Τοπίο σε αναμονή

 

Βυθίσου στο ποτάμι της ζωής μη σε πτοούν τα φαινόμενα

Και άσε το αδιανόητο να το παρασύρει ο θολός βυθός μακριά.

 

Πράξη σε χρώματα ευάγωγα να ρέει το βλέμμα απαλά. Η κρούση προκύπτει όταν το ενέργημα του βάθους δρα στο συνειδησιακό και εγείρει όλες τις ψυχικές δυνάμεις , τις συγκεντρώνει  σε μια αιχμή ,και αποζητά το μίμημα του παντός. Η εικόνα τότε θέλει να φανερώσει σε μια σύλληψη οργανώνοντας το υλικό της και ξυπνώντας το από το λήθαργο στη φωνή του «είναι» καταργώντας κάθε διαχωρισμό και εγκαθιστώντας στο ειδωλικό της πρόσωπο το νόημα της υπάρξεως. Κι ενώ βγαίνει σαν στεναγμός συναρμόζει τη σιγή και τη συγκίνηση. Πρόκληση κρούσης: κρουστές διαφάνειες χάδι κορμιών.

Πλεονάζον πάθος απόθεμα και εκφραστική συγκίνηση. Σύμπλευση με τη ροή του παντός, σταγόνα που αποζητά την ένωση με τη μήτρα των ωκεανών, αυτό το πετυχαίνει όταν μπορέσει να πει το βίωμα με εκφραστικότερα λόγια, μεταφορά που εικονίζει ,που στοχεύει το κέντρο του βιώματος. Λαβαίνει υπόσταση ταυτόχρονα με την επαναβίωση στη φορά της έκφρασης και παίρνει το χαρακτήρα της κατεύθυνσης του νοήματος. Μάντεψε μούσα κι εγώ θα προφητέψω.

Δεν μπορεί η έκφραση να κινείται στο κενό. Έχει μάλιστα φροντίδα να εισδύσει στην καρδιά του πραγματικού απλώνοντας της ψυχής τα φτερά ,κι όχι με τον τρόπο του άλμπατρος που τα μεγάλα του φτερά το εμποδίζουν να βαδίζει, αλλά με τρόπο που οι αισθήσεις ,παράθυρα προς τον κόσμο, μάτια της αντίληψης, ζουν την κοσμοπλημμύρα είτε προς το αίσιο ,είτε προς την όψη του τρομερού και σαϊτεύοντας λόγια στοχεύει στην καρδιά του παράλογου και το αντιμετωπίζει με ασπίδα και βέλη αυτά τα λόγια, αυτές τις εικόνες. Είναι φαντασία, είναι ειδωλική κατασκευή ,αλλά είναι μια διαδικασία που εξουδετερώνει το βάρος των γήινων πραγμάτων και επιτυγχάνει μια ελαφράδα .Συσκέφτεται μ αυτό το φευγαλέο κοίταγμα , «έξω απ τον κόσμο και ταυτόχρονα στην καρδιά του» έτσι που με μια πνευματική κρούση κρατά στον ενθουσιασμό και την αισιοδοξία από περίσσευμα ελευθερίας.

Είναι γι αυτό που μοιάζει αυτή η περιοχή με άδυτο, με χώρο μανίας και «το επιόν ετοίμως εά» και που «όστις άνευ μανίας μουσών επί ποιητικαίς θύραις αφίκηται.. υπό της των μαινομένων ηφανίσθη..»  «Μαντεύεο, Μοίσα, προφατεύσω δ’ αγώ»

Και επειδή είναι μια κατάδυση είναι και μια ανάδυση.

Αφήνεται σε μια διάχυση με το όλον, εμπειράται την αύρα των πραγμάτων, βιώνει μια μέθεξη των στοιχείων κι από αυτή τη στοιχειακή κρούση ελευθερώνεται χωρίς να υπολογίσει τίποτε στην εκφραστικότητα του καρπού που συνέλεξε σ αυτή τη βύθιση, σ αυτή την άπλωση. Επανακτά το θάρρος να πει την αλήθεια των πραγμάτων που τώρα προβάλλον με άλλο φως. Αναγνωρίζει ,μετά το σβήσιμο του ορατού, σε νέο βάθος πώς προβάλλουν τα σχήματα του κόσμου. Μαζί του αναδύεται κι ο κόσμος που τον είχε αφήσει. Από την ηρεμία των ωκεάνιων βυθών επανακάμπτει στην επιφάνεια της τρικυμίας που τώρα τον κοιτά με το γαλήνιο πρόσωπο του γέλιου.  Και βλέπει τα κύματα της ακοίμητης θάλασσας της ύπαρξης να σβήνουν στην ακρογιαλιά σαν χάδι.

Αναγνωρίζει τώρα ,δηλ. γνωρίζει εκ νέου, τι είναι ο ρυθμός ,τι είναι το μέτρο, τι είναι η αρμονία για την ψυχή και πώς αυτή ενώνεται μέσω αυτών με τη μεγάλη ψυχή του κόσμου.

Βλέπει στο απλωμένο χέρι του ζητιάνου το αποτύπωμα των κερμάτων και από αυτή την εικόνα φουντώνει μέσα του  ελαιώνας  σύμπαν.

Λάμπουν σαν αλωνάκια κάτω στις μαργαρίτες λόγια, οίμοι που μέσα του έθεσε θεός της ποίησης στην αυτοδίδακτη τροπή του. Τέρπονται μάτια ψυχής στη βίωση της αορασίας, τα άθλα ναύλα της ζωής.

Μαγεία του μυστηρίου που ο άνθρωπος το ζει από τις καταβολές του με τελετές μυστήρια ,με του λοξία διδάγματα δελφική πνοή. Δαμάζει τον άλογο εαυτό δίνει στο αίσθημα  μορφή ,διδάσκει νου, ανοίγεται σε κοινωνία εύτακτη.

ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ

 

Η αναδρομή στον εαυτό θα σου δείξει, όταν γδυθείς όλη τη σκουριά του κόσμου ,ότι μέσα στον άνθρωπο φωλιάζει κάτι θεϊκό. Ότι είναι χτισμένος από τη δροσιά των άστρων. Ξημερωμένος στις νύχτες τους. Το καλλίτερο περιβόλι είναι μέσα μας. Μπορούμε να το βρούμε όταν καθαριστούμε από το κεντρί των παθών στη χάρη της ερημιάς μας ( αλαζονεία ερημίας ξύνοικος) παίρνοντας όλο τον κόσμο πάνω μας ,να γίνουμε με έναν τρόπο κατοικία της γης και μιλώντας τη γλώσσα όλων των όντων οργανικών και ανόργανων, νιώθοντας και τον παραμικρό παλμό που κάνει την ύλη να σκιρτά σε συνάρτηση με τον συμπαντικό παλμό και συνήχηση στους χτύπους της καρδιάς.

Σημαδεμένοι με τα σημάδια αυτά σαν από συμπάθεια με φως το αίμα, από τις αύλακες του μυαλού να μαρτυρήσουμε τη μοίρα μας και την απορία μας σε πράξεις νου και φως στα λόγια.  Φιλόκαλοι  της άσπιλης λευκότητας λευκού κυπαρισσιού, ελευθερώνοντας από τον Άδη την Ευρυδίκη με τη λύρα μας μοίρα μας.

Γιατί δεν πρέπει να την κοιτάξεις;

Επειδή άμα την κοιτάξεις χάνεται .Τη χάνεις.

Αυτός είναι ο όρος για το άσμα. Δεν έχεις δικαίωμα να σβήνεις την πραγματικότητα μέσα στο ποίημα. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς την πραγματική ζωή, τα γεγονότα. Το τραγούδι είναι τραγούδι όταν είναι το ίδιο είδωλο της πραγματικότητας κι όχι όταν υπνοβατεί μπροστά στα είδωλα. Όταν καταστρατηγείς τη συνθήκη και θέλεις στο πρόσωπό του να δεις την Ευρυδίκη εκείνη χάνεται και χάνεις και το άσμα.

Το άσμα βγαίνει από το χάσμα όπως το φως πίσω από τα βουνά και φέγγει στους κάμπους. Το άσμα είναι ότι λαχτάρισες δεν είναι όμως ποτέ η ίδια η λαχτάρα. Δε συνάδει ,δεν ποθεί, δε νιώθει κινείται ελεύθερο στη σφαίρα του , πρόσφορο στην κάθε ζήτηση. Πού να πάει; Είναι εκτός χρόνου ,εκτός τόπου κι όμως έχει το χρόνο του και τον τόπο του, χωρίς να πιάνει χώρο. Αγαπά τα ξέφωτα γλυκαίνει πάθη ,αλλά κυρίως μεταμορφώνει. Γράφει φωτεινά τα πρόσωπα και είναι συνήχηση και απόκριση στης καρδιάς το χτύπο, για καλό ,φεύγει το κακό, τα βγάζει από το σκοτάδι και τα στεφανώνει με αιθρία χαρωπή.

 

ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΥΜΝΙΑ

 

Η γύμνια στην τέχνη λειτουργεί σαν εξορκισμός του γητέματος.

