Ομιλία

Άς φανερωθεί με ισορροπία λόγου
και γοητείας σε γλυκό νέο τρόπο
η πολιτική μη διαθεσιμότητα του ποιητή.
Κατάγγειλέ μου εκείνο το φρύδι υπεροψίας
τόνο φθόνο απ το γδαρμένο,μέλους θυμικού
όταν χώθηκε το μαχαίρι με αντίζηλη παραφορά.
Τι ακούω στην παρτιτούρα των πρωτόηχων
πριν βρω τη λέξη
ο αυλός το ξέρει,πλήρωσε ακριβά γι αυτό,
την απώλεια ύψωνε η πνοή
μόλις που είχε χαθεί,
πυρακτωμένος του Μαρσύα αυλός.

Ο ανταγωνιστής υπερόπτης τον έγδαρε ζώντα
χύθηκε του σάτυρου ο πόνος στο στερέωμα.
Αυτό που ακούω δεν είναι εσύ κόσμε
δεν είναι που πάλλεις κι ακούω τα θραύσματά σου;
Είναι μια σταθερά που πληρώνεις με το τομάρι σου
τη μουσική εκτίναξη στ αστέρια.
Ανταγωνίσου και μη συνερίζεσαι,το αριστούργημα σκοτώνει.

Το γδάρσιμο του Μαρσύα , Τιτσιάνο,
μας βλέπει με το καθρεφτισμένο βλέμμα του
ανάστροφα,κρεμασμένος στο δέντρο,μέσα από το τέλμα
που κάνει το αίμα του στο χώμα.
-Ποιος στ αλήθεια μας βλέπει Τιτσιάνο;
Με γδαρμένο δέρμα Μαρσύας να είσαι
γιατί τον πόνο προξενεί ανατομία εν σπουδή.
-Ποιος στ αλήθεια μας βλέπει Τιτσιάνο;

Το απαρέμφατο σε κίνηση πλοκής
μας εμπλουτίζει χωρίς δαπάνη
δεν βλέπουμε το φως,βλέπουμε μέσω
του φωτός,το δημιουργό αυτό διαφάνειας.
Ο τυφλός ποιητής βλέπει ένα άλλο
στο σκότος του φωτεινό του κόσμου,
όργανο αυτής της μουσικής το σώμα.
Η κλήση έρχεται πέρα από σένα
όμως σαν από σένα
με τη μνήμη και με υπόσχεση
ηθελημένα και με αφοσίωση
γίνεται μελέτη πορείας.

Άφηνες το φως κι εύρισκες το φως σου
αλλόκοτη σιγή άδηλο φέγγος
έξω από προσμονή σε ευρυχωρία ακρόασης
των μελλόντων τα άχραντα που παρήλθαν
σαν μακριά και σαν κοντά όπως εφαπτομένη στον κύκλο
ένα άπειρο που το μηδέν ανοίγει.

Σαν σε ταινία ασπρόμαυρη τοπίο ερημικό
κι από σιωπή γεμάτο όταν οι λέξεις
σε καλούν το μυστικό να δηλωθεί.
Το αίνιγμα κι αν λυθεί τα ναύλα μια ζωή στοιχίζουν
έτσι που ανεξόφλητα μένουν.
Αφού τακτοποιήσεις τα νομισμένα
στη στιγμή στοχάσου ετούτο
όλο το κενό στο εκείθεν δεν αφανίζει
ούτε στιγμή την εδώ παρουσία
όπως δηλώνεται στο ίχνος,στις σκιές
των γραμμάτων αυτό το ώς απάνω
κι ας πασχίζουν τα χόρτα να το καλύψουν.

Κανένας, Μουσηγέτη, δεν θα  τολμήσει
λάφυρο να με οδηγήσει στις κρύες πέτρες.

Advertisements