EINBÄUME

ECTOR PANTASIS * ΕΚΤΩΡ ΠΑΝΤΑΖΗΣ
EINBÄUME

– Wörter treten aus dem Wörterbuch der Qual, wie aus einer Streichholzschachtel heraus,
reiben sich an der phosphoreszierenden Seite der Welt und entflammen sich

– Schenker der Streichholzschachtel mit kleinem Strandstein, Musikinstrument, große Leere zu hören, Klang der Welt, in Gasthäusern bewirtete Existenz.

– Am Tag, als dich der Südwind umhüllte, waren alle Fenster beleuchtet du ließest deinen Akt hell reisen zur verbrannten Schale der Welt
Zu deinen seidenen Flügel Liebkosen für deine Haare.

– in deinen Haaren Frühling goldene Schwalbe-Nadel
dein Garten ein Nest aus Laub flüstert deinem Herzen

– Schwarzer Tau benetzt die Rosen feuchte Begierde wie tiefe Dunkelheit.

– Eine Mohnblume malte ich karminrot ihre Blätter flattern sie wehen wie verrückt der Himmel brennt das Herz lodert eine leichte weiße Wolke hebt den Schmerz ab

– dieses Rot kann die Finger verbrennen

(in meiner Übertragung)

ΜΟΝΟΞΥΛΑ

-λέξεις βγαίνουν από το λεξικό της οδύνης όπως από σπιρτόκουτο,
τρίβονται στη φωσφωρούχα πλευρά του κόσμου σαν σπίρτα και αναφλέγονται

-Δωρητής σπιρτόκουτου με βοτσαλάκι, όργανο μουσικό, ακούς μέγα κενό, ήχο του κόσμου, ύπαρξη ξενοδοχούμενη.

-Η μέρα που σε τύλιξε νοτιάς όλα τα παράθυρα είχαν φως άφησες το γυμνό σου να ταξιδεύει φωτεινό στην καμμένη φλούδα του κόσμου
Στα μεταξωτά φτερά σου χάδι στα μαλλιά σου.

-μες στα μαλλιά σου άνοιξη χρυσή καρφίτσα χελιδόνι
ο κήπος σου φωλιά από φύλλα σιγομιλά την καρδιά σου

-Yγραίνει τα τριαντάφυλλα μαύρη δροσιά υγρή επιθυμία σαν βαθύ σκοτάδι.

-Ζωγράφισα μια παπαρούνα με καρμίνιο τα φύλλα της τρεμοπαίζουν ανεμίζουν τρελά καίγεται ο ουρανός φλέγεται η καρδιά ένα ελαφρύ λευκό σύννεφο σηκώνει τον πόνο

-αυτό το κόκκινο μπορεί να κάψει δάχτυλα

Advertisements