Η βίωση της γύμνιας επειδή είναι πρωτογενές αίσθημα και ερεθισμός και μάλιστα όταν προκαλείται από επιθυμητό σώμα εμφανούς ομορφιάς ,ποθητής, σωματικής ,συνεγείρει φυλετική απόκριση και μας καλεί σε έλευση από τα βαθιά. Η σπουδή της  παρατήρησή της και η ανάπλασή τής χάρης της κινεί το χέρι γοργά οξύνει το νου ,εκπαιδεύει σε βάθος κάθε αίσθηση στο συγκρατημό της και στρέφει όλη την εκλυόμενη ενέργεια στην έκφραση.(Με αυστηρότητα σοβαρότητα ειλικρίνεια ύφος )

Αλλά ας το πάρουμε από την αρχή . Ας δούμε τη γύμνια στο μοντέλο και τη σχέση του καλλιτέχνη με αυτό.(Ανατέμνει ως μαθητής ανατομίας με κάρβουνα και πινέλα στον καμβά).

Αρχικά ο καλλιτέχνης σπουδάζει τη γύμνια στο ανατομικό μάθημα. Μαθαίνει τις συμμετρίες ,τις αναλογίες ,τη δυναμική των στάσεων. Σπουδάζει τα μέλη του σώματος ,τις σημαντικές στάσεις .Διδάσκεται η ματιά του από την ιστορία της τέχνης ,τους μεγάλους δασκάλους στην απόδοση του γυμνού. Είτε ζωγράφος είτε γλύπτης είτε ποιητής .Γνωρίζει τις μυθικές αναφορές ,γνωρίζει τις λεπτομέρειες στη μάχη για την κατάκτηση του γυμνού. Γνωρίζει για την απέραντη ιστορία του γυμνού και τη σταδιοδρομία του. Όμως παρόλα αυτά η γύμνια τού είναι άγνωστη. Όταν έρχεται η στιγμή της συνάντησής του στο ατελιέ του με το άγνωστο μοντέλο η γύμνια προβάλλει πρωτόφαντη, πρωτογνώριστη.

Αν είναι ικανά διδαγμένος  ξέρει να κρατηθεί στην τέχνη του και να στρέψει κάθε σκίρτημα στην έκφραση της παρουσίας του γυμνού μπροστά του. αυτή την αποκάλυψη οφείλει να πει με την τέχνη του ,καλείται να την πει. Να πετύχει στις καμπύλες ,στα λακκάκια του κορμιού ,στις γραμμές των μελών ,τη στάση, την έκφραση, να εισδύσει στον ψυχικό χώρο του μοντέλου, ν αρπάξει το μυστικό του γυμνού σώματος και να το προσωποποιήσει. Να αναδείξει όλα εκείνα τα μυστικά του σώματος που μας ξεσηκώνουν (Στο γυμνό ο ζωγράφος δε γράφει τα κόκαλα τους μυς αλλά χαρακτηρίζει τη διαγραφή τους όπως στηρίζουν την επιφάνεια του σώματος, μάλιστα τη θεοφάνεια του σώματος).

Αυτή η διαδικασία είναι η επόπτευση. Αλλά συμβαίνει από την παρουσία του μοντέλου, που είναι «εκεί έξω» και είναι για τον καλλιτέχνη που το βιώνει σαν ένα «μέσα» ,ένα είδωλο. Το μοντέλο παρόλη του τη σωματική παρουσία μεταφέρεται σε μια άλλη διάσταση γίνεται ειδωλικό ,γίνεται κάτι σαν οπτασία ,αίρεται από τον τόπο και το χρόνο του πραγματικού και περνά σε σφαίρα χώρας νοητής. Αυτή η άρση είναι που δικαιώνει την ενέργεια της τέχνης και με χειρονομίες θερμές αποτυπώνει το είκασμα ,την εικόνα .Εγκαθιστά ένα ίχνος ως όραμα βιωμάτων ,αναζήτηση, ερεθισμών, ερμηνεία  δράσης της γύμνιας .Αν αποδίδει το ενέργημα του γυμνού σημείο προς σημείο αφήνει σ αυτά τα ίχνη ,συντέμνοντας τις εντάσεις, προσχέδιο για δημιούργημα.

Δεν είναι ο μόνος δρόμος (είναι σαν να κρατά σημειώσεις απ τη δράση του γυμνού) θα μπορούσε να μεταφράσει τα ενεργήματα σε γλώσσα σχημάτων ,χρωμάτων, όγκων, πέραν της αναπαραστατικής απεικόνισης .Θα μπορούσε προχωρώντας πιο βαθιά να συνθέσει σε άλλο βάθος την εμπειρία, μάλιστα οι πολλαπλές σπουδές αυτής της εμπειρίας και το να αφήσει να δράσουν μέσα στο χρόνο ,με μόχθο, θα συντελούσαν σε άλλο ύψος σπουδής, ναι σπουδή και όχι έργο, το έργο είναι αναλαμπή.

Όταν θέλουμε να πούμε άμεσα πώς είναι αυτό το γυμνό σώμα το εικονογραφούμε. Όμως δεν αρκεί και δεν είναι όλο του το νόημα. Το σπουδαίο είναι να πούμε πώς είναι αυτό το σώμα. Ποιά τα χαρακτηριστκά του ,ποιος ο εσωτερικός χαρακτήρας, πώς προβάλλει ,πώς δείχνεται στα μάτια ,το πρόσωπο, το σώμα, «το πώς και το γιατί».

Γι αυτή τη δουλειά χρειάζεται μακρύτερη, πλατύτερη και βαθύτερη γνώση, σπουδή του μοντέλου , σε στενή συνάφεια με τα αισθήματα που ξεσηκώνει. Η σπουδή του γυμνού είναι και σπουδή της επίδρασής του σε μας. Και κυρίως αυτό είναι που πρέπει  να εικονίσουμε χωρίς να λησμονούμε ποιες χαρακτηριστικές λεπτομέρειες την εγείρουν ,τις οποίες θα πρέπει να τονίσουμε. Το καθόλου ,να διαπερνά το τόδε τι.

Έτσι οξύνοντας το βλέμμα μας προς το απτό και προς το αόρατο ,αντλώντας από την αύρα της συνάφειας η εικόνα του γυμνού παίρνει υπόσταση, γίνεται κόσμος.

Οι μεταφορές της ποίησης αποκαλύπτουν το γυμνό με  άλλη δύναμη. Πράγμα που μπορεί να διδάξει το ζωγράφο να το παρατηρεί. Αν δούμε τα μέλη του σώματος σαν κλαδιά δέντρου ξεφλουδισμένα ,το βλαστικό λευκό μας ξυπνά σε μια άλλη ζωντάνια της σάρκας ,τη φυτική θέρμη των χυμών. Κι ακόμα αν πεις ξέφλουδη διχάλα τη συμβολή των μηρών έφηβου κοριτσιού ξυπνά μέσα σου ένα άλλο αίσθημα πυρετικό.

Πομπηία: Η εκστατική γύμνια, το τρομερόν .

Και αν σε γυναίκας βόρειας πρασινόματης αντικρύσεις μέσα στα μάτια της τα δάση της πατρίδας της να κυματίζουν στην καταιγίδα ,η γνωριμιά της φαντάζει αλλιώς ερωτική σε αρχέγονο πάθος, και κοντά στο αγριεμένο τοπίο που σου αποκαλύπτει που δεν αρκεί ούτε λυράρης απ την Κάσο  να το εκφράσει. Γιατί από τα μάτια της ο αγριότοπος ανθίζει  σ όλο το σώμα της ,το στεγνόχορτο του μυχού της σε θέλγει αλλιώς, τα βατόμουρα του στήθους βαθιά προκαλούν, οι μασχάλες αρμυρίζουν σαν μυχοί θάλασσας ,τα στιβαρά της γόνατα γίνονται βράχια που τα έδειρε το κύμα κι ο βοριάς, και νιώθεις τα αβρά της πέλματα να ριζώνουν στο βυθό, λευκό κορμί κυματίζει θάλασσα πλατιά ,οι αγκαλιές της ζέφυρος που  γλυκαίνει στα φιλιά, από αυτή την αφριστή γύμνια ο έρωτας δεν είναι μακριά, με αόρατα δρεπάνια θερίζει στην κάψα του καλοκαιριού, γύμνια και θάλασσα και καλοκαίρι έγιναν ένα.

 

Και ξεδιψάς στο κυκλάμινο λακκάκι του αφαλού της πολιορκημένος από τον ολόλευκο όλεθρο της αγκαλιάς της. Ο πύρινος χείμαρρος των μαλλιών φωτιά που χύνεται στους ώμους δεν λέει τίποτε άλλο, παρά τη φωτιά που σ’ έχει αρπάξει έρπουσα ανθρακιά στα στήθη. Χείλια κοχύλια του γιαλού δαγκάματα χίλια σε κόβουν λιποθυμικά ,άγρια, η αμμουδιά γίνεται κοίτη ρέμα κοιτώνας να περάσει έρως μαχαιρωτής, είδες τα μάτια της, είδες τη γύμνια της τώρα κοίταξέ την!

Κοίτα το δροσερό νεράκι που κελαρύζει δίπλα στις αγκαλιές σκάει το κύμα φλοισβίζει ,ψηλά απόμακροι γλάροι σύντροφοι του λευκού ,πιο μακριά τα περιστέρια σέρνουν το άρμα της θεάς. Αποχαιρέτισε!

