Η μαύρη φωνή

Μεγάλη φωταψία άναψε μουσική ψυχή
Τι είχε να πει ήχος που μαρτύραε βαθιά παλμούς
τι έχουμε από απειλές του μάρτυρα συγκομίσει
οφειλές προπαντός που η μεμβράνη συντονίζοντας ύψη
δονεί το απόμακρο από χέρι που εζητήθη
διάθεση κινεί τα φύλλα άκοφτα λάμψη με δοτικό φως
σαν δεύτε κραυγάζον
τυφλό πράσινο λάμπει στα κιγκλιδώματα
φως τρέχει παράλληλα της βροχής
συχνορωτώντας το αυλάκι πού βγάζει
παραβγαίνει σε ταχύτητα την υδορροή

κατεβαίνει ο ρυθμός σώψυχα
αναταράσσει άδεια φύλλα με άγνωρο ήχο
βασίλισσα ώρα μεταίχμιο αφουγκρασμού
ηλιαχτίδα στη νύχτα χτυπά το τσίνορο
πέφτει ολόγυρα χρυσό αραποσίτι στη μυλόπετρα
γοργός ήχος πέτρινος,κάτω τρεχούμενα νερά

λαγήνι φεγγοβολά ,διπλά αστράφτουνε νερά
στου θορύβου τον κόρφο τον ήχο σβήνω.
Του άδειου εθισμένοι δεν καταθέσαμε
πήραμε δρόμο που δεν αφάνιζε
γυρίσαμε στην αλήθεια που μας ήθελε
αέναη ξαναρχή
Αυτό ζητούσα τον ερχομό εμένα ζητούσα
μάτι και μάτι να ξαναπιάσει θεός τη ρίζα

γιατί πως θα το πεις το ανάπιαστο
ασημένιου τάματος που μαύρισε να περιμένει
τα βυθισμένα να αναδυθούν σαν μια φλογίτσα
που ξανάφτει στο μανουάλι με την άμμο των νεκρών

Τόσους καιρούς με το θεό στη μνήμη
πλασμένο με σκιά τον γνώριζε το χέρι
στο άναμμα της προσευχής με το κερί
να δίνει τόνο και ήχο από φως που τρίζει
καρδιά από νύχτα που το πυκνό συχνάζει
σαν ένα κάρβουνο τις στάχτες μου ζωσμένος
με λίγη φλόγα κάθετα θ’ ανέβω
πνίγω τις επιθυμίες στα κύματα της αύρας σου
στα βαθουλώματα της άγριας φύσης σου

κι έγινε μέλλον ελαφρό οδηγημένο από μελτέμι
μέσα από το σκουτί του κόσμου φεγγοβόλο
άστραψε σώμα έτοιμο για την αγκαλιά
κι ύστερα πάλι όχι έτοιμο

ετοίμαζε μια σιγαλιά ανεβασμένη γιορταστικά

Κι όπως ανέκραξε πετώντας πέρα τη φωνή
φλόγα ασετυλίνης έτοιμη να κάψει
ισώθηκε στο χάραμα λευκό το ασήμι της ματιάς
τρικυμισμένη η ψυχή του έγινε ορατή
θάλασσα γεμάτη μολύβι
ανάσαινε τον ίσκιο τους γαλάζια λεύκα
έπινε με το σύννεφο έπινε τη μορφή του μοναχή

Advertisements