Ομιλία

Άς φανερωθεί με ισορροπία λόγου
και γοητείας σε γλυκό νέο τρόπο
η πολιτική μη διαθεσιμότητα του ποιητή.
Κατάγγειλέ μου εκείνο το φρύδι υπεροψίας
τόνο φθόνο απ το γδαρμένο,μέλους θυμικού
όταν χώθηκε το μαχαίρι με αντίζηλη παραφορά.
Τι ακούω στην παρτιτούρα των πρωτόηχων
πριν βρω τη λέξη
ο αυλός το ξέρει,πλήρωσε ακριβά γι αυτό,
την απώλεια ύψωνε η πνοή
μόλις που είχε χαθεί,
πυρακτωμένος του Μαρσύα αυλός.

Ο ανταγωνιστής υπερόπτης τον έγδαρε ζώντα
χύθηκε του σάτυρου ο πόνος στο στερέωμα.
Αυτό που ακούω δεν είναι εσύ κόσμε
δεν είναι που πάλλεις κι ακούω τα θραύσματά σου;
Είναι μια σταθερά που πληρώνεις με το τομάρι σου
τη μουσική εκτίναξη στ αστέρια.
Ανταγωνίσου και μη συνερίζεσαι,το αριστούργημα σκοτώνει.

Το γδάρσιμο του Μαρσύα , Τιτσιάνο,
μας βλέπει με το καθρεφτισμένο βλέμμα του
ανάστροφα,κρεμασμένος στο δέντρο,μέσα από το τέλμα
που κάνει το αίμα του στο χώμα.
-Ποιος στ αλήθεια μας βλέπει Τιτσιάνο;
Με γδαρμένο δέρμα Μαρσύας να είσαι
γιατί τον πόνο προξενεί ανατομία εν σπουδή.
-Ποιος στ αλήθεια μας βλέπει Τιτσιάνο;

Το απαρέμφατο σε κίνηση πλοκής
μας εμπλουτίζει χωρίς δαπάνη
δεν βλέπουμε το φως,βλέπουμε μέσω
του φωτός,το δημιουργό αυτό διαφάνειας.
Ο τυφλός ποιητής βλέπει ένα άλλο
στο σκότος του φωτεινό του κόσμου,
όργανο αυτής της μουσικής το σώμα.
Η κλήση έρχεται πέρα από σένα
όμως σαν από σένα
με τη μνήμη και με υπόσχεση
ηθελημένα και με αφοσίωση
γίνεται μελέτη πορείας.

Άφηνες το φως κι εύρισκες το φως σου
αλλόκοτη σιγή άδηλο φέγγος
έξω από προσμονή σε ευρυχωρία ακρόασης
των μελλόντων τα άχραντα που παρήλθαν
σαν μακριά και σαν κοντά όπως εφαπτομένη στον κύκλο
ένα άπειρο που το μηδέν ανοίγει.

Σαν σε ταινία ασπρόμαυρη τοπίο ερημικό
κι από σιωπή γεμάτο όταν οι λέξεις
σε καλούν το μυστικό να δηλωθεί.
Το αίνιγμα κι αν λυθεί τα ναύλα μια ζωή στοιχίζουν
έτσι που ανεξόφλητα μένουν.
Αφού τακτοποιήσεις τα νομισμένα
στη στιγμή στοχάσου ετούτο
όλο το κενό στο εκείθεν δεν αφανίζει
ούτε στιγμή την εδώ παρουσία
όπως δηλώνεται στο ίχνος,στις σκιές
των γραμμάτων αυτό το ώς απάνω
κι ας πασχίζουν τα χόρτα να το καλύψουν.

Κανένας, Μουσηγέτη, δεν θα  τολμήσει
λάφυρο να με οδηγήσει στις κρύες πέτρες.