 

Ρισκάρεις για το βυθό της γύμνιας ,η γύμνια είναι απόμακρα. Άπιαστη και γλιστρά ,γλιστερό βότσαλο βυθού. Αόρατη και κάπως εφικτή στο χιλιόματο παλμό μέσα βυθού. Επειδή το γυμνό δεν είναι αντικείμενο ,δεν είναι πράγμα, έχει σ’ όλο το σώμα μάτια κοιτάει ασπαίροντας. Κι ο στόχος της τέχνης είναι να ονοματίσει να δώσει λόγο στο γυμνό έτσι που να λάμψει ,προβαίνοντας αγέρωχα. Η σπουδή του λοιπόν προβαίνει με συνεδρίες Από κάθε συνεδρία αντλούμε νέα ίχνη παρουσίας βίωμα έκφραση. Με ολιστικό θυμό όλα τα προρρέοντα να τα συνοψίσουμε στη θέαση της θωριάς του. Την όψη του κόψη του. Με έμφαση στα επιθέματα να εικονίζουν την άγρια χαρά της κοψιάς .

Σπουδή γυμνού; Μίλησε ποτέ κανείς για κάτι τέτοιο, Ρεαλισμός, Συμβολισμός, τι είναι πάλι αυτά; Ιδανισμός;  Να επιμείνουμε να στραφούμε στο μέγα μάθημα της Γυμναστικής της  Μουσικής, με τα κεκτημένα της εποχής;  Ξανά απ’ την αρχή όλο το δρόμο των Γυμνοπαιδιών, των αθλοπαιδιών, της όρχησης ,της μύησης ,στα Ελευσίνια μυστήρια εποπτείες  «Το δώμα των Μυστηρίων» .Αυτή τη φορά οι Αμαζόνες κι οι εννιά Μούσες Αμαδρυάδες Κίρκες Νεράιδες συντρόφισσες αναστενάρισσες στις γυμνές μουσικές τελετές όπως τις κοσμεί και τις αναδεικνύει το αλφάδι και το δοξάρι. Μουσική και Γυμναστική από το Α ως το Ω.

Εμψύχωση της τέχνης αγλαή σε φυτικά συμπλέγματα γυμνικά. Ραδινές φοινικιές περίστηλες ναών της Αφροδίτης, ηδύτης. Σε μεταίχμια ,σε αμφιλύκη. Άγρια θηλυκά με ασίγαστο βλέμμα επέραστο, κυματικές καμπύλες , με ιερατική τόλμη δασκάλες ερωτικών μυστικών. Μυημένες στα άστρα ,στη νύχτα ,στο έρεβος, στο μαύρο φως πηγή που αναρρέουν όλα τα ποτάμια μέγας ωκεανός ,όλα τα μαύρα νερά των πόντων σε σμίξη αρχέγονου φωτός, συμπαντικό οφθαλμό  που φέγγει απ’ τα σκοτάδια του.

Το έχουμε ανάγκη αυτό. Είναι το νεύμα προς τη ζωή. Το υφαντό της ύπαρξης αντλεί απ’ το άχρωμο  τα χρώματά του όλα, υφαίνει το πολυποίκιλτο χαλί φαντασμαγορεί τον κόσμο. Πώς σκάει το άνθος απ’ τα κρυφά βάθη του φυτού σαν μάτι στο φως; Παρόμοια. Με κρυφή δύναμη, με άκρα ευαισθησία λάμπει στον ήλιο εφήμερα ,αστράφτει με φως στο φως και μας αφήνει ,παραδίνεται πεθαίνει σε σπόρο ,σε καρπό και δε λυπάται σα χαθεί στην απέραντη ποικιλία του ενός υφαντού. Εκεί δίπλα του μια κοπελιά ,με σταρένια επιδερμίδα , με μελιά μάτια ,με νου αλλαλιασμένο στον πόθο, ιμερώνει κεντίδι τριαντάφυλλο άλικο όπως νιώθει το αίμα της να τη βάφει από μέσα ,κεντά αγκάθια τριαντάφυλλου αίτια της πληγής της που την κεντά. Άνθος πληγή τριαντάφυλλο που φέγγει νιότης αλκή και τη μπουμπουκιάζει.

(Τριαντάφυλλο στη δροσερή σκιά καλοκαιριού). Καημέ που σε τραγούδησε, πώς ταξιδεύεις πόθε; Ποιος κοπελιά σ’ έκανε να καρδιοπονέσεις; Τι σ’ έβγαλε απ’ τον εφηβικό σου ίσκιο, σου έκλεψε τα λόγια ,το νου;

Κρυφός παλμός, μιλά χωρίς λόγια, ήχο, φως, είναι ένα κρούσμα, Φωνή αμίλητη στο σκοτεινό δωμάτιο του κορμιού. Δονείται η λυγερόλιγνη λυγίζει η κορφούλα ογκώνεται το στήθος θρασύνεται ριγά η επιδερμίδα.

Σ αυτή την ανύφαντη ώρα της γύμνιας οφείλει να σπεύσει στον άγουρο έρωτα ,να δει βαθιά ,να μιλήσει η σπουδή της γύμνιας. Να βρει το ανάλαφρο ένδυμά της να απευθύνει έκκληση να γυμνωθεί στην ομορφιά. Γυμνότερη από τη λευκή αχιβάδα στην παλάμη της πιο ακριβής συναίσθησης, σε μια ενάργεια ,διαφάνεια δροσοσταλιάς και κρύσταλλου, ορυκτή από πτυχώσεις κοσμικής στρωμάτωσης, στη στιγμή που τη φέγγει η πρώτη αχτίδα του άστρου.

Τι μας δείχνει αυτή η πυρετική βύθιση ,αυτή η αναζήτηση της γύμνιας; Δείχνει από τι υλικό είμαστε φτιαγμένοι ,Απ’ όποιο τόπο κι απ’ όποιο χρόνο πως δεν έχουμε άλλη ελπίδα να σταθούμε όρθιοι παρά την ίδια εκείνη που έστησε όρθιο τον άνθρωπο απ’ την αρχή του χρόνου. Με όποια πατήματα βγαίνουμε στα ίδια βάθη του μύθου παρόλες τις νέες ανακαλύψεις ,Γιατί τα πάθη και οι νοήσεις είναι ισαρχέγονα και ακολουθούν το χαραγμένο ρου τους απαράλλακτα. Κάθε εποχή τα ανακαλύπτει αλλιώς κι απ’ την αρχή, Το μάθημα δε μεταβιβάζεται , η αγωγή στη γύμνια είναι μάθημα που χτίζεται στο ρυθμό και την αγωνία που έχει το καταδικό μας βήμα. Κάθε εποχή όποιο πλούτο κι αν παραλάβει δεν της χρησιμεύει παρά σαν φόντο για να χτίσει με τα  υλικά του το δικό της πλούτο ,το σπίτι ,την κατοικία του τρόπου της, του νέου αίματος τον παλμό για το πνεύμα που της ταιριάζει επειδή έτσι μπορεί να ζει. Ζωή είναι αυτή η συγκίνηση ,αυτή η ανακίνηση ,αυτή η κίνηση. Και το συναίσθημα που την αναζωογονεί εκλύεται απ’ τα κατάβαθα αυτής της κίνησης προς το ένα νόημα της νόησης στη φορά του χρόνου που την γεμίζει με νέο φως.

Όμως η γύμνια και πάλι στέκει ακατάδεκτη. Δεν παραδίνει τα μυστικά της. Αν είναι τότε έτσι οφείλουμε να πάμε μακρύτερα να πηδήξουμε έξω απ’ τον κύκλο της, να τη δούμε με τρόπο που να μη μας αγκυλώνει.

Να κοιτάξουμε να τη δούμε στη φθορά της; Στα ποικίλα ενδύματα και τα στολίδια της. Στο κέντρο που την κάνει να λάμπει η και στην περιφέρεια που σκοτεινιάζει; Στο βυθό του άσχημου, της διαφθοράς της ,της φθοράς της, στα κοινωνικά κατάβαθα ,στην οργή που την πολέμισε ,στην υποταγή της που τη δέσμευσε ή μήπως όλα αυτά η αλήθεια της τα παραμελεί και ορθουμένη στην πνευματική της λάμψη τα κάνει να ωχριούν;

Απ’ την άλλη οι μεταρσιώσεις της γύμνιας δε λένε όλη την αλήθεια και κάποιες φορές είναι τόσο ακριβή η φανέρωσή της όπως μαρτυρά το πάθημα του Ακταίονα που είδε την Άρτεμη στο λουτρό βαθιά στο δάσος γυμνή σαν το νεράκι.

Οι αρχαίοι μετακαλούν τη γύμνια στη μετακλασική της εποχή, στους ελληνιστικούς χρόνους, όταν το λαμπρό γούστο έχει ξεχαστεί. Στην αναγέννηση πάλι προβάλλει δειλά το ανάστημά της ως ανάμνηση μύθων κι όχι ως ζωντανή παρουσία, μόνο λίγο προς το τέλος αυτής της φάσης τολμά να πει ελεύθερη το εφύμνιο. Ο Αλμπέρτι το λέει istoria .

Ο καλλίτερος καιρός για να ηχήσει ωμά και λαμπερά ο ύμνος και η ελεγεία της γυμνής ομορφιάς είναι ο καιρός μας. Με προϋπόθεση όμως να καθαρίσει τον τόπο της εμφάνισής της ,από τη σκουριά του πολλαπλού πέπλου που της ασκημίζει το πρόσωπο. Οφείλουμε να την πετύχουμε ως κοσμοεικόνα ,ως μαρτυρία μουσών.

