Σκοτεινό ξυλόφωνο

(Διάγω εν απελπισία
«πολύμορφες οι περιστάσεις
πολλά τα ανέλπιστα που ο άνθρωπος γυροφέρνει
όμως το απροσδόκητο πέρασμα βρίσκει
η επίμονη υποχρεωτικότητα»Ε.)

Άϋλο

Το ερείπιο παρόν το διάτρητο τώρα,προσφυή μας
συχνάσματα , αναβλαστείστε ύψη φωνές,να λέω
σονέτα σκοτεινά
Όργανο νυχτερινό πλήκτρα από χιόνι πλήκτρα από θύελλα
της φλόγας δάχτυλα ,παλάμες φωτεινές
φέγγουν τα σώματα,μάτια δροσιά μελαχρινή
Μια μάσκα είναι ο θεός πολύ γαλάζια
στεγνό χορτάρι θρήνος στις ροδιές
πιάνω φωνή και πιάνω αχτίδα
χωρίς να εγγίζω πιάνω ουρανό
με το βλέμμα αγκαλιάζω κάθε φύλλο γαλάζιο
Με μιαν ανάσα που όρισε ο καιρός το φλοίσβο
έσμιξα την πονεμένη μνήμη που με συνεπήρε
ήρθα ο θνητός ανέμων να ασκητέψω τη φωνή
να βρω της μπόρεσης οδό
μπόρα να γίνει ο στεναγμός ο δρόμος να φανερωθεί
σαν φλόγα
ψηλά στης δημιουργίας τον κέλευθο και το άσπρο
αγκάθι
απλώνω φύλλο του ενός. Γιατί οι τόποι όνομα
πλείστα αναπάντεχα βλέπεις να στέργουν
είναι η μοναξιά λιοντάρι
Οι εφτά θύρες διανοίχτηκαν του ανθρώπου αίσθησες
είδα το σκότος εφήμερο, σκευή μου ουσία
Στο δρομολόγι του ασύνετου έγερνε μίσχος βαρύς
κλειδούχος στα βάραθρα η φθορά
σκοταδερό φύσημα με μηδέν με τίποτε
ζυγιάζοντας το όνειρο ουράνιες δίνες
στην καταιγίδα χαίτη στη βροχή
είμαι το πλάσιμο βυθού
Γυμνή σαν τη Ζωή μόλις διώχτηκε από την παράδεισο
βγαίνεις από το φουστάνι σου που είναι θάλασσα
στο χιόνι κολυμπάς που σαν φως είναι που εσύ είναι
Το χέρι σου φύλλο πράσινο διώχνει από το ηβαίο σου
τα μάτια μου,η όψη θυσιάζεται
της αγάπης πρώτο σκαλί-το θάνατο γαυγίζουν
όπως ξένους τα σκυλιά-
με χέρι στο βωμό ανά στιγμή πάσα
δεν υπογράφεις σύμφωνο με το τρομερό
τριάδες φύλλα μαζί σαν ένα πιάνεις
θερίζεις μαργαριτάρια των ματιών
της θάλασσας ωριό πουλί
κεντάς αρμύρα πυκνό σάρκινο μοίρασμα
άν ένιωσε την αστροφεγγιά το μέσα βλέμμα
θάλασσα έλα
Το χέρι σου να γίνει τζιτζίκι,το πόδι σου να γίνει
μηλιά,η φωνή σου λαχτάρα στο δάσος
δος μου το ασήμι του γυαλού πάρε το αλάτι

Τί

1

Τίποτε δε μας φανερώνει
ζύγισμα νύχτας,βαρύ σκοτάδι,
πορφυρή καμιά φωνή δεν μας ενώνει
γιατί δεν το ζητά κανείς
το αίνιγμά μας σιωπή
γέρικη είναι η μυρτιά και γύρω σκίνα
όσα αν μιλάς δεν θα σου αποκριθεί η φύση
καμπύλη τροχιά τόξα τραχιά
κομήτης που’ γινε φωτιά σχίζει τα μάτια
δεν θα το δεις δεν θα το πεις
κανείς δε ρωτά
το αίνιγμά μας σιωπή
2
βαθυδίνης στρόβιλος
είναι από μέσα που σε αναβλύζει
ουσίες σου βοριάς και νοτιάς Στροβιλίζει
3
Στα τρελά σκοτάδια
βλέμμα βάλλε
ρίξε δίχτυ αέρινο
έχε για βλέψη αντίχαρο σθένος
εκεί που μένος δεν σε καλύπτει
όσο τραχύς σκοπός αποκαλύπτει
βουερό και άφωνο
σπάσε τα μάνταλα σφύριξε στις κλειδωνιές
να ανοιχτεί του κόσμου κόσμος
κι έλα σε νέα τροχιά φεγγάρι μαγιάτικο
νυχτοπούλι στα πυκνά κλαδιά
στης νυχτιάς το πικρό δέντρο
ένα με το χέρι σου η νύχτα
ένα εσύ με τους βυθούς
το»δεν έιμαι» ανοίγεις
και πας
-αγκάλιαζα ένα σύννεφο
άγγισα ένα στόμα
έτρεχε
πύρινο
4