Advertisements

Παθητική

Συ μνήμη πρωταρχή σε τόνο υψώθηκες
μέλος θυμώδες πριν την απώλεια κι έσβησες
σταγόνες από ματόκλαδα η υγρή συμφωνία σου
δεν μπορώ να πω πως κληρονόμησα το λιωμένο τους ασήμι
Ανοίγω της ομιλίας τον κόρφο,οι όρμοι ηρεμούν
δεν είναι εσύ που ακούω πράγμα που πάλλει
δεν είναι πριν συντριβώ πριν διχαστώ
πριν γίνω εγώ πριν εσύ γίνεις
Ποιό θραύσμα φτάνει εδώ από το σκαρί ένα
όταν αδιαχώριστα υπήρχαν υλοτόμος δέντρο
ηχώ από χτυποκάρδι ονομάζει δρυοκολάπτη δεντροκόπημα;
Το ξέφωτο, παγίδα γύρω το δάσος, με τύλιξε
στα ασύχναστα ξυλοπάτια βήματα με σωπαίνουν
απόμακρα αντηχεί τσεκούρι που πελεκά το στυλιάρι του
σιγή σε υφάδι από πορσελάνη,ένδον αντίλαλος
Δεν επιστρέφει στη θάλασσα η αρχαία αρμύρα
Μόλις πέσει η νύχτα ανοίγονται μελανά χείλη
ενισχύοντας φωνή μέσα στην πρόθεση που ανατείνεται
μακρά πορεία που ξαναρχίζει από μέρα στην κάθε μέρα
και να πει ψίθυρος τα χείλη τα παυμένα
σκόνη και σκόνη στον αιώνα τεχνίτης και σμίλη
Συ μνήμη πρωταρχή σε τόνο υψώθηκες
Για χάρη σου είναι νόημα,η χάρη σού δίνει λάμψη
Να είσαι και να υπάρχεις είναι ένα και το αυτό
Συ μνήμη πρωταρχή σε τόνο υψώθηκες
γόνιμα όπως γύρη τ αστέρια γονιμεύουν ψυχές

χαρακιά

Οργιές το φως και το αγκαλιάζεις σε στερεά μορφή
φοίβου διάλεγμα αναδυόμενης άγγελμα
ακτίνες που μας στηρίζουν μες το πολύ του σκοταδιού
τη μέσα ουσία που όπως χώμα τρέφει τις ρίζες

Τρέμουν του κόσμου τα ριζοβλάσταρα
ριγούν οι ομορφιές στη διαπασών ανάταση του όντος

Ακόμη και το εφήμερο, εφήμερο δεν είναι
στην εντεινόμενη άνοδο της ύπαρξής του
στο φως δίνεται, αυτή όλη του η δόξα
βαρύτερο από ψηλό βουνό φαντάζει
στη ζύγιση βαρέων βαρών και ελαφρότητας
όπου η άθροιση δεν είναι αριθμός
όπου όσο αφαιρείς τόσο αυξάνει

Δεν είναι σφαίρα στο ριζάφτι είναι φωτόσφαιρα
αναπτερώνει οργιές το φως και το αγκαλιάζεις

Το μεγάλο κακό

Ένας άνεμος φυσά, ανηλεής
ξυρίζει τα πάντα
Ένας κακός άνεμος φυσά γκρεμίζει τα πάντα
Ένας μεγάλος κακός άνεμος φυσά μέχρι βαθιά στον ωκεανό
έρχεται από τον ουρανό έρχεται από βαθιά
έρχεται από τα κατακάθια έρχεται από τις κορυφές
μαύρος κακός καταλύτης κοσμοχαλαστής
ιδρυμένος από πάθη απληστία μοχθηρότητα
σκοτεινιάζουν οι προοπτικές εκτραχύνονται οι τρόποι
κατάπτωση κυριεύει κάθε πτυχή της καθημερινότητας
βία ακολασία έρεβος
Όλη η χώρα παραδομένη πατόκορφα στο έκνομο
Διαμαρτύρομαι για το έγκλημα τον μεγάλο κακό μαύρο άνεμο
Αυλακωμένο το μέτωπο χέρι δε βρίσκεται να ελαφρύνει τον εφιάλτη
Ξεριζώθηκε κάθε νόημα από ουρανό και από γη
ελάχιστος από το χρόνο ορίζεται
το παν παραδίνεται στα σκυλιά της φρίκης.

Με μειωμένα κόμιστρα

Κομίζω γλαύκες στην Αθήνα γιατί στα κοιμητήρια ξεχνιέμαι
βρίσκομαι όπου σε χάνω στο σκοτάδι σου κατεβαίνω
στον ακάλυπτο πόθο .Ξεχώνω. Κίνητρα μου οι παρακμές
φόβος του όλου μέσα στου πλήθους τους όγκους
σφύρα ο ήλιος χτυπά το αμόνι αιμάσσει
Κομίζω γλαύκες στην Αθήνα φωτογραφημένες

Δανείζομαι αύρα αιματώδη στεφάνια άγρια φαραγγιών
γεμάτα ίλιγγο ειρωνευτή .Τα γαλάζια με υποψία διαβάζω
δοκιμάζω τα πόδια δε χλευάζω δοξάζω
Είμαι όπου είμαι
Των σφαιρών μουσηγέτης διασαλεύει άστρα και σπλάχνα

Είμαι όπου είμαι
βαφτίζω τη λέξη στο στόμα τη μιλώ
σκίζεται μνήμη ξερολιθιά με μάνητα τη δίψα ζητούν
της φυλής μου τρελοί οι ποιητές στην αρένα αιμάσσουν
κυανοχαίτης το ατελές
Διασχίζει ο χρόνος τη χώρα μου σαν ξύλο

