Ήτανε μάτια κι άστραψαν

Και πέρναγε μέσα από ίσκιο και πέρναγε μέσα από φως
ήταν ευφρόσυνο αύγασμα έδειχνε το χαρωπό
Έδειχνε το χαρωπό αναύλισμα σαν από πηγή
κάτω από βράχο που αναβλύζει μουσικά φωνή ήχος

Ήτανε μάτια κι άστραψαν στο ημίφως
Τώρα, εγώ, πετάω κλειδιά δε θέλω άλλο αίνιγμα
να ανοίγω ,περιφέρομαι στο άδειο κροτώ το κενό

Γιατί αλλιώς θα ήταν σαν να μας βύθισε αποτρόπαιο χέρι
το ζων όμως δε θέλει παρά να ανυψώνεται

Μέρα θανατερή σαν μοίρα
Τα μνήματα στη θάλασσα, κύμα παφλάζει
στ’ ανοιχτά κεραμεικών του χρόνου.
Σαν πιείς Περγάμου αλαφρό νερό
ημερεύει της ματιάς σου δίψα.

Είμαι αυτός που μόνιμα φεύγει αέναα προσωρινός.
Ο ζήλος να μείνω με διώχνει. Γιατί αυτός ο ερχομός
ήταν για πάντα ερχομός ,η αναχώρηση είναι κι αυτή για πάντα.

Advertisements