Να την αγγίσουμε με το δοξάρι να τη γεωμετρήσουμε με το αλφάδι να μετρήσουμε τις καμπυλότητες με διαβήτη το ράμφος υδρόβιων ερωδιών και στο μοιρογνωμόνιο να μαντέψουμε τις μοιραίες πτυχώσεις κορμιών που ασπαίρουν στενάγματα στα μοιραία βράχια, επικαμπύλιες ολοκληρώσεις   και τότε με μια απόσταση ειρωνείας να αφήσουμε το ποτάμι των σωμάτων να κυλάει μακριά μας προς το πέλαγος της νοσταλγίας ,σταγόνες του απέραντου ωκεανού, όλες μαζί άφαντες διάφανες στο μανδύα κυανής αίγλης.

Το ιχνογράφημα της γύμνιας είναι εφικτό ,μπορεί να πετύχει αν αντλεί υλικό απ’ το δέρμα της ,το αέρινο υφάδι ,την υμενόπτερη φτιαξιά που την τυλίγει αβρά ,από το βάθος της επιδερμίδας ,το πιο βαθύ του σώματος.

 

ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ

 

Αφού τον κρούει βαθιά η ενέργεια του αισθήματος, ανατρέχει σ αυτό ως στοιχείο που δρα αρχέγονα σ’ όλες τις ψυχές. Δεν είναι κάτι που συμβαίνει ή δρα αποκλειστικά ,είναι συγκίνηση που παρακολουθεί τη ζωή στις εκδηλώσεις της, είναι ένα δήλωμα που τείνει να μας φανερώσει κάτι που ενώ το αισθανόμαστε σαν σκίρτημα αδυνατούμε να το εποπτεύσουμε . Την εναργή επόπτευση αυτής της συγκίνησης καλείται να εκφράσει το έργο σ’ όλη την εκφραστική δραστικότητα.

Το ειδωλικό φανέρωμα είναι μια σύνοψη αυτής της συγκίνησης σε εκφραστική διαγραφή της με καθαρότητα και παραδειγματική έκθεση συγκεντρωμένα συγκεκριμένα συμπυκνωμένα.

Πυκνά ειπωμένο ,συγκεντρώνοντας όλα τα χαρακτηριστικά και με αδρές εκφραστικές γραμμές κατανοητά μέχρι το βάθος που επόπτευσε. Να το πει παραδειγματικά έτσι που συμβαίνει ,όπως πρέπει να συμβαίνει ,όχι εικάζοντας αλλά εικονίζοντας με αδρό περίγραμμα παραλείποντας το ανώφελο ,μαρτυρώντας το σημαντικό και εναρμονίζοντας τα αντίθετα ώστε να συμπέσει η μορφή δυνατά προς το νοηματικό της κέντρο.

Η λαγνεία ως κατηγόρημα καθολικά νόμιμο. Από την αγνεία έχει ένα σύμφωνο διαφοράς, εξάλλου εξάλου.

Ποια η επίγνωση του αισθήματος απ’ το βύθισμα στην άμμο; Πώς κυματίζουν τα κορμιά παραδομένα στη βαθιά σμίξη στις κοίτες της αμμουδιάς λουσμένα από φεγγαρόφως; Από ποιόν περίγυρο ξέκοψαν σε τούτη την ακτή ,προφυλαγμένα από τα αρμυρίκια και τρώγονται ψιθυριστό έρωτα;

Ας κάνουμε το γύρω του συμπλέγματος των κορμιών τους, αυτό το ζώο με τις δυο ράχες τα μεσάνυχτα ώσπου να πετύχουμε να πάμε στο κέντρο της ερωτικής λύσσας που λεηλατεί  τούτες τις υπάρξεις και πως τις πλακώνει ώστε να ανοιγοκλείνουν στόματα στο κάψιμο του πυρετού σαν αφρόψαρα ή λύκαινες του βορρά σε οίστρο.

Εκεί που φαίνεται πως τις άνοιξε στον έρωτα μια ματιά και το φως των γυμνών σωμάτων ,δεν είναι όλη η αλήθεια. Έρχονται σαν έτοιμες από καιρό, από μια σχέση που τις στενεύει, από τη δουλειά ,από την ανία της συννεφιάς στη χώρα τους και όπως βγαίνουν στο λαχτάρισμα του μεσόγειου ήλιου και του κύματος, το σφρίγος του σώματος τις ξυπνά στη θέρμη και τη θήρα του σπασμού πού χόρταση δεν έχει, δεν είναι για χόρταση.

Αρχή: Κανένας άνθρωπος δεν είναι διατεθειμένος με τη θέλησή του να βρίσκεται στην εξουσία άλλου ανθρώπου,μόνο στον έρωτα και εκεί μόνο σαν παιχνίδι παραδινόμαστε εν αντιστάσει.

Χίλια τεχνάσματα ,φυγές και υπεκφυγές, βήμα το βήμα από πρόσχημα σε πρόσχημα διαφεύγουν τον κλοιό της στενής τους σχέσης σπάνε το φράχτη και πηδούν ανάερες αναμαλλιασμένες στο λύσιμο ασύδοτα δοσμένες ξέφρενες. Το αίσθημα τις χτυπά με ξωτική ξιπασιά ,λύνονται και αναλύονται από το κλείσιμο της καρδιάς και όπως σπάει ψηλό κύμα στα κάθετα βράχια, έτσι σπάει κι η ερωτική τους δίψα στην πάλη τους με το αρσενικό . Το μαστορεύουν το αίσθημα, ρίχνονται στον πιο μεγάλο βυθό του, με την απόγνωση που δημιουργεί μέσα τους η φευγαλέα του βίωση που την επιτείνει το πιο μεγάλο τους αίσθημα από το φευγαλέο της νιότης. Βιάζονται ν αρπαχτούν από τα χλωρά σάρκινα κλαδιά της όσο οργά στο σφρίγος κι όσο τολμά κι όσο αντέχει γιατί απέναντι γνέφει το ό,τι πρόλαβες. Όμως εδώ δε γράφει τίποτε, αισθήματα σ απέραντη αφαίρεση, ανυπόστατα, άσαρκα δεν ηχούν σε ακτές δε σπάνε σε  πραγματικά σώματα, δεν έχουν πρόσωπο. Κάλιο να συμβαδίζουν κορμοστασιά να λένε τις περιστάσεις σαρκωμένος βίος και φως.

 

Αντικριστή απόλαυση γύμνιας, εμπειρία σωματικού οίστρου, ίμερος, πόθος, ανέκφραστο, πελάγωμα, κρούση, ρίγος αντικρίσματος. Πηγαίνουμε προς το φως με όλα μας τα στίγματα.

 

Ας πούμε πως βλέπουμε εκεί στο χώρο της σπουδής και στα χάδια της ανάγκης και την καθημερινή βιωτή. Κι όπως ταξιδεύει με σώμα κα με νου αρμενίζοντας από στάση σε στάση την οδηγεί ένα όνειρο σωματικής εγγύτητας, κάτι από την πέρα περιοχή την ανέγγιχτη που όμως σ αυτό αναπνέει ανήξερη. Γιατί τα ταξίδια είναι και ταξίδια ψυχής και τα κύματα της καρδιάς ξεσπάν σε μια λεπτή νύξη ,μικρή σχισμή στο φως. Αλλά με ανέκκλητη ορμή. Τρανταχτά ,σπαρακτικά και κείνη η ματιά που άστραψε σα γνώριμη από καιρό έρχεται να εγκατασταθεί κατάβαθα και σμιλεύει τα έσω αγάλματα. Με τη λεπτή τους αχτίνα εκείνα τα μάτια τής πήραν καρδιά και νου. Όλη η απασχόληση τώρα ,όλος ο νους, όλο το αίσθημα , η ύπαρξή της, φωτίζονται από κει από το μικρό αυτό φως που άστραψε σε κείνα τα ματια σε σκίρτηση. Είναι κλήση κι είναι κάλεσμα κι είναι υπόσχεση. Ο ίμερος κυκλώνει, κυκλώνες μαύρο φως  μελαχρινή άλως. Όσο αν φάνταζε πριν μια στιγμή  ότι ήταν πλήρης και αυτάρκης αναιρέθηκε. Ο πέπλος της μάγια σηκώθηκε από την καρδιά της και την παραδίνει στο τρελό αίσθημα της ερωτικής αλλοφροσύνης. Το μυαλό της άλλαξε , ο κόσμος είναι αλλιώς ,το βήμα της, ο παλμός η ανάσα συντονίζονται όλα σ αυτό το νέο, σ αυτό το ρίγος. Τα στέκια γύρω ,η θάλασσα , ο ουρανός κι ότι ηχούσε μέχρι πριν λίγο γνώριμα έστω και εξωτικά, ντύνεται αλλιώς, χάνει την πρότερη συνοχή, χρωματίζεται πιο θερμά, ο τόνος του τοπίου αλλάζει, μεταμορφώνεται να αγκαλιάσει τον καινούργιο της εαυτό.( Οι εραστές παραδίνονται αντιστεκόμενοι ,σαν μεταφορές- Η φιλοσοφία μπορεί να είναι κακή την ώρα που τα ποιήματα μπορεί να είναι ωραία σελ.147 είναι κόκκινο το μικρό γαλάζιο λουλούδι, Ζωγραφίζω ένα κόκκινο και το επιγράφω γαλάζιο. Κάθε πράγμα δεν είναι παρά το όριο της φλόγας στην οποία οφείλει την ύπαρξή του Ροντέν ,(η κυκλική κίνηση μοιάζει με την κοιλότητα των χεριών ,η σφαίρα του χόμο φάμπερ  δεν έχει κέντρο)  Μαξ Σέλερ ).