βαθυθάλασσα

εσύ είσαι η κόψη του φεγγαριού
εσύ είσαι το στιλέτο της νύχτας
εσύ μαχαιρώνεις την αγάπη
εσύ με βελούδινα πέλματα κρύβεις σφίγγας νύχια
εσύ από μέσα είσαι γάτα
εσύ τοξεύεις
εσύ είσαι
εσύ
αξόδευτη ηδονή
αθέριστη χλόη
εράσμιο λάδι
οι λαγόνες σου δορκάδες
αίλουρο σώμα
κορμί γιαταγάνι
χορεύεις στην κόψη τον πανικό
η γιορτή σου αίρει τον κόσμο
το στόμα σου ψίθυρος καταιγίδας
τα χείλη σου κόκκινες λεπίδες σφαγμού
είσαι άγριο φαράγγι
μα τα χίλια βράχια της μοναξιάς
στη μάλλινη φωλιά σου σφαδάζω
μα την αγάπη διψώ την κούπα σου
μα τα χίλια μυστήρια σ’αγαπώ

Ένα ποτήρι κρασί κάνει να σμίξουν δύο χείλη θερμά!
Κάνει τις αγκαλιές ν ανοίγονται να δίνουν πάρσιμο
δίνονται παίρνοντας κι αντίστροφα
γιατί τι άλλο είναι αγκαλιά;
ένα κρασί δρόμος
κι ατέλειωτο φιλί
ένα βήμα κι άλλο βήμα και στην αγκαλιά της θύμα
ας πούμε με άστοχο τρόπο

καμπύλη λάγνα
στόμα σύκο ανοιχτό
για γλύκα
μέλι
ένας κόμπος μέλι
για θέρισμα κερήθρα
σε κλέβω σαν μέσα από φιλί
νυχτερινή
ξενύχτισσα
ηδονικών αλήτισσα θηρεύτρα
παίζεις στα ζάρια τις καρδιές

«Περγαμηνή»

Προσωπογραφία γυναίκας (1917), λάδι σε καμβά 57x37 εκ.

1.Σκληρός απόπλους

Νά ‘σαι πραγματικός
σημαίνει πως ξεσκόλισες «Αθωνιάδες»
σημαίνει πως λύνεις όλα τα λουριά
σημαίνει απόσταγμα από καταιγίδες
και υδατόσημο προικιό σου
ασημοφόρετο τ’ αστέρι του θανάτου
κύμα πικρό επέλευση του ασυντέλεστου
και να βαθαίνει η εισαγωγή
και του θανάτου η φύτρα
ανάρπαση των όντων σεντεφένια
καθώς ξεριζώνεται ο κόσμος από μέσα
και η ύπαρξη μένει αίνιγμα πλήρες
Εγώ είμαι της νύχτας ο πρώτος

2.Εραλδικό

Πέρα από το όνειρο και πέρα από τη σιγή
Πέραν του ουρανού και πέρα από τη γη
Μυστήριας άλγεβρας σύμβολο, μυστήριο ένα αλχημικό
Ωκεανέ, που οργάς ,πες, πόνος είναι;
Ουρανέ, που βροντάς, πες, τρόμος είναι;
Βοριά, που φυσομανάς, πες, απόγνωση είναι;
Η βάρκα μαύρη κουκίδα μεσοπέλαγα λικνίζεται στο φως του αιθέρα.
Στης νύχτας την αγκαλιά, στων άστρων τα φιλιά. Πόσα φιλιά είναι η νύχτα;
Το κύμα τους βγάζει στην ακτή. Τους δείχνει το δάχτυλο της μέρας.
Από το βάθος τους η μνήμη τους ξυπνά στις ακτές της ζωής.

3.Πυροστιά

Χασμόδεντρα ονομάζω τα ποιήματα
στο χάσμα που άνοιξε του μηδενός ο έρωτας
αθροίζω
το κάλλος της αμηχανίας

από μέταλλο να γίνει πέταλο
από πέταλο να βγει μέταλλο
Τι μένει; Χειρονομία απέραντη
ιδρυτική της ύπαρξης
γαλάζιο που σκοτείνιασε
πορφυρή κυπάρισσος δίνει τη μάχη του ίσον

Πορφυρίτης
ο μέσα των σπλάχνων αετός
πλάση γίνονται, κόσμος
όλο το στέλεχος πετούν
χρονοβλάσταρο
Αλήθειες αιματώδεις για είναι αβάστακτο
αμετάπειστος του ύψους βαθαίνει με τίποτα

δυσχρωμία φλογάνθιστη
φρούτο πάνω στην ανοιχτή γλύκα
με το μακριά είσαι στο κοντινό
φυγάρης της γλώσσας