Στις όχθες σου αφριστά ποτάμια
σε κατέβαιναν
πέρκα έβοσκε τα στήθια
τα φώσφωρα της νύχτας,οι αρμοί,
τα μαλλιά φωτεινά
η ακατάδεκτη αγκάλη πέρα συναντούσε την αυγή
ασβεστωμένα σπίτια πόρτες ορθάνοιχτες
ομίχλη ποτισμένα
λοφοπλαγιές καμπύλες ποθητές
σκιρτούν στο χάδι
κορίτσια στη σειρά
Απλώνω το χέρι κι οι βασιλικοί ανατριχιάζουν
η μπελαντόνα θυμίζει τα μάτια σου
σκύβω σε κοιτώ πέλαγος
5

Το λάθος μου φέγγει όπως η κάμπια
μέσα στον πεύκο
γαλάζιος άνεμος δίνει ψυχή βελόνες σφαδάζουν
6
Ωρέ μορτάκι ωρέ βρύο του Μάη

κι έμπαινες καημός

Του μάγου τριφύλλι

1
Αλλάλαξαν τα μάτια ,καταρράχτες
κατέρευσαν μέσα τους, σπίθισε κόσμος
βρόντισε στη σιωπή,όγκοι νησιών
έδειξαν το ευρύ τους
ανέβηκαν το βαθύ θαλάσσιων οδών
μετρήθηκε το νερό
Με την τάξη του ρέοντος αναλύθηκε παρελθόν
σωρευμένο σαν λάβα σε τήξη
το πηγμένο όνειρο
η χρονοτριβή του αέναα σε κίνηση,σε στάση
δέρνεται κύμα με το κύμα ώς τα βάθη
να ηρεμεί το καινούργιο από ξαρχής
για του λευκού το χάρμα
ο ύπνος σου μια βυσσινιά αναπνέει θαμπό
κεραυνός που ήταν, τεσσάρων μαΐων
σταφύλι του μάγου τριφύλλι
βλέπεις έξω από φως από όνειρο
όπως πέρα κι αλλού βαθουλώματα μοιραία
μη βάζεις ζάχαρη στα λόγια πικρά που ηχούν
με στόμα αμύριστο, είναι βάλσαμο είναι ίαμα
είναι γεφύρι μυστικό ως τον Άδη
τώρα που είσαι άφωνη πηγή,μαντείο σφραγισμένο,
2
Τη γλώσσα μου έχω
η ζωή μου του τάφου μνηστή
εγώ ύλη πνοή πληρούμαι παντός ομοίωμα
ό,τι έχω σε ύψος το αντλώ
χαμηλά μισή χαρακιά μονοπάτι
γύρω τη λίμνη,υγρό μάτι,
καλαμιές θρηνούν κάθε που χάνεται κάτι
νέο στερέωμα ξανανιώνει
με το χρυσό κουβάρι που έγνεσε η νύχτα-
σαν να’ βγαλες το σύρτη
κίνησαν
νερά αλλού
όνειρα λουλούδια κολχικά του Φάση το δέρμα στικτό
λαμποκοπάνε ασπίδες στο κύμα
από τα νέφη όταν ο ουρανός κρυβεί
να μετρώ μαθαίνω
συμπάθεια εντόμου και ορυκτού

3
Στη γιορτή σου μπαίνω
παρόν απόν
(Είναι χωρίς να είναι
απουσιάζει κι είναι εδώ
η παρουσία του φανερώνεται στην απουσία
υπάρχει αποσυρόμενο
όπως κέρμα φεύγει από κερί
όπως θάλασσα από αλάτι
είναι ότι μένει από την ηχώ
είναι της δρυς το τρίξιμο
είναι κλαδιού το τρίψιμο στην πέτρα
είναι το χάσμα η χαρακιά
είναι του φαραγγιού θωριά
πέτρα για τάφο κι ότι τον αναιρεί
είναι αμόνι και σφυρί
είναι ό,τι μπορεί ό,τι δεν μπορεί
δεν είναι φύση δεν δίνει λύση
είναι ό,τι τελειώνει για να ξαναρχίζει
είναι βροχή που ψιχαλίζει
βάρκα στο πέλαγο που αρμενίζει
είναι χτένα και πένα
κάτι για σένα κάτι για μένα κάτι για κανένα
είναι και δεν είναι κι ας είναι)
4
είσαι μια λαδιά
στη σελίδα σοδειά
Σπουδές στον «κόσμο άλλο»
Ψυχή μόνη πιά.
5

