Η συνήθεια της γης

-Το ποίημα είναι μια μακρά
ταλάντευση ανάμεσα στο νόημα
και στον ήχο(Πωλ Βαλερύ)

1.
Δεν θερίζω τυφλό αλάτι

Στα παγωμένα σκοτεινού καιρού
προφητείες μας ακύρωναν
οδηγούσε ένα σημάδι στο δέντρο,ουλή από δόντι
Κόκκινο άηχο γεμίζει τα μάτια

Κόβαμε ψωμί,κατεβήκαμε
από το πρωί στο μεσημέρι
μαύρη φωτιά στο πεινασμένο βλέμμα
Εκείνο που γύρευες σε βρήκε
Βάδιζες στη σκακιέρα πεδίο αφέγγαρο
Υπήρχαμε εκεί
Ελεύθερο συμβαίνει εδώ

2.
Εγώ η Ελλάδα είναι ένας σκύλος

Αυτό που παίρνει ο θάνατος το δικαιούται
το αγνό κόκαλο στολίζει το βασίλειό του
τη σάρκα μόνο καταλύει
παίζει με τα ραγίσματα
τη λήθη γνέθει

Αυγή μίλησε κλαδί πουλί
νεράτζι φως στα φυλλώματα

Στήθη φωτιές,περνούσες
χτύπος στα μηνίγγια,μαχαιριά ο κόσμος
Το λευκό σου φόρεμα φλεγόταν σαν μεσημβρία
με άλωσε ελάχιστη ομορφιά
από μυστήριο τυφλώθηκα

πέτρα και πέτρα ,σπιθίζει πυριτόλιθος
νύχτα στα μάτια,χείλη γυμνά

αλληγορία το γέλιο σου(καίω τα ερείπια μου σαν προσάναμμα)

3.
ένα δέντρο ανεβαίνει σε ορόφους
γκρεμίζεσαι στη σκιά του
πράσινο χόρτο
λευκότητα γυμνής κοιλιάς
στο χρυσό σου δίχτυ ήλιος

Αυτό που έλειπε ήταν λιωμένο
είχε αφανίσει τα βράχια
στη λάσπη στα νερά
καθρεφτιζόταν φώτα
πέρασες μέσα από βροχή
διέσχισες το στενό ένας βρεγμένος φόβος
σαν λιβάδι άχνιζαν τα μαλλιά σου
σ έλουζε καταχνιά,ουρανός μολυβένιος
στο γκρίζο έλαμψε το βλέμμα
τελείωνε η μέρα εκεί
ηχούσε ανησυχία
κουδούνισε μια πόρτα

φωνή στα πεζοδρόμια
χαράζει στης πόλης τα τζάμια
στην κορυφογραμμή τρέμουνε πεύκα

ένα ελάφι μες στα κέδρα
άνοιξε η φωτιά έναν τόπο φόβου
σβήνει κι η μέρα με το κερί
πέτρινα τα πόδια του βουνού
κόπηκε το είναι με τα δάκρυα
πέφταν ιτιές μέσα στη νύχτα

4.
Χωρίς την ιδιοτυπία έκφραση δεν υπάρχει
μήτε ύφος
Δεν είμαι παρά η ιδιοτροπία μου
η έλλειψή μου,που γίνεται
η δική μου ελλειπτική καθώς
όλο σ αυτήν στριφογυρνάω
χωρίς να είμαι δα και άστρο
Τίποτε πιο ξεχωριστό από το ανόμοιο

Τώρα οι πληγές πηγές που με φωτίζουν
ουλές πορτοκαλένιες από καύτρες πάνω στο μπλέ

Γιατί το τοπίο φέγγει ξανά
ερείπια κι άλλα ερείπια
οι σαύρες ίδιες πάντα
Μπορείς τώρα να ενώσεις μνήμες
έτσι όπως ξεθάβονται αρχαίες πέτρες
κι ευθύς χαμόγελο η ματιά τους
ζεσταίνει χρόνος τα παγωμένα χείλη

Γυρίζω τα νερά
ανεβαίνω ως τα μισά πέρα κοιτώ
Το χρώμα έλιωνε στον ήλιο
μια χώρα ανάμνηση
άσπρη στο χρόνο κληρονομιά
και θάλασσες

5.
Κράτησα τη φωνή μου ,ήταν σαν να
κρατούσα την αναπνοή μου,
ξεχύθηκαν σαν άλογα στον ιππόδρομο οι σκέψεις
μια ιδέα ντοπαρισμένη πήγαινε μπροστά απ όλες
έτοιμη να τερματίσει ,όταν οι αφέτες
σήμαναν άκυρη εκκίνηση

Τώρα περισσότερο από ποτέ
ζω κατάσταση εγκλεισμού

είναι ό,τι κάνει να ξεχύνεται
η σκέψη μου σαν να θέλω
να ελευθερώσω τη ματιά
να ξεδιπλώσω το ενδιαφέρον σε ό,τι
φάνταζε να έχω αποκλείσει λόγω απειλής
Τώρα περισσότερο από ποτέ
ζω κατάσταση ενδιαφέροντος

6.
Μες στο βυθό όταν ηρεμώ
κάτω από τα σκοτεινά σου μαλλιά
φωτεινά παρτέρια

έπρεπε να’ σαι σαλαμάντρα
σ’ εκείνα τα καμίνια του ξανθού γένους,
τους αποτεφρωτές να αψηφάς-
ώρα της ποίησης λευκή- μικρή μετατόπιση
από τις ώρες του παραλογισμού στα τοπία όπου αυτές
είναι έτσι κι αλλιώς
λευκασμένη συντέλεση

σκίσε τ αρκουδόβατα
κατέβα στη «φάτνη» μεγάλη Άρκτο-
αλυσοδεμένη από τη μύτη αρκούδα
που οδηγεί τυφλός είναι η πολιτεία μας

ο έρωτας αυτοσχέδιο γεφύρι
μια πέτρα εκεί μια πέτρα εδώ
αμφίβολη η άλλη όχθη
-τείνει να καθρεφτίζεται στη λύρα
ο εκλιπών
σ αυτό το όργανο του’ ρθε ο κόσμος
κομψά χτισμένος μουσικά

την ξαμολυμένη λέξη απόθεσα
τις νύχτες νύμφες ρίχνει στα νερά

Έχασα εσένα,τον κόσμο έχασα

Advertisements