4.Συνάψεις

Αφρός είναι το ύψιστο μες στη λεπτή
λευκαύγεια θάλασσα που γεννά κι αφρίζει μουσικά
σαν που φεγγάρι πλέει ουρανό γεμάτο νύχτα
πορφύρα γεμίζει ο κόρφος σου
ώς η καρδιά σου φέγγει διάφανο πορφυρό

λαμπηδόνες ουλές χαρακιές

από μυθώδεις μάχες στην κατάπληξη του μηδενός
αναρριχητής αβύσσων
φάσκεις καταβασιών την ανάβαση
του ύψους βάθη αδράχνεις γκρεμού άνθη

Κισσοστεφής δρυοπετής μιλείς αινίγματα
σχιστής οδού λουλούδια αποστολέα υψηλέ

5.Κύριε ο καπνός σου

Κύριε ο καπνός σου με ενοχλεί
ομίχλη δε μασώ
-κλειστό μέσα σύμπαν εν εξελίξει-

όταν σε συναντώ ερωτικά τα μονοπάτια θέλω
μαύρη ομίχλη θλίψη μου

η πολυθρόνα είναι η δικιά μου ομίχλη
σαν να με βρήκα σε ρομάντζο με έκοψα
με το ψαλίδι και έζησα
το παρελθόν αλλάζω
αφαιρώ την ύλη κρατώ το χρώμα για τη βαθιά μορφή
έτσι που γυμνά τα αγάλματα έγιναν είδωλα καμόντων
και μες στο λευκό τους
τυλίχτηκαν σάβανο
μοίρα για νέο τώρα φως

ένα τσιγάρο δρόμος τα ταξίδια μου
που η αλλαγή τα αλλάζει

όταν βρέχει η απουσία με διαβρέχει
που είμαι αδιάβροχος δάκρυου μονωδώ
μονωδώ τραβώ του μόνου την οδό
εκ βαθέων γερνώ στα βάθη γέρνω
λουλούδι στο νερό λύνω τη γύρη
της μιάς Ηπείρου πειραστής μονωδώ
Κύριε ο καπνός σου

6.άτυπο ποίημα

Χρονοτριβείς στη φθορά σαν αφθαρσία της
μια θανατομορφή πριν να είναι

η πιο φρικτή απουσία
είναι η δική σου
Μια φορά στο ποτέ πια
πρώτο μυστήριο ο θάνατος
η πιο φρικτή απουσία είναι η δική σου
Υπάρχεις για πάντα δεν
το πρώτο μυστήριο ο θάνατος
το δεν, υπάρχω
και πας
για πάντα
σφήνα στα σκαριά
επί σαράντα
Υπάρχεις για πάντα δεν

σφαγάρι
αλλαγές στο πετσί
και μετά κόκαλο
άτυπο ποίημα

7.Στο κοιμητήρι

Εδώ θα μείνω επακριβώς
Por los siglos de los siglos
με χρόνους κορωνίδα
στο αμάραντο της φωτογραφίας πένθος
γηρανθείς στα καφενεία μέσα
έκτακτα με φώτισαν ήλιοι απογεύματος
και εν ηδονή πλήθος έφηβοι μορφαί μ επλάνησαν

Τώρα εν γηραιά δήγματι χρόνου ναρκωθείς
τεταριχεύομαι φαραωνική τη πόλει
φερωνύμου Αλεξάνδρου μεγίστου του παλαιοτάτου
Εγώ Κωνσταντίνος Π. από τούδε τήδε αποικίσας άρτι

Αποκλεισμένος στην κάσσα ο εν βιβλίω αθανατούμενος

8.εφόδιο άσμα

Μόνο λευκό βλέπει το μάτι
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
τα λεία φτερά τα ψαλίδια
χελιδόνες σταυροί μαύροι χελιδόνες άσπροι σταυροί
κόβουνε άγρια τα μελτέμια με τα σπαθιά φτερά
άλλα σπαθιά στα χέρια αντιλαλούν ψαλμουδιές
νερά λαλούμενα άνοιξη κεχαριτωμένη
μέλισσες άνθη λούζονται
δροσολογούνται χείλη φωτεινά κοριτσιών σαν χάραμα
Σιδηρός ο ανεμοδείχτης στο γαλανό υψώνεται καμπαναριού
άνεμος παραχαράκτης αυτός ο μέγας χαμός στα μαλλιά σου
Στου αίιματος τα πορφυρά
χύνονται δάκρυα
βίου απόδειξη ακριβή
μας άφησε διαθήκη διάσημος για το θανατό του
Μειδιάματα φωτοχυσία παιχνίδια χίλια
χελιδόνες σε τρελό χορό βουτάν χάνονται
λεία φτερά ψαλίδια κόβουν μελτέμια άγρια
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
Μόνο λευκό βλέπει το μάτι