«ώ θάλασσα γαλάζιο δέντρο χωρίς φύλλα»
την πνοή σου κοιτώ.
(Ο ποιητής τζιτζίκι
θρέφεται με χυμό δέντρου της ζωής
να τραγουδήσει ευθύς
και ίσια
για θάλασσες για κυπαρίσσια)
6

Οικειοποιούμαι το σε άλλη κατεύθυνση δοσμένο
σαν να του αλλάζω κοίτη,διάθεση,φορά.
Του προσδίδω ένταση ,ρυθμό,το κάνω να με αφορά.
Κι ας πρόκειται για κείμενο,για εικόνα,για αντικείμενο,για είδωλο,για αφηγημένο,
για βιωμένο
Το στέλνω εδώ που μένω,στο τώρα ειπωμένο
και επιμένω. Η τέχνη είναι της αναμονής
7
Άν είναι να καείς από κάποια φλόγα
άς είναι εκείνη τη ζωής

χελιδονιού φτερούγα θίγει την επιφάνεια
της στέρνας
και πάει βαθιά στο σούρουπο

Σκοτεινό ξυλόφωνο

Στο μονοπάτι του πάθους
κροτούν βήματα ρυθμοί καρδιάς μπιπ,χοπ
εγώ μουσικώς αναγγέλω
-ο βασιλιάς της ερημιάς
Στο μαστραπά σε μάζευα
πυκνό νερό
σαν την αλήθεια
υπομονή
και πέτρα
Νερό στο πρόσωπο βόλτα με θεό
-μέσα στην εικόνα οδηγείται στην ανυπαρξία-
Όλες οι λέξεις να σωπάσουν
και θ ακουστεί το απρόσμενο
εκείνο που μας θέλει και μας βρίσκει
όταν του γυρίζουμε την πλάτη
Σιγανό βήμα στη φράση
κόβει φωτιά και μας μοιράζει σαν ψωμί
του πεινασμένου ο δρόμος
έχει μάτια στιχικός βηματισμός,μετωπιαίες ρυτίδες
γέρνουν το χρόνο κατά δω κατά κει
στα αυλακώματα του χεριού λάμπουν
κι ύστερα το αίνιγμα απτόητο επανεπιδημεί
(όχι όπως οι πτυχώσεις
στο μανδύα
αλλά όπως ο καρπός με τη φλούδα).
κατηρέμηση στέφει ασημένια το υπάρχον
γαλάζια νάτρια του άστρου

Νοσταλγία του

Αμμοποιητής ο χρόνος
κι η αμμοθήκη τον μετράει

βαθιά στα πέλαγα αλμυρά βουνίσιο κύμα
άνθη της γλώσσας θαλάσσια λουλούδια
αφρός στο χαλινάρι κ έγκωσε
φέγγος μικρή αγιάτρευτη πληγή
κουτρουβαλώντας στο όν
(τ’ απελεύθερα τάγματα φεγγίζονται
τ’ άδραξε σκότος-μισοφέγγαρο σφεντόνα
στα χέρια πλανώμενου παιδιού
που σημαδεύει ένα σπουργίτη)

σβήνω ένα ένα τα πλευρά μου
και εγείρομαι από όνειρο βαθύ ύπνου

– ο όχθος που μας διεκδικεί ο αναφήγητος ο άφευκτος
μέσα του κολυμπάει σαν ψάρι χρόνος απολιθωμένος
θρύβεται η πέτρα το μηδέν βρίσκει τη ρίζα του

αν ο Κ. είχε την τέρψη του ανάσα
της Β. βόγγισαν τα πλευρά στον ίλιγγο
Σε μια στιγμή σιγή, η φωτιά του Π. έγερνε
τον στάχυ προς τα μέσα, ο βότρυς στο μυαλό,
η βάτος αγκύλωνε
όλος ο ουρανός γύρω απ’ τη στέγη του
-εξέλιξα την άγνοιά μου
απαλά κίτερα φωνής
μικρή αγιάτρευτη πληγή
κουτρουβαλώντας στο όν
νοσταλγία του.

Advertisements