Σχισμές-βράχωσα στο μυχό

Σχισμές «ήρθε και ήπιε αίμα μαυριδερό’ αμέσως απέκτησε συναίσθηση»(Οδ.) Της μεταφύσης αγγείο θρυμματισμένο ώ μηχανή του τίποτα, φρυγμένο σκότος. Τόποι όπου άνθισαν οι ίσκιοι Άθως Δελφοί Δήλος Πάτμος τε και ετεκνώθηκαν λαοί κι άρχισε πέλαγος Είχαν όλον τον καιρό σ αυτά τα δάση της πέτρας έτσι ήταν πάντα το νησί ,άφαντο και ταξίδευε βαθιά στο […]