 Τραγούδι παράθυρο στην αφρισμένη θάλασσα .Η αγκαλιά παραπέμπει ακριβώς στα κάλη.Αν δε συμμερίζεται αίσθημα βυθού τότε τι συμμερίζεται;

Το μελτεμάκι φυσάει αλλιώς , τα σώμα στέκει αλλιώς το νιώθει νέο πιο όρθιο ,πιο στέρεο, πιο στιβαρό. Μια αίσθηση μοναδικότητας την πλημμυρίζει κι ό ήλιος μοιάζει σύντροφος αποκλειστικός και μάρτυράς της. Είναι τα αόρατα βέλη του έρωτα ,το καρδιοχτύπι της. Τι κάνει λοιπόν; Λούζεται και χτενίζεται και τραγουδά ,λούζει η Μπέρθα το κορμί της με νάρδο και βασιλικό. Τη ντύνει ένα γέλιο σ όλο το σώμα και στο μέτωπό της εγκαταστάθηκε μια φέξη μαγευτική. Τα μάτια της είναι πάμφωτα , οι κινήσεις της ακαταμάχητες παρόλη την αμηχανία των χεριών. Στο στόμα της το σάλιο γλύκανε και νιώθει στου λαιμού το λακκάκι μια δροσιά μέλι.

Όμως κορίτσι μου πες μας για σένα ποια είσαι; Από πού έρχεσαι και που πας; Είσαι πραγματική ή είσαι μια φευγαλέα οπτασία που σ έκρουσε της καλοκαιριάς η θέρμη;

Το κορμί μου φωνάζει με πολύ δυνατή φωνή ορέξεις, διψώ ηδονή, διψώ έρωτα. Είμαι ένας ώριμος καρπός να πέσω σε ανοιχτή αγκαλιά ,να ερωτευτώ, να ζήσω όπως έχω δικαίωμα τη νιότη μου σε έρωτα και ηδονή. Ανοίγω πανιά, το δικαιούμαι να δελεαστώ, να ζήσω άλγος ηδονών και ερωτική φρίκη.

Δεν ήθελε πολύ λοιπόν να την ξεφωνήσει η αλμυρή γύμνια.

Η πείρα της , της μίλησε αμέσως μόλις αντίκρισε σε φόντο θάλασσας τη συγγενή μορφή όπως είχε ωριμάσει μέσα της και το άφησε λίγο να φανεί στο τρέμουλο των βλεφάρων της άντικρυ στον ήλιο που μεσουρανούσε. Έβαλε αντήλιο το χέρι της και προγεύτηκε βαθιά με συγκρατημένη την ορεκτική της διάθεση. Τον έκοψε κρυφά ένιωσε την ανάγκη να βουτήξει και να δροσιστεί. χάθηκε στο βυθό. Ξαναβγήκε ,έπαιξε με το κύμα για λίγο κι αμέσως ξανάφερε στο μυαλό της τα χαρακτηριστικά του. Τον ήθελε. Το μόνο που ήξερε ήταν ό,τι είχε δει. Διαπεραστικού βλέμματος κι έμοιαζε άνθρωπος της εποχής, ανήσυχης ερευνητικότητας, φαινόταν να απολαμβάνει τη θάλασσα, τον ήλιο τα ωραία γυναικών κορμιά της παραλίας .Της άρεσε. Ένιωσε να την κρυφοκοιτάζει έτσι που και εκείνη είχε αφήσει τα μάτια της να πέσουν πάνω του σα χάδι κι ας έδειξε αδιάφορη αμέσως μετά γυρίζοντας να κοιτάξει αλλού.

Αυτό που σου μαθαίνει το σιγανό βάδισμα στα ρηχά της πλοκής είναι πως και τα γεμίσματα έχουν μια ακαταμάχητη συμβολή στην ανέλιξη, πως τα γεγονότα τα ντύνει αυτό το σημειωτόν στο ξετύλιγμα από σκίρτημα σε σκίρτημα και δεν έχει διαφορά από την επιμελή πινελιά. Είναι τόσο απαραίτητα σαν οι αδιόρατες ανάσες που συμβαίνουν απλά με εισπνοή εκπνοή κα χωρίς καμιά πληρωμή ενός πάρε δώσε με τον περιβάλλοντα αέρα. Γι αυτό μιλάνε οι γνώστες για διαρκή έμπνευση χαμηλής πνοής και στοχασμού, καθημερινό χτίσιμο να αναδείχνει γεγονότα ψυχών.

Τι άλλο ήθελε για να πιστέψει ,πως εκείνο που ήλπιζε το βρήκε και ερχόταν κατά πάνω της με ταχύτητα κομήτη, αφού και κείνη δεν πήγαινε πιο αργά. Στη σκέψη αυτή σκίρτησε έτσι που την έκανε να κινηθεί γρήγορα προς την ακτή. Ξάπλωσε στο ψαθί της και βυθίστηκε στην εμμονή της. Ο ήλιος έκαιγε την πλάτη της και σύρθηκε στη σκιά της ομπρέλας της. Για λίγο την απασχόλησε η παρέα της κι αυτό το βρήκε καλό γιατί την απέσπασε και διαχύθηκε μαζί τους με προσποιήσεις που δε συνήθιζε. ανακάλυπτε τώρα πως ο χρόνος έχει ένα εύρος που δεν είχε υποψιαστεί για πολύ καιρό. Είχε περάσει μακριά η εποχή των εφηβικών αναμονών που μάκραιναν έτσι τις μέρες σε ατελείωτη μελαγχολία από χτυποκάρδια των θρανίων. Με το χρόνο εκείνων των εποχών κάπως μετριόταν αυτό που ένιωθε. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά ,ήξερε πια τι θέλει. Και ήταν σχεδόν κοντά της , μια ανάσα δρόμο ,αλλά μέσα από ένα πυκνά αδιαπέραστο χρόνο μέχρι το βράδυ που δεν ερχόταν και τόσο γρήγορα. Το βιβλίο ανοιχτό μπροστά της ,αλλά σελίδα μέχρι το σούρουπο δεν άλλαξε .Είχε γυρίσει μάλλον σελίδα στο βιβλίο της ερωτικής της. Ήταν έτοιμη για τα βαθιά. Ξαναβούτηξε. Αυτή τη φορά με ορμή. Με συχνές βουτιές και απλωτές. Την εμψύχωνε η ιδέα της και με δύναμη πέρναγε από κύμα σε κύμα. Γευόταν τον αφρό, την αρμύρα ,τον ήλιο. Ένιωθε στην αγκαλιά της τη θάλασσα όμως δεν τη γέμιζε. Ήταν άδεια κα ήξερε με τι μπορούσε να γεμίσει. Και επίσης ένιωθε πώς μπορούσε να μεταμορφωθεί τούτος ο απόμερος μυχός της παραλίας σε κήπο ηδονής.

 

Ο έρωτας για τη γυναικεία ομορφιά που είναι ανάμικτος με τη λαγνεία.

 

Όμως κοπέλα μου τώρα πες το πούθε κατεβαίνεις κι από πού κρατάει η σκούφια σου; Τον μισούσε ,τον άντρα της. Και κείνος το γνώριζε κι ενέδιδε σε κάθε της άνοιγμα. Χαλάρωνε τους φράχτες για να πηδήξει και να γευτεί τη ζωή που την καλούσε ώστε να επιστρέφει ξανά. Ήταν άνθρωπος ευγενικός ,ενήμερος των ηθών της εποχής ,καλός με τη ζωή του, και κάπως ατυχής. Ίσως τον παίδεύε περισσότερο από ότι έδειχνε κι από ότι παραδεχόταν ,η μοίρα του σπιτιού του. Στην πρώτη ματιά το έβλεπες ,πονούσε μην τη χάσει . Η προσποίηση του ήταν μια ασπίδα αυτού του πόνου. Αν το έδειχνε θα γινόταν φορτικός. Οπότε έδειχνε ανεκτικός και διασκέδαζε αφήνοντας τη ζωή να κυλάει σε ρηχά νερά .Την ανάγκη φιλοτιμία. Έμοιαζε να είναι αδειούχος από τους μεγάλους θορύβους και δε ζητούσε τίποτε παραπάνω από την καλή και ήσυχη παρέα, την ευχάριστή συζήτηση ,και όλα στο μέτρο της ολιγάρκειας .Ήξερε επίσης πως όσο κρατά η γυναίκα του σχέση με το πορτοφόλι του τόσο μόνον θα έμενε κοντά του ,για το μετά ούτε που ήθελε να το σκέφτεται. Γνώριζε καλά το ποτό. Κεντροευρωπαίος που αφού δοκίμασε δαμάζοντας όλες τις γεύσεις της μπύρας είχε στραφεί στο ουίσκι. Έπινε με μέτρο για άνθρωπο του είδους του και κάτι δα είχε δαμάσει στη ζωή του αφού του έλαχε να είναι σύζυγος αδάμαστου θηλυκού.

