Σχισμές-βράχωσα στο μυχό

Σχισμές
«ήρθε και ήπιε αίμα μαυριδερό’ αμέσως απέκτησε συναίσθηση»(Οδ.)

Της μεταφύσης αγγείο θρυμματισμένο
ώ μηχανή του τίποτα, φρυγμένο σκότος.
Τόποι όπου άνθισαν οι ίσκιοι
Άθως Δελφοί Δήλος Πάτμος τε
και ετεκνώθηκαν λαοί κι άρχισε πέλαγος
Είχαν όλον τον καιρό σ αυτά τα δάση της πέτρας
έτσι ήταν πάντα το νησί ,άφαντο και ταξίδευε
βαθιά στο χρόνο. Φανερωμένη το ‘πανε,πια δεν το λένε

Ήρθες και μου φύσηξες: είναι ο άνεμος
που γέρνει τα κλαδιά κατά τη γη
κι είναι ο άνεμος που τα ανυψώνει

Σκοταδερό το φύσημα στην κλάδα του παντός
αγέρωχα φώτα
παρενθέτω ποτήριο ωσεί κύλικα πικρή
στην ώρα του καθείς θα το πιει
Με το χέρι σου επιταχύνεις το χωρισμό
Σκοτάδι:δεν έχει χρεία ουδενός
στον αιώνα σκοτάδι
όλα θα σβήσουν αυτό μεγαλώνει και μένει
-Ποιός να λυγίσει τι;
Πέταξαν φως τα λούλουδα πίνοντας πάχνη
έβαλα μνήμη και βάζω κι άλλη για να ‘χω
να ‘χω να λέω να ξελέω
γι αυτές τις μνήμες τις αστρικές.
Όλο και πιο γεμάτο το άλγος,συντρίβεται όποιος όλβος
όποιο κυανό,πάνω στου τεφρού το κέλυφος.
Ω δυναμίτες του φωτός!

*
βράχωσα στο μυχό

γελαστά βότσαλα άμμος βρεγμένη χρυσή
άστρα κάστρα, καταποντισμένα φουσάτα 
φρεγάτα κουνούσε τη γάστρα 
σε γυναίκας ρυθμούς
μας έλκυες ,οι γοφοί σου η λεκάνη σου, δελέαζαν
πως να πω τη ζωή μου

Βράχος που μόλις ανατέλλει γίνεται γυάλινος
όταν όλη η ακτή που στηρίζει φέγγει σαν γυάλινο ακρωτήρι
Βράχος που αρχαία Μανιάτισσα κόρη μύρανε στο κλάμα της
κλαίγοντας τον αγαπημένο κραυγάζοντας της θάλασσας να της τον φέρει πίσω
Βράχος που του έδινε κίνηση το κύμα
η ακρογιαλιά κυματόμορφη σειρήνα τον έλιωνε στο κλάμα της
Βράχος απ όπου κρατιέται ο ήλιος
κι όλο το φως του από την ανατολή μέχρι τη δύση
Βράχος που είναι σαν να φύεται από το κύμα
έτοιμος να πετάξει προς την αδερφή του Ίκαρου την πτώση 
Ανυψωτικός σαν φεύγουν τα νερά με την ανεμονεροδαρμένη του όψη
Τη νύχτα σαλπάρει για τ αστέρια
Βράχος ο από αιώνων ,βαθύ αίνιγμα και γύρω άνεμοι
ξέρει όλα τα μυστικά που ψιθυρίζουν
Στο εσωτερικό της λύγισμα Μανιάτισσα κόρη
πέφτει στα γόνατα και μες στα μαλλιά της
ένα με το κύμα βαστιέται εκεί ατελείωτα

Μιλάει στα χέρια σου η θέρμη του υλικού
ανασαίνεις διπλά τον αέρα, στο άγγιγμά του
το σκληρό υλικό γδέρνει την αφή ,το άδραγμα 
νιώθεται στη γλώσσα των χεριών 
«ξεχύνεται πάνω από το είναι μιας πραγματικότητας»

Εσύ όμως ερχόμενη από τις κλειστές σου ,
δωμάτιο φύλο κλειστά,ρίχνεις στο άπλετο 
εσώτερες όψεις ,μεταβάλλεται έτσι το ανοιχτό 
σκύβεις πάνω του σα λουλούδι που διώχνει τη δίψα του
Τί έχει βγεί από το μυχό που είναι ο δικός σου
κι έχει ξεχυθεί μέσα από τα χέρια σου μαζί;