.

Ψάχνε το καπάκι που από τις δυό μεριές κλείνει
το δρόμο του κόσμου, του κόσμου ερήμην
κι αν λες πως ο ανιστορητής άνοιξε δρόμο
επέλεξε αφού πρώτα πήρε μεγάλο τρόμο
και μέσα στου νου την επιληψία
έζησε επιδρομές πνεύματος φωτολαμψία.
Γύρισε στου σταυρού το στοίχημα

ύστερα από εικονικών εκτελέσεων ατύχημα.
Δεν είναι ο μόνος που λοξογύρισε
το καπάκι της ζωής πολλούς αναποδογύρισε
“Τράπεζα άνευ λόγων φάτνης ουδέν διαφέρει”(Ο 15/σύλλαβος του Πλάτωνα)
βάλλε με καινούργιο χέρι,σταυρό στο ανάερο μαχαίρι.
Των ανυπόμονων που το υψώνουν και θα κοπούν: δες η λεπίδα λύγισε,
θα επιπλεύσει στο σύμπαν τούτη η σφαίρα ή θα καεί; θα δείξει κάν ρίγησε;

Advertisements