« πένα-επί λέξει»

Μα λογοτεχνική βάση είναι ακριβώς αυτό τοποθετημένη στο κέντρο ,βάρος της αίσθησης εκεί το κύρος, εκεί δένει η αισθητήρια μνήμη το ανά και γίνεται ο πόθος τρυφερό, δεν σε βγάζει αυτό από την ποίηση το να λες δεν είμαι ούτε σε μπάζει, η πρακτική δουλειά είναι που μετράει.
«Η νύχτα αγκαλιά σου χρυσάφι φεγγάρια λιωμένο ασήμι γερμένοι στην κουπαστή καταπίνουμε θάλασσα νεβερμορ νεβερμορ στο μίσχο μόλις, στο μίσχο μόλις παφλάζει το λιωμένο παφλάζει νεβερμορ νεβερμορ»,να ανοίξει βήμα για το άλλο που είναι υπό ζήτηση όταν σ αρπάξει η ποίηση σε γεννά το ’χεις νιώσει ,τότε ότι σε άρπαξε και γράφτηκε είναι άλλο. Γεννιέσαι, ολκός. η γραφή είναι σαν να βγάζεις φωτογραφία την ψυχή που ταυτόχρονα πλέκεις υφαίνεις.
*
«Στριφογυριστή σκάλα που όσο απομακρύνεσαι ψηλώνει στου πουθενά άνω»
Tο σημαντικό είναι αυτός ο στίχος , εδώ στηρίζεται το παν, στήλη άλατος γι αυτό και λιώνει ,μη σε νοιάζει για μετά ,θα είναι τότε που ωριμάζει βαθαίνει κάτι μέσα σου και στα λέει όλα το στραμμένο προς τα μέσα βέλος του χρόνου, χρόνος ψυχικός, δουλειά δικιά σου ,μοναδικός πλούτος ό,τι φωτίσουμε εκεί ,η γραφή είναι ένας δρόμος από αρκετούς άλλους. οι εραστές παραδίδονται αντιστεκόμενοι.
Aπλά κοιτώ αυτά τα πράγματα για τα οποία για να μιλήσεις , πάλι πρέπει να μιλήσεις! Δεν μπορούμε να υπαινιχτούμε τίποτε χωρίς λόγο, που ,ναι ,είναι μέρος του κόσμου, αλλά τι μέρος! Και φυσικά κόσμος είναι ό,τι ιδρύουμε ,το άλλο είναι χάος, μιλάμε για γλώσσα των εικόνων μιλάμε για γλώσσες ,αλλά πάλι γλώσσες είναι ,επάνοδος σ αυτό που τείναμε να αρνηθούμε. Ενορατική είναι και η αλήθεια της Μαθηματικής. Ποίηση; Ναι ομνύω !Η ένδεια δεν έχει τρόπο να πει τον εαυτό της παρά με λέξεις ή συμπλοκές λέξεων “Χωρίς την έννοια είμαστε βουβοί, χωρίς την εποπτεία είμαστε τυφλοί” παραπέμπει στον πλούτο επίσης η θέλει να πει σπάνις;
*
Nα τις περάσουμε από δίκη; δες παραμέσα γιατί λέμε αυτό: ψυχή. Δεν είναι απλά λέξη κοίτα την έννοια, επειδή το είπες φυλακή, αλλιώς άσε το πουλάκι να πετάξει ,δεν είναι από σίδερο η λέξη ,θα πλέξεις κάγκελα μη χαθούμε στην κυριολεξία δεν το νομίζω χωρίς ονόματα θα παθαίναμε ασφυξία σαν τον βουβό ,χωρίς εποπτεία σαν τον τυφλό θα χρειαζόμαστε μπαστουνάκι, άλλο να χάνεσαι, επειδή υπάρχουν όσα υπάρχουν έχεις δικαίωμα να χαθείς .

με τα μάτια μου στο στόμα σου
ψάχνω τη λέξη
σαν στα χείλη σου ,κόκκινες λεπίδες
-στίχοι για μαχαίρι

Συναντήσαμε τα λείψανα του σύμπαντος εκεί-
σαν ένα κάποτε
φτιαγμένο
από ποτέ και κενό Και η γλώσσα πεθαίνει
Θάνατος μυστικός καίει τα λαρύγγια
Είναι φωτιά στα στόματα
Ύστερα τίποτα
Σπάνε οι ήχοι τσακίζονται σαν καλάμια

Σκάβω τα γραμμένα
Αγκάθι στη γλώσσα βραδεία φωνή
Πόλη από πέτρα
Ομοιοκαταπληξία φλογόχρωμη
Λέει στη λέξη:έλα