Τι σημαίνει αυτό κοπελιά μου;

Σημαίνει πως δεν έχω άλλο καιρό να υποκρίνομαι. Ναι αφηνόμαστε εν γνώσει μας σε μια σχέση με προσχήματα ,όμως χωρίς θυσίες στων αφόρητων τη στενωπό. Υπηρετώντας το σπίτι ,αλλά δίνοντας χρόνο στην ευχαρίστηση, στο γούστο. Αυτό είναι αρχή για την εποχή μας. Αφήνουμε ελεύθερο το δρόμο στο σύντροφό μας που έτσι κι αλλιώς κανένας δεσμός δε θα μπορούσε να τον εμποδίσει. Έτσι είναι ο καιρός .Μην ψάχνεις να βρεις καταγωγή . Στη χώρα μας έτσι συμβαίνει με όλους και σεις εδώ δεν πάτε πίσω.

«Να αντικρίσει στο μάτι του το είδωλό της και μόνο αυτό εξυψωτικά με ένταση ζωηρά θελγμένη»

Είναι τόσο σημαντικό λοιπόν να πούμε πράγματα του έρωτα; Και μάλιστα όταν ζητείται τόσο απλά. Ή μήπως δεν είναι τόσο απλά. Θυμήσου τότε εκεί στη μέση του πουθενά ,την ερωτική πάλη, τον ερωτικό όλεθρο. Ψηλά τα αστέρια και κάτω η θάλασσα να λικνίζεσαι στη βάρκα που δυο χωρά με αφημένα τα κουπιά ,ησυχία. Το μελτεμάκι ελαφρά χαϊδεύει μόλις που νιώθεται. Μόλις που νιώθεται το χάδι που σε τρομάζει και σε ξυπνά σε κάτι που μέσα σου είναι σκοτεινό. Μια σκοτεινή αίσθηση του πουθενά και που η μνήμη την ανακαλεί στο τώρα τόσο έντονα .Τι φόβος του μαύρου τι πανικός ,τι γεύση σ ένα σκοτεινό παφ!

Είναι όλο αυτό οι υποσχέσεις. Αυτό και τίποτε άλλο όλες οι λάμψεις των νοημάτων. Ποιος μένει εκεί πάνω ,κι εκεί κάτω ποια βήματα παρακολουθούν τα βήματά μας μέχρι να συναντηθούν με τα δικά μας σπάζοντας την κρούστα της γης;

Έλα ξανά και ψιθύρισε μας κοπελιά τον καημό σου. Καλά ακουγόταν η φωνή σου ,γλυκιά ήταν η γεύση από το φιλί σου .Ηχηρό το χάδι σου τόσο που στέναξε το κλειστό όστρακο του στήθους .ήταν η απάντηση στο σκοτεινό και μαύρο; Ή τι άλλο μαθές ;

Όσα σώματα κι αν καλέσεις πάλε αυτού θα μείνεις.

Για πόσο μπορούν να πάλλουν να παλεύουν τα κορμιά. Σε λίγους γύρους κι ο αγώνας τους είναι για τόσο. Με όση ορμή κι αν κοιταχτούν σύντομα μαθαίνουν ποιος είναι ο νικητής, ο δαμαστής και πως κλέβει τη λάμψη τους.

Τότε και που να στρέψω τη φωνή ,που κλήση να αποτείνω;

Κάλιο να παραπέσει κι η φωνή σου ,ησύχασε. Άκουε την ησυχία, την πιο μεγάλη δασκάλα την ήρεμη των μύθων, που αποφεύγει τα φλύαρα στόματα και τη βουή, που θορυβούν για να ξεχνούν. Και τώρα που έμαθες με τι μοιάζω τράβα το δρόμο σου, νίκησε αυτό το φόβο, σίγασε την αγωνία και στη σιωπή σου ακροάσου τη μουσική των αστεριών. Φόβος δεν υπάρχει ,σκοτάδι δεν υπάρχει, όλα είναι εσύ και όλα είναι από σένα αν..

  Ξανακοιτάζω το σχεδίασμα του έρωτα με φόντο θάλασσα. Βλέπω τώρα το σιγανό πλησίασμα των σωμάτων. Γονατιστοί στην άμμο σε ελαφρά περίπτυξη αλλάζουν φιλιά σαν ερωδιοί.

 

Τις «λεπτομέρειες» τις επικαλείται κανείς πλήρως δεν τις αφήνει

να βυθιστούν ,αυτές είναι το φως των πραγμάτων. 

 

Μη νομιστεί ότι είναι κάποιος που τους βλέπει ,μόνοι τους στην έρημη ακτή αφημένοι, λυμένοι, ερωτεύονται, καταμεσίς του άψυχου τίποτε. Δεμένοι χέρια πόδια σε ένα. Μόνος τους πόνος οι ερωτικές τους αγκαλιές. Αφήνονται να κυλιστούν απαλά  κι η άμμος γράφεται από καμπύλες σωμάτων . Τα πέλματα νοτίζει το κύμα. Μέθη ερωτική ,της παραδίνονται ,τους φουντώνει, ακολουθούν το ρυθμό της, γοργά ανεβαίνει πιο γοργά ,λύνονται στο σπασμό ηδονικών κυμάτων ,τους κραδαίνει ένα πιο μεγάλο κύμα κι ένα πιο δυνατό, τους τινάζει η λαχτάρα που κρατούν σφιχτά ,αγκαλιαστοί διαβαίνουν του ωκεανού το αφήνιασμα, κρατάνε πιο δυνατά τις αγκαλιές ,αλλαλιασμένοι, ξετιναγμένοι, δένονται πάλι και ξανά βουτάν στο ύψος της ακτής.

 

Δε βγάζω άκρη .Πως έφτασαν εδώ. Πρέπει να μας το πουν .Δεν μπορούν έτσι λαθραία να διαφεύγουν και να μας κρύβονται σε καίριες συναντήσεις που αν μη τι άλλο κρύβουν νοστιμιές. Ποιος τους είδε;

 Τους βλέπει ο τρόπος της ψυχής τους που είναι δρόμος για το αφήγημα.  Ο μόνος δρόμος που μπορούν να βαδίζουν με όλη τους την απόφαση .Το υπόλοιπο μέρος της γιορτής τους μένει άφαντο και ανυποψίαστο. Όλη τους η ψυχή φτιάχνεται από μια τέτοια ύλη , κι αν πέσανε σε μια αγκαλιά ,εκεί τους έριξε ο πόνος τους με βιάση. Βιαστικά όντως κινήθηκαν στο σμίξιμο. Αλλά όχι και τόσο ,γιατί δεν είχαν άλλο χρόνο για χάσιμο και μέσα του χωθήκαν.

Χώρισαν στη μέση του δρόμου. Εκείνη του είπε σ αγαπώ και ξαναγύρισε φοβισμένα για τελευταίο φιλί ξανάπε σ αγαπώ με γόνατα που έτρεμαν με χείλη που σπαρταρούσαν με μάτια υγρά άπατα ελεητικά ερωτηματικά ερωτικά: θα σ αγαπώ πάντα.

Αγαπήθηκαν ανάμεσα ουρανού και γης, στη μέση του πουθενά. Στη μέση του πουθενά αποχωριστήκανε. Καμιά δίψα δε σβήσανε, διψασμένοι στο θερμό τους αγκάλιασμα ,ανάμεσα ουρανού και γης για πάντα.

Ο έρωτας αυτός φέρει τη μονογραφή των σωμάτων τους σε μια νυχτιά δίπλα στο κύμα .Για πάντα.

Και κάποια αδιόρατα ίχνη στην άμμο από πάλη σωμάτων σε δίψα ερωτική φρενιτιώδη. Τολμηρή. Θα τη σβήσει το κύμα. Για πάντα.

 

Η καμπύλη της διαφθοράς και η λιτή ίσια γραμμή του αδιάφθορου ήθους ,η τεθλασμένη μιας και αδικήθηκε υποβάλει τους όρους επί υδρίας. Το δροσερό νεράκι στην υγειά μας!

 

Ποιος είναι ο γεωμετρικός τόπος τούτης της ερωτικής ιστορίας.Τι μπορεί να μας δασκαλέψει αν δεν μάθουμε περισσότερα γι αυτόν. Ποιοι σμίξαν ,τι είδους κορμιά, ποιες ανάσες, ποια ορατή Ευρώπη προκύπτει από το ξετύλιγμά του;

Ποιου καιρού τα ανεμοβρόχια θα χουν να μολογάν και τι; Ενδιαφέρει γιατί είναι μια καθημερινή Ευρώπη που πυκνώνει τις σχέσεις της. Και ενδιαφέρει γιατί μια Ευρώπη πρώτα και πρώτα χτίζεται στην ερωτική  ανερεύνιση.

Και γιατί οι μικρές θείες ταξιδεύτρες σε μαρτυρούν Αχέροντα στις Αλεμάνιες πατρίδες τους. Αυτή η λεπτή ερωτική ελευθερία που τρικυμίζει τα λουλακιά μάτια της Μπέρθας  με το διάφανο κορμάκι ,που βουτά στο ορμητικό κρύσταλλο του ποταμού με χάρη τόση και ομορφιά, με βλέμμα τόσο καθαρό με ανυπόκριτη κλήση δεκτικότητα είναι μάθημα Ευρώπης. Είναι μάθημα του “Felix Austria nube” σε άλλους καιρούς, καιρούς που η μεγαλήνωρ ησυχία οδηγεί. Καιρούς που με μάτια τέτοια μπορείς να ταξιδεύεις γεμάτος με την ομορφιά τους.

