Παθητική

Συ μνήμη πρωταρχή σε τόνο υψώθηκες
μέλος θυμώδες πριν την απώλεια κι έσβησες
σταγόνες από ματόκλαδα η υγρή συμφωνία σου
δεν μπορώ να πω πως κληρονόμησα το λιωμένο τους ασήμι
Ανοίγω της ομιλίας τον κόρφο,οι όρμοι ηρεμούν
δεν είναι εσύ που ακούω πράγμα που πάλλει
δεν είναι πριν συντριβώ πριν διχαστώ
πριν γίνω εγώ πριν εσύ γίνεις
Ποιό θραύσμα φτάνει εδώ από το σκαρί ένα
όταν αδιαχώριστα υπήρχαν υλοτόμος δέντρο
ηχώ από χτυποκάρδι ονομάζει δρυοκολάπτη δεντροκόπημα;
Το ξέφωτο, παγίδα γύρω το δάσος, με τύλιξε
στα ασύχναστα ξυλοπάτια βήματα με σωπαίνουν
απόμακρα αντηχεί τσεκούρι που πελεκά το στυλιάρι του
σιγή σε υφάδι από πορσελάνη,ένδον αντίλαλος
Δεν επιστρέφει στη θάλασσα η αρχαία αρμύρα
Μόλις πέσει η νύχτα ανοίγονται μελανά χείλη
ενισχύοντας φωνή μέσα στην πρόθεση που ανατείνεται
μακρά πορεία που ξαναρχίζει από μέρα στην κάθε μέρα
και να πει ψίθυρος τα χείλη τα παυμένα
σκόνη και σκόνη στον αιώνα τεχνίτης και σμίλη
Συ μνήμη πρωταρχή σε τόνο υψώθηκες
Για χάρη σου είναι νόημα,η χάρη σού δίνει λάμψη
Να είσαι και να υπάρχεις είναι ένα και το αυτό
Συ μνήμη πρωταρχή σε τόνο υψώθηκες
γόνιμα όπως γύρη τ αστέρια γονιμεύουν ψυχές

Advertisements