Ο ΤΙΤΛΟΣ
λείο στιλπνό με γεύση Ζεν (σαν έν Ζηνός) γιατί το περίκλειστο είναι σε κατάσταση έξαρσης αυτοσυλλεγόμενο σαν σπόρος σε ποιητικό κήπο. Κήπος του ποιητή. Αυτάρκεια. Ο ήχος του κενού. Αυτανάφλεξη λευκού.
*
η πένα ,επί λέξει, μπορεί να τρυπήσει τον ορίζοντα κι όποιο φύλλο τη φιλοξενεί και να πάει εκεί που θέλει, να αντέχεις. Έτσι ,τα καλοκαίρια γίνονται βαθιά αν τα διαπερνά χιόνι ,όλα άνοιξη είναι αν το θες, άνοιξε μια μπάλα χιόνι και κλέψε την καρδιά του χιονιού και να ξέρεις ότι το πιο βαθύ του σώματος είναι η λευκή σου επιδερμίδα , χιόνι ρίγος άσε το να τρέξει στο σώμα σου θα καείς, όταν είναι ερωτικό δεν υπάρχει πιο καυτή αίσθηση
το μαύρο έχει έρωτα
μέχρι που γίνεται λευκό
νόμος της αλλαγής
για να είναι κάτι σταθερό πρέπει ν αλλάζει
Έχω κοιτάξει τον ήλιο από τον Άρειο πάγο στη βασιλική δύση του κατάκεντρα και τότε έμαθα πόσο λευκός είναι δεν υπάρχει πιο καυτή αίσθηση
λευκή αστραφτερή ανάπαλση μέχρι να λιώσει το κοίταγμα να γίνει ένα με το μέσα βλέμμα
πάλλονται οι μεμβράνες στου συνειδητού τα σύνορα η μέρα ονειρεύεται πυκνά
*
αηδόνα ,ξέρεις πως χτίζει τη φωλιά;
με χνούδι ιτιάς ,την κρεμά σε ένα κλαδί πάνω από το νερό, αν πας ποτέ Αχέροντα στις εκβολές με βάρκα θα δεις. Είμαστε μέσα στο θαύμα και δεν μπορούμε να το δούμε όπως όταν είμαστε πάνω στο βουνό, πρέπει να τραβηχτούμε μακριά του για να αντιληφτούμε τον όγκο του, το ύψος του. Ύστερα το ύψος δεν μπορούμε να το κατεβάσουμε κάτω για τους πεδινούς. Ε, το μόνο που μπορούμε είναι να φέρουμε την κιτρινογάλαζη γεντιανή έστω με το χώμα της
Τα σφάλματα όμως μην το παίρνεις κατάκαρδα με λίγο νεράκι πλένονται. Μέσα στον κίνδυνο το σωτήριο λάμπει.
Ποτέ δε σταματάμε, για να παραμείνουν τα πράγματα όπως είναι χρειάζονται βαθιές αλλαγές «Άνάμεσα σε απόκρυφους στίχους η ανύπαρκτη λέξη λάμπει στο κενό»
*
Της αλήθειας τι να της κάνουμε ; Προτιμάς ένα ψέμα; Βάλε της κραγιόν ,δικό σου κι αυτό ,αν είναι. Και διασχίζεται διαγώνια και όρθια όπως της επιθυμίας το υγρό αυλάκι scientia libido και τολμηρά σαν φιλιά με γλώσσα, χάιδεψε τη γλώσσα.
Μικρή του φεγγαριού εσύ τα μάτια σου δυο λίμνες δρομολογούν αστρόφως
, κόβω ένα μήλο απ τη μηλιά σου.
Ό,τι αξαίνει έχει πόνο ,ο βυθός είναι σκοπός, θέλει γυάλισμα να σε καθρεφτίσει
μπορεί να γίνει θεμέλιο ,όπως το χάος Έρως πρώτος θεών μητίσατο πάντων ,μέσα απ το χάος, μην ξεχνάμε ο Ησίοδος το λέει (οδός Ήσίοδος) κι εσύ μέσα από το χάος των αρσενικών αρπάχτηκες στο ένα μυστικό σου από σένα την ίδια Το Συ θέλει ένα σκοτεινό αεράκι για να ανέβει από το δάσος των λέξεων, ανέβα σε σένα με γρήγορη κόκκινη γλώσσα ευκίνητη ,σαν αστραπή κόκκινη ,κάνε Σε ουσία μετουσία να σε μεταλάβεις, μετάληψη και φιλί ,δε φτάνουν τα τραγούδια θέλει κι άλλο μάλιστα το μπουζούκι θέλει τσάκισμα.
Προτιμώ τον άνεμο στις ατσάλινες χορδές της γέφυρας του Ρίου άρπα Αιόλου
και στους πυλώνες της ηλεκτρικής ακόμα παραπάνω βιοτεχνική θύελλα ,δεν περνάμε αλλιώς. Την ώρα που σε κοιτά η άβυσσος στείλε της φιλί να κόψει το γέλιο της, η άβυσσος είναι ένα στεφάνι (γκρεμός ) μέσα μας ,το έξω είναι λίγο .στην πάλη μας στην αγωνία είναι λίγο το έξω ,κατά τα άλλα είναι πολύ.
*
Τώρα ένωσε τα ,νιώσε διπλά μέσα από στάχτες νιώσε όλο το τίναγμα.
Είναι κεκτημένο της εθνολογίας οι Σλάβοι της ζάντρουγκα καίγανε τα δάση και σπέρναν εκεί ,αφού τα καμένα τούς έδιναν στην πρώτη σπορά εκατονταπλάσια σοδειά και προχωρούσαν στην επόμενη φωτιά.
χαιρέτα μου τη θάλασσα με τα κοχύλια χείλια σου
θέλω το κείμενο να βρυχάται στόμα λιονταρίνας σε οργασμό
στόμα λιονταρίνας στιγμή που ρίχνει δόντι
χάδι στη λεία σου αστραφτερή γούνα και χάδι