Κορίτσι του Klagenfurt σφίξε τον στον κόρφο σου, το σφριγηλό σου κόρφο, τους δυνατούς μηρούς με χάρη δελφίνας. ‘Ετσι όπως κολυμπάς ,έτσι  με τη γρηγοράδα που χάνεσαι στο βυθό κι ανεβαίνεις, Γλιστράς στην αγκαλιά του και τη χάνει .Χάνεται.

  Μαρτύρησέ τους  στο τραγούδι σου αργυρή φωτιά ,φως φεγγαριού. Και δε θα πάψω κάθε καλοκαιράκι να τους καλώ στις ακτές, στις όχθες, στο μελτεμάκι.

Κάτω τους ο ωκεανός πάνω τους ο ουρανός η βάρκα τους λικνίζει κι ένα θαλασσοπούλι επιθεωρεί το πέλαγο.

Ποιο είναι το ψαχνό.  Η ανάλαφρη ηδονική θύμηση ,η λοξή ματιά που άστραψε με τόλμη ερωτική και άνοιξε πληγή μες στην ψυχή και την κοκκίνισε στο θερμό σούρουπο. Πόσο βαθιά μπορούμε να πάμε. Όσο κρατά μια μεταφορά χτισμένη αυστηρά στο σχήμα της άμμου. Ο έρωτας δεν έχει τελειωμό στα αρμυρίκια. Σε επικαλούμαι έλα με του βοριά τα κύματα στο άτιμο μελτεμάκι συντροφιά.

 

Το διττόν της γλώσσης ,δισσοί λόγοι μα όχι δυσοίωνοι.

 

Κι όμως ακόμα δεν συναντήθηκαν .Ακόμα δεν είδαμε πώς  φωτίστηκε η ακτή από το σμίξιμο στην άμμο. Και δεν είδαμε τη σελαϊκή εκτίναξη στη ράχη των κυμάτων και πως δελφίνια αποκρίθηκαν στο τραγούδι της ηδονής.

Σκίρτησαν οι βουκαμβίλιες εκείνο το απόγευμα από το πέρασμα της Μπέρθας ντυμένης σε εμπριμέ φόρεμα ριχτό που τόνιζε γοφούς και μπούστο σφιχτό στη βαθιά μέση της. Λεπτοδουλεμένα χρυσά σκουλαρίκια έκαναν τα μάτια της περισσότερο αστραφτερά και το γέλιο της έφεγγε από τα άσπρα δόντια της. Ελαφρύ άρωμα και σανδάλι στο πόδι σικ για το πέρασμα στις όχθες. Μαύρο περίγραμμα βάθαινε το μάτι.

 

Περάσανε στην ακτή .Ήταν τόσο μα τόσο ανυπόμονη που σαν πατήσανε στην άμμο κρεμάστηκε όλη επάνω του μα με τόση ορμή και φλόγα και δαγκωτά φιλιά κι ήθελε να γείρει αμέσως να βυθιστεί και να κοπεί σε άγριο ερωτικό δόσιμο. Τόσο την έκαιγε η αναμονή ,ή τέτοια φλόγα είχε ανάψει μέσα της ο μεσημεριανός ερεθισμός στο θαλασσινό χορό καθώς κι ο πυρετός της χθεσινής αναμονής που ματαιώθηκε αφού χαθήκανε. Τρεκλίσανε αγκαλιαστά βαδίζοντας ως την πιο απόμερη κρυψώνα που τη σκιάζανε αρμυρίκια .Πως την πρωτόνιωσε, πως μπήκε μέσα της στο υγρό της αιδοίο και τον τύλιξε στο μέλι του, στην γλυκιά περίπτυξη τα λεπτά χείλη το μαύρο πανικό, το χρυσό τρίχωμα ,στεγνό χορτάρι που πότιζε η καυτή λάβα , η ακραία υπόσχεση ,το χάσιμο στα αδρά της μπούτια, στα σφριγηλά της ημισφαίρια στη  βαθιά χαράδρα που περιστοίχιζαν απόκρημνες πλαγιές από μάρμαρο μηρών .Εκεί μέσα χάθηκε, τον έσβησε ο όλεθρος στο ροδί μετάξι .Νύχτωσε κι έφεξε μαζί ο τόπος άνεμοι ατλαντικού τον φύσηξαν πάνω στις κορφές των βυζιών της όταν πιάστηκε να κρατηθεί στη γη.

Ποιο μέλι ,ποιος τρύγος, ποιος γκρεμός, ποιες όχθες. Δεν είναι αστεία πράξη ο έρωτας κι όπως σοφά ομολογείται καμαρωτή καταστροφή. Καλείς στη μαύρη απελπισία σου να πας πιο βαθιά, πιο δυνατά ,πιο οργιαστικά ,καλείς τη γλώσσα να το πει, μα μάταια, Όσα  εκεί γνώρισε δεν της αρκούν τα λόγια να τα πει. Μάταια ανάβεις τον πόθο, μάχεσαι και νικιέσαι. Η Μπέρθα είναι πιο βαθιά κι ακόμα πιο βαθιά. Απελπίσου. Την όργωσε ,την τύλιξε κύμα ηδονής ,οργάζει, βογκά. Συσπάται η λεκάνη της ,τον σφίγγει στα λαγόνια μέσα της τον τραβά ,πιο μέσα. Απελπισμένη μάχη των κορμιών ,απελπισμένα λόγια του έρωτα. Η νύχτα δεν αργεί να διαβεί σε όσα λεπίδια ηδονής κι αν κοπούν ,η λαχτάρα μένει. Όνειδος νικημένοι του έρωτα, απέλπιδες εραστές που τους γλείφει το κύμα ,απαρηγόρητοι. Τους θέλησε τούτη η ακτή ,στο βάθος της γευτήκανε του έρωτα το πιο καυτό φιλί. Του έρωτα το κόκκινο , το σχεδόν μαύρο. Από τα υγρά του ,από τα χαϊμαλιά του κρατήσανε μια γερή χαρακιά στα στήθη από το φιλντισένιο δόντι της κι έδεσε στο λακκάκι του μηρού της το πιο βαθύ σημάδι του φιλιού.

Κι ωστόσο όλη μας η προσπάθεια να πούμε το γυμνό ,να πούμε τον έρωτα ανέλπιστα άδοξη πήγε ως τώρα. Και τούτο σημαίνει πως από μάταιο δρόμο πλησιάσαμε. Δεν είναι τούτο το γυμνό, δεν είναι εδώ ο έρωτας. Είναι λεπτός και γλιστρά ,είναι νεαρό παιδί κι έχει τα τερτίπια του. Μα κάπως δα θα υπάρχει τρόπος να ξεκλέψουμε να βγούμε αντικριστά του σε κάποιο κρύφιο του μονοπάτι, όπου ίσως και συχνάζει κι η γύμνια.

Η Μπέρθα σε ξαναπλέκει στη μπέρτα της. Ότι πατήσαμε στο κρυφό δρομάκι που λέγαμε ότι ο έρωτας μονολογεί σε συνάφεια με τη γύμνια. Κι ο έρωτας εκεί είναι βουβός ,και τόσο μυστικές φωλιές δεν αντέχει. Θέλει παλμό πλατύτερο  παλμό που να συχνάζει τη ζωή με πλατύτερες βλέψεις .Κοιμάται τα σώματα αλλά ξυπνά σοφότερος.

Πλάγιασα για να ορθωθώ. Απ την καθαρή μοιχεία ,βγήκα ψηλότερα ένα σκαλί. Είμαι στα καλά μαθήματα στα καλά έργα.

 

Κάτω τους ο ωκεανός ,πάνω τους έναστρος ουρανός βάρκα χωρίς κουπιά δυο σώματα σε ένα, ακίνητοι εκστατικοί για πάντα, ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΑΓΩΝΙΑ

 

Μπορεί τα φαινόμενα να μας απατούν μα εμείς μάθαμε τις ελπίδες μας να πετούν.

 

Από ένα στοίχημα να δούμε πως ηχεί η φωτιά του μαύρου έρωτα ,του έρωτα που πίνει ηδονές από λακκάκια του κορμιού. Του έρωτα που νοσταλγεί το μαύρο φως από την άλω της ρώγας στήθους γυναίκας βαθύκορμης.

 

Μέχρι εδώ είδαμε αμυδρά συνάντηση σωμάτων ,δεν είδαμε τη σ υ ν ά ν τα η σ η . Έμεινε αόρατη. Αυτό σημαίνει ότι δε ρυθμίσαμε την πορεία στο σωστό βηματισμό. Ποια συνάντηση έλαβε χώρα, που και πως, σε ποιο χρόνο. Να αναδειχτεί το συνειδητό ποιόν της .Τι είδους ομορφιά και ποίηση έχει. Που το αξιόλογο .Κι ακόμα που έγκειται η σωματική εμπλοκή. Τι βίωμα έχει. Και τα ερωτήματα μοιάζουν να μην έχουν τελειωμό. Σχεδόν παραμένουν αγνώριστοι κι ο κόσμος που τους περιστοιχίζει αόρατος. Κάποιες θεμελιώδεις περιγραφές είναι εντελώς απαραίτητες ,όταν μάλιστα υπάρχουν αξιώσεις μεγαλεπήβολες για εποπτεία εμπειρίας, με συμπύκνωση ,συγκέντρωση , συγκεκριμενοποίηση . Που είναι όλα αυτά στο χτίσιμο του ειδωλικού .Που είναι οι αμιγείς εικόνες έστω του φυσικού κάλλους για το ερμηνεύον πνεύμα. Για το νόημα νοήματος. Κι ακόμα για το συνορασιακό μέλημα.

