Σκάλισμα

 Σημάδια γραφής στο άπειρο νόημα του διάσκοσμου ταξιδιού μας. Ερμηνεία εμψυχωτική ,ανάσα και παλμός αυτού του κόσμου που τον ζούμε ταυτόχρονα από το κέντρο του και από την περιφέρεια γιατί είναι παντού κέντρο και περιφέρεια πουθενά, γιατί είναι παντού ον ,και γιατί κατοικεί μέσα μας  η γραφή, είναι μια αστρολογική ανταπόκριση. Από τη σκόνη του διαγαλαξιακού απέραντου η γραφή δανείζεται το υλικό της και σπέρνει πάνω στο λευκό αναγράμματα εραλδικής. Οικόσημα στο σπίτι της γλώσσας ,που βόσκει στα λιβάδια του είναι, αντλώντας με ρυθμικό πάτημα πνοή αστρική ,πνοή από το αόρατο και εκφράζοντας τη συνθήκη της αορασίας μας σε πόιηση σε ρυθμό.

Το saecularismus (εκκοσμίκευση) αποδυνάμωσε την ισχύ της φύσης μέσα μας ,μας στέρησε το ρυθμό της ,το μέτρο, την αρμονία ,τα κατέλυσε. Ο ιερός μας δεσμός με τη φύση πέρασε στο χώρο της σιωπής, το αίσθημα ατόνησε αυτής της βίωσης, ο ρυθμικός τόνος, τα σκιρτήματα της ψυχής έχασαν το ζωογόνο βήμα του χορού των σπλάχνων, η κατάρρευση , η κερμάτιση της ενότητάς μας με τη φύση ,κερμάτισε κι εξάρθρωσε την ισορροπία των μελών. Η μελωδία του σώματος έσπασε στο ατσάλι της τεχνολογίας. Δε μελωδεί η ζωή, χάθηκε η πίστη στη μοναδικότητα του κοινού, στο παν ομού, το εν παν.

Είναι μετάβαση .Είναι χάσμα. Χάσκει εαυτός. Όλα συμβαίνουν ακαταλαβίστικα.

Έρχεται ο καιρός. αδιόρατο κύμα ανάβλεψης .αναδύεται ,λάμπει, το βλέπω. Λάμπει μυστήριο καινό. Πάλλει σε μαύρο φως ,με κύματα απλώνεται, εξακτινώνεται.

Βγαίνει από τη μονή του σε πρόοδο, σε επιστροφή. Θα εκπλήξει αλλιώς. Μάρτυρες τούτες οι ψυχές που συνομιλούν κρυφά. Ψυχές που ήπιαν από του πνεύματος το αίμα.

Η φύση αποκρίνεται στις νοσταλγικές φωνές. Από την απόσυρσή της θα βγει πιο νέα, πιο φωτεινή, ξανανιωμένη και απρόσμενα όμορφη. Να, λάμπουν οι ίριδες στο φράχτη. Να, «αλκυόνες τον κήρουλλο το θαλασσοπόρφυρο πουλί στη ράχη τους κουβαλάνε».

Από μια διάθεση να πω ένα έπαινο, έναν ύμνο προς τη ζωή ,εκ βάθους θυμού και από πραπίδων.

Αντοψία: «Όποιος προσηλώνει το βλέμμα του στο μάτι του συνομιλητή του βλέπει στην όψη του ματιού να εμφανίζεται το πρόσωπό του σαν σε καθρέφτη, σ εκείνο μάλιστα το μέρος που καλούμε κόρη, ένα κάποιο είδωλο είναι τούτο εκείνο που κοιτάζει προς αυτόν.. 

   Το μάτι λοιπόν θεάται το μάτι, και προσηλώνεται σ αυτό ακριβώς που είναι το καλύτερο απ αυτό και στο οποίο κοιτάζει, με έναν τέτοιο ακριβώς τρόπο θα μπορέσει να δει τον ίδιο τον εαυτό του.. Αν όμως σε κάποιο άλλο μέρος του ανθρώπου βλέπει ή κάποιο  μέρος των πραγμάτων ,εκτός από εκείνο προς το οποίο τούτο είναι όμοιο, δεν θα δει την όψη του εαυτού του».

Πώς και τι είδα λοιπόν στο μάτι , αυτών των ψυχών που τώρα πέρασαν αντίπερα αλλά κάποτε εμψυχώνανε το βλέμμα τους , ντύνανε το σώμα τους με αϋλότητα και το κραταίωναν στο βήμα της ζωής;

Ποιά ανώτερη επίκληση θα ΄κανε φανέρωση τα λόγια τους και η μνήμη θ άστραφτε σε αιφνίδιες λαμπές φάσεων εκτυφλωτικών με κατείσδυση στις πηγές του κρύσταλλου.