Βρες εκείνα τα λόγια που πολεμιέται. Θα το νιώσεις όταν έρθει αυτό. Κοίτα μέσα. Ορυκτή τη λέξη να κόψεις όταν από θέρμη κι από πίεση αντλείς. Υδραντλία ; Ναι.
Θα δαγκώσει η Εύα το μήλο της γνώσης, θα γευτεί ο άντρας στο άκουσμα του κόσμου που ηχεί μέσα στο ένα μήλο, θα αισθανθεί τη γυναίκα ευαγγελισμό στην αγνιστική εκείνη μορφή που θεμελιώνει την επίγνωση του ένθετου νοήματος; Γυναίκα επαγγελία που συνεπαίρνει και πλαγιάζει την επιθυμία τόσο όμορφα ώστε η κατάκλιση είναι ονειροβασία ένα βήμα από τον παράδεισο κόκκινα στο μαύρο σαν να στήνεις δόκανα στον έρωτα.
*
Όλο; Μα όλο είσαι κάθε στιγμή ,και το μισό όλο είναι δεν ισχύουν εδώ τα μαθηματικά του σχολείου ούτε μαθήματα δασκάλων κλπ έχεις δει μισό άνθρωπο; Έχω δει ,όλος είναι ,κι ας είναι μισός, κι ας είναι σαν την Αφροδίτη της Μήλου χωρίς χέρια ,σε αγκαλιάζει με το βλέμμα.
Μα τι είναι ψυχή; Όχι, ερωτικό θα το ονόμαζα είναι σαν κάποιος να προσφέρει την ψυχή του ξωτικό φρούτο όπως κι εκείνη
ας φάνε αχόρταγα εραστές στόμα στόμα το φιλί ,ακόμα πιο αχόρταγα να πίνουν τη φωτιά τους .
Δεν μου αρέσουν τα φτερά εν αντιθέσει με το πέταγμα.
Ωραίο είναι μες στο πολύ του κόσμου νιώθεται με έμφαση η μηδαμινότης και νιώθεται με ένταση αυτό ως πληρότης, σε γεμίζει τότε η ψυχή του κόσμου το πολυδύναμο μυστήριο και τρέμουν τ αστέρια.

Ο έρωτας είναι πειρατής

pantazis22.9.12

 

κι εγώ σε άκουγα να περνάς, θρόιζε το φουστάνι σου ,άκουγα το σώμα σου να περνά ,σε ένοιωθα
ήσουν ένας μύθος

είσαι μια αφήγηση
είσαι ένα κρεβάτι που μιλάει
με το κορμί σου
μου αφηγείται εσένα το στόμα σου δίπλα μου σε μιλά ,ακούω
ακούω το σώμα σου
στον ήχο είσαι
όλη
μέχρι να καταλάβεις το βλέμμα μου με τα σκέρτσα του κορμιού σου στη διαπασών
μέχρι την ένωση μία το αιφνίδιο σώμα
μέχρι τα χείλη σου να ενώσω λαύρα

τα λαύρα χείλη σου
να πάρω στην αφή του κορμιού σου τη φωτιά
από τα χείλη σου κόρος λαγνεία δόσιμο λαχτάρα αλλοπαρμός
τα δάχτυλα μου σε ερευνούν κρυφή κι ανοίγεσαι με το φιλί
ο πυρετός θα λυθεί