 

Οι πιο σκοτεινές κλίνες του Νου.

 

Καιρός έστιν η νόσος ψυχής‘ ο πληγείς δ’ είσω δή τιτρώσκεται. Ο έρωτας είναι ένας καιρός που πιάνει ίσια στην καρδιά ,μια καταιγίδα ,μια θύελλα, ένα σκίρτημα ομοιώσεων , κι από τις πληγές αυτές ο πληγωμένος μέσα του κατατρώγεται.

 

Ένα φυσιογνωμικό ψάξιμο σε τούτη την προβολή ,ίσως να μας οδηγήσει κάπως στα σουσούμια της γύμνιας. να προχωρήσουμε κάτω από τις προσχώσεις σα χωματουργοί. Να μας δείξει ο καιρός την αλήθεια τους με τα αρχικά τους. Από το δέντρο στη μέση του περιβολιού. Με όλο το περίγραμμα του ταιριαστού και του αταίριαστου , το ανέβασμα και το κατέβασμα και τη μαγγανεία ή το κακό του το χάλι. Αλλά πιο πολύ , η πιο μεγάλη έγνοια ,για τις βαθιές εμβιώσεις .Αν και το πιο φευγαλέο έχει τη μικρή πικρή του χάρη. Όπως κι οι πρώτες εποχές που σε ταξίδευαν με το μονόγραμμά της. Να τα ξαναστήσω ολοζώντανες εικόνες αισθηματικής αγωγής, σημάδια στο δρόμο της ζωής και φάροι για τον αυτογνωρισμό .Κι αφού πετύχει αυτή η σπουδή , να ανοίξει ένα γύρο ο άλλος κόσμος ,ο πιο επιτήδειος στον ανασυρμό και την αναπόληση. Και επισημαίνοντας τις πιο οικείες διαδρομές των πόλεων και των χώρων του βιώματος με περιγραφές πιο αδρές ως στήσιμο σκηνικών διαβάσεων για συμβάντα .Οι φίλοι ,οι γνωστοί, να αξιώσουμε τις μορφές τους συμφύροντας.

 

Μυστάγωγη φρενήρης

 

Ανάμεσα ουρανού και γης , η βάρκα χωρίς κουπιά ,σε ένα. Ο καρχαρίας κάνει κύκλους νιώθεις το φτερό του, ο γλάρος γράφει στο λευκό του τον ουρανό. Στο απέραντο του πουθενά δυό δάκρυα σε ένα στην αφωνία του απέιρου, τυλιγμένοι σε αδιαπέραστο πούσι .Η βάρκα ακυβέρνητη, κουκίδα στην απεραντωσύνη στα σύνορα του τίποτα. Κάθε υποψία κόσμου παλιά ανάμνηση που έσβησε στο μαυροπίνακα του χάους .Λυμένοι από όποια ακτή στο αστείο τσόφλι της βάρκας, πέρα απ όποια επιθυμία πέρα από κάθε στεριά στο λίκνο του πελάγου ,στη σχεδία του ουρανού. Πέρα από κάθε αίσθημα ,πέρα από κάθε αίσθηση, πέρα από νου, έξω από το όστρακο του κόσμου μπροστά στις πύλες της ανυπαρξίας στην κατάλυση του γνώριμου, εκεί που οι ρίζες του όντος ατροφούν πίσω από του μηδενός την επικράτεια, πέρα από νύχτα και μέρα ,πέρα από το φανταστό και το αφάνταστο. Στην αδιόδευτη περιοχή, το ανεπίδεκτο λόγου, την άγραφη λησμονιά, το άγλωσσο άχρωμο άηχο άφωνο αδιόρατο αδαίμονο ασύλληπτο αδιόδευτο απρόσιτο ασάλευτο αδιανόητο άθελο μήτρα του μηδενός, τη μήτρα της ανυπαρξίας άχωρο άχρονο άφωτο απαράστατο αδιάστατο στον πόντο της ανυπαρξίας ,το λίκνο του πρωτομηδενός.

 

Λύκηθος: Ίζημα φωτός ,το τελευταίο φως της στάχτης μας. Και ξαναρχή ,ξαναμπαίνει η φλόγα της ζωής με νέα πνοή.

 

Βίωση ερωτικού μηδενισμού ,η άλλη όψη του υπάρχοντος. Η αντίκρυση της απόλυτης ομορφιάς είναι μηδένιση της ύπαρξης. Οι μύστες του ωραίου σε όλους τους καιρούς το υπαινίσσονται, επισημαίνοντας πως δεν πρέπει να αμφιβάλουμε ότι έτσι είναι. Δε θα τους χαλάσουμε καρδιά. Ο καταλυτικός έρωτας ,ο έρωτας μυσταγωγός καταλήγει στο θάνατο της ερωμένης σε όλες τις μαρτυρημένες πραγματώσεις. Ο μοναδικός και αποκλειστικός έρωτας έχει αυτή τη ροπή ,είναι θανατόληπτος, εκμηδενιστικός αλλά και πηγή του ποιήματος: η τεκνοποιία του, από το θάνατο της αγαπημένης ,το δημιουργικό δόσιμο του ποιητή ,το σβήσιμο στην αναμνημόνευση του πάθους η παραφροσύνη. Με πόσο θάνατο είναι χτισμένη η ιστορία του ανθρώπου, τα ερείπια της κληρονομιά μας το μαρτυρούν, στη χώρα τούτη ,στενή λωρίδα γης με μακρύ δρόμο στο χρόνο βαδίζουμε πάνω στις στάχτες των προγόνων. Χώρα σπαρμένη δακρυδόχες ώστε δεν ξέρεις αν τούτη η γη είναι πιότερο ποτισμένη δάκρυ η αίμα. Σε κάθε μας βήμα μας οστρακίζουν οστά και όστρακα τάφων προγονικών. Σε κάθε μας συνάντηση στους σύγχρονους δρόμους των πόλεων τα πρόσωπα των συμπολιτών μας μαρτυρούν το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένοι ,ποιο όνειρο αρχαίο τα μάντεψε ,τι επιθυμίες κυλάνε στο αίμα τους. Σύμβολα του πάθους όλοι τους : σταυρός και λόγχη και όξος. Τούτη η γη του Ρωμιού του βγήκε ξύδι και το ξέρει. Γι αυτο προσεύχεται σε κρυφές και μυστικές γωνιές και στα ξωκλήσια ,μάτια να μην τον δουν , και το ίδιο ξεχνιέται στη βιοπάλη ,τη διάχυση, το σκόρπισμα.

Μια ματια σ αυτό τον καιρό απογοητευμένοι του καιρού. Απογοητευμένοι για τις δύσκολες συνάφειες ,το στενό κλείσιμο, τη νοητική ακαμψία. Απογοητευμένοι για το στενό χώρο ,την ανυπαρξία προκοπής, την έλλειψη πνοής. Με όλες τις εφόδους και γυρνάμε ξανά στην πτώση. Πτώση που προξενεί η ανυπαρξία φαντασίας και η λειψή παιδεία. Αναζητήσαμε τους μετέχοντες ημετέρας παιδείας και σκοντάψαμε .Δυο τρεις αναλαμπές ,παρήγορα φωτάκια στη σκοτεινιά του απόμερου γαλαξία μας, κατέχοντες και έχοντες θάβουνε του χρυσάφι του έθνους : εργασία και νιάτα.

Το μισοσβησμένο κάρβουνο της έμπνευσης μια πάει να σβήσει μια φλογίζεται.

Η καθημερινή αόρατη ζητά τη φωνή της.

 

Σπουδαίο είναι το άσημο ,η αποξεχασμένη γωνιά που αφέθηκε στη λησμονιά τη , σιωπηλή μυστήρια.

 

Ενοποιητική αρχή: Συνταγματική ρύθμιση της αντιπροσώπευσης ,θεσμική διακυβέρνηση. Πηγή του πολιτικού σύμπας ο λαός. Διαφάνεια, ανάδειξη με κριτήριο τα προσόντα, προδιαγραφές για την ανάδειξη των καλλίτερων και πρόνοια για την στήριξη των αδυνάτων.

Η αρετή είναι μεσάζων όρος του υψηλού: μπορεί να μεσουρανεί ως προς τα ηθικά πλούτη ,και να μετριάζεται η υλική της δύναμη. Προς μια Πολιτεία πνεύματος απεριόριστη, ευημερίας μετριασμένα.

 

Φωνάζουν κάποια πράγματα δυνατά. Φωνάζουν σαν ελαττώματα και φωνάζουν σαν παραλείψεις.

Φωνάζει η σοβαρότητα ,η ειλικρίνεια και φωνάζει η διόραση. Θέλουν να ελευθερωθούν από το σκότος το εσώτερο. Να επικρατήσουν με φροντίδα επιμέλειας ,επεξεργασίας ,αγάπης, χαδιού.

Με σχεδιασμένη μελέτη ,με εσκεμμένη διάθεση.

Advertisements