Σκοτεινό δωμάτιο ,σκαλιά  έβενου, μαύρες αναλαμπές από σμιλεμένες φράσεις σε νύχτες αορασίας. Ταξιδιώτες στο όνειρο ,ένας νους σε τροχιές ασύμπτωτες στο παραθύρι της στενής βιωτής.

Νους που δε στέργει τα σωματικά όρια ,κανένα κρανίο δεν τον κλείνει ,ταξιδευτής στο άπειρο ,ταξιδευτής αέρινος, ασυμμάζευτος δεμένος με τα γάγγλια του μυελικού νευρώνα, απόμακρα ακολουθεί, χάρτινος αετός ,κυματιστός, το παλμικό αντηχείο των κρανιακών θόλων.

Μας απατά κάποια κεντρική αίσθηση, κάποιο κέντρο διαβιβάσεων που ελέγχει την πτήση, τα κύματα φάσεων εγρήγορσης σαν άλλη μορφή ζωής. Μπήκε αρρώστια μέσα μας, ασθένεια από ύπαρξη και μας χώρισε από το ανοιχτό της βιολογικής τύχης;

Ποιά δεδομένα βιολογικά συστήσανε τούτο το γεγονός σαν μια αποδέσμευση και μια επιχρύσωση ,μας ελευθέρωσε στο λόγο και τη νόηση και μας έδεσε ανυπόφορα στη σημασία και στο νόημα ,να λύνουμε τα αινίγματα κι αυτά να παραμένουν αινίγματα ακόμα μεγαλύτερα;

Μας έκανε να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας από κει που πάει ο θάνατος προς τα άστρα;

Πώς σηκώθηκε το φοβερό ερώτημα προς το νόημα και έδεσε τη ματιά μας εκεί να ερευνά απαρηγόρητη και αποθαρρυμένη; Γιατί η  φαντασία με τα φάσματά της τα ειδωλικά της παρηγόριας;

Όλα τα γιατί τα καταπίνει ο χρόνος. Το αόρατο μέτρο που εκμετρά τις μέρες μας. Μέρες που χτίζουν πίσω μας τοίχο αδιαπέραστο προς το παρελθόν και που κάθε της μιά μας θυμίζει στο πέρασμά της με τι υλικό χτίζονται οι ψευδαισθήσεις μας. Φως τάχα ζητά η ύπαρξή μας να πιεί κι όταν η δίψα της δε σβήνει και γίνεται διψομανής του φωτός τι θα γίνει μ αυτή τη δίψα;

Ημερολόγιο που μετράει τις μέρες η ψυχή κι αναψυχή δε βρίσκει. Πεσσιμισμός και δεν βλέπει τον τρόπο να ανοιχτεί στη χαρά της ζωής. Απαίσια δόξα και δεν έχει μάτια να δει του κόσμου το όμορφο. Δόξα και του φωτός τη δόξα που τη συνιστά δεν έχει τρόπο να δει που πλέει σε αύρα φωτός.

Εδώ η χαρά της ύπαρξης ,με τόλμη και σωφροσύνη ,και την «αρετή αρχή της μεγάλης αλήθειας».

Το σωματικό νεύρο της ύπαρξης είναι αφ΄ εαυτού του αισιόδοξο.

«Το πρίσμα είναι η πρώτη προσέγγισις προς τον θεόν. Τα γεωμετρικά σχήματα είναι ο σκελετός του κόσμου ,την ζωήν όμως την δίδουν τα χρώματα. Τα επτά χρώματα της ίριδος είναι η ουρανία γεωγραφία της αιωνίας λευκότητας, οι διαμαντένιες ζώνες του θεού.»

Λέει η γνώριμη φωνή:  Η τέχνη θέλει να μας δώσει τα αισθητικά στοιχεία του «είναι» της οντολογικής δομής τη ύπαρξης. Ένα κόσμο ,εκφραστικών αισθητικών στοιχείων ,αποξενωμένον από την καθημερινήν αντικειμενικότητα, «να μας φέρει εις άμεσον επαφήν με τας εις το βάθος της υπάρξεως αποκεκρυμμένας δημιουργικάς δυνάμεις δυνατότητας».

(Ο ουρανός να ριζώσει στη γη του αυτό μόνο ποίηση θα το βρει).

Advertisements