όταν το σώμα σου
διανύσω
διανυκτερεύοντας κορμί ηδονή
η καλημέρα χείλη σου

λύνω το αίνιγμά σου
κάτω απ το ρούχο φέγγεις
το μαύρο μέλι σου
θερίζω του κορμιού σου χρυσάφι
είναι άνοιξη και βρέχει
στο ρέμα σου
κυλιόμαστε στο πάτωμα
εμφύλιος των σωμάτων χορός
μάχες φιλιών

τα μπούτια σου αναμμένα με καλούν
το σπαρταριστό λαχταριστό μουνάκι σου στη ζεστή του κόγχη με καλεί
ουρλιάζει ηδονή
στα σκέλια
Τώρα τα σβήνω ,
Παίρνω κλωνάρι πικροδάφνης δροσίζει τον πυρετό χειλιών κορμιών φύλων
Γίνεται μέρα καθαρή
και ξαστερώνει
κατεβαίνουν τ αστέρια στο κρεβάτι σου
κι άλλα στο στόμα φωτεινό
Γιατί πως σχεδιάζεται της επιθυμίας το τρελό κρεβάτι;

θέλω το μπουγαρίνι
μίλησέ μου πόθο
μίλησέ μου σκίρτημα

μίλησέ μου από ανάκτορο ηδονής

δώστο μου
λύσε την κορδέλα και δώστο μου

Ένα κλαδί από σφεντάμι στο μετάξι του φορέματός σου τυλίγει σφικτά τους γοφούς σου υποκαθιστά το χέρι μου και ζηλεύω

τα σχιστά σου μάτια με κόβουν χύνομαι στο βυθό σου

έλα και μίλα μου στη βροχή καθώς τα μάτια σου ψιχαλίζουν
τι φέρνει ο έρωτας, τι μας φέρνει έρωτας που το κόκκινο του σφαδάζει
Απόψε σε περιμένω να μιλήσουμε ιδιαίτερα οι δυό μας
μετά που θα με τυφλώσουν οι ρώγες σου θα σε βλέπω με την αφή ,τότε θα σε έχω

EINBÄUME

ECTOR PANTASIS * ΕΚΤΩΡ ΠΑΝΤΑΖΗΣ
EINBÄUME

– Wörter treten aus dem Wörterbuch der Qual, wie aus einer Streichholzschachtel heraus,
reiben sich an der phosphoreszierenden Seite der Welt und entflammen sich

– Schenker der Streichholzschachtel mit kleinem Strandstein, Musikinstrument, große Leere zu hören, Klang der Welt, in Gasthäusern bewirtete Existenz.

– Am Tag, als dich der Südwind umhüllte, waren alle Fenster beleuchtet du ließest deinen Akt hell reisen zur verbrannten Schale der Welt
Zu deinen seidenen Flügel Liebkosen für deine Haare.

– in deinen Haaren Frühling goldene Schwalbe-Nadel
dein Garten ein Nest aus Laub flüstert deinem Herzen

– Schwarzer Tau benetzt die Rosen feuchte Begierde wie tiefe Dunkelheit.

– Eine Mohnblume malte ich karminrot ihre Blätter flattern sie wehen wie verrückt der Himmel brennt das Herz lodert eine leichte weiße Wolke hebt den Schmerz ab

– dieses Rot kann die Finger verbrennen

(in meiner Übertragung)

ΜΟΝΟΞΥΛΑ

-λέξεις βγαίνουν από το λεξικό της οδύνης όπως από σπιρτόκουτο,
τρίβονται στη φωσφωρούχα πλευρά του κόσμου σαν σπίρτα και αναφλέγονται

-Δωρητής σπιρτόκουτου με βοτσαλάκι, όργανο μουσικό, ακούς μέγα κενό, ήχο του κόσμου, ύπαρξη ξενοδοχούμενη.

-Η μέρα που σε τύλιξε νοτιάς όλα τα παράθυρα είχαν φως άφησες το γυμνό σου να ταξιδεύει φωτεινό στην καμμένη φλούδα του κόσμου
Στα μεταξωτά φτερά σου χάδι στα μαλλιά σου.

-μες στα μαλλιά σου άνοιξη χρυσή καρφίτσα χελιδόνι
ο κήπος σου φωλιά από φύλλα σιγομιλά την καρδιά σου

-Yγραίνει τα τριαντάφυλλα μαύρη δροσιά υγρή επιθυμία σαν βαθύ σκοτάδι.

-Ζωγράφισα μια παπαρούνα με καρμίνιο τα φύλλα της τρεμοπαίζουν ανεμίζουν τρελά καίγεται ο ουρανός φλέγεται η καρδιά ένα ελαφρύ λευκό σύννεφο σηκώνει τον πόνο

-αυτό το κόκκινο μπορεί να κάψει δάχτυλα