» άνθρωποι της χειμωνιάς»

1.καταχρεώθηκαν
την ξερή όψη αχρείων καθεστώτων
χωροφυλάκου κοψιά
να κυβερνά σκέψη και φρόνημα.Τότε
η ελευθερία
είχε τη χειμερινή της στολή
2.’Ολοι έπαιξαν στη μοίρα
μα ακόμα πλάθεται το προσωπό της
Πού θα κάτσει το ζάρι και θά ‘ναι ευνοϊκό
κανείς δεν είναι σε θέση να πει.
Κι ακόμα η μπίλια γυρνά
δεν ειπώθηκε το rien ne va plus
Κύριοι τάξετε με την ψυχή σας-
3.Τα πότισε μέσα αιώνας ψυχή ιώδιο
έγιναν ιερός καρπός μυθογονία
έτσι που σκιρτά απαλά η μνήμη
τρέμουν χορδές της θύμησης
4.Γυρίζω όλα τα φύλλα σαν τα γαλάζια
κύματα κατά την ακτή
μουλιάζουν οι αμμουδιές σκουραίνουν
απότομα ο ασημόγλαρος χτυπά στο κύμα
αστράφτει ασημένιο του ψαριού

ώ βίαια του μεσημεριού μερίδα του ήλιου

ΡΙΖΏΜΑΤΑ ΦΎΣΕΩΣ

Ξεχωριστή σαν άγαλμα μούσας

Θεοείκελη θέλγεις μούσα ιμερόεσσα Φωτίζεις 
με το σμαράγδι των ματιών Υγρά μάτια 
ουράνια τόξα σμιχτών παρθενικών φρυδιών 
Βαθαίνεις τις μυθικές κοίτες με το χρυσάφι 
του κορμιού Αδίστακτη Εσύ ξεχωρίζεις 
κι αναμετράς την ορμητική κοψιά που χειμαρώνει 
το πέτρινο θεώρημα Aqua πιωμένη μεθάς 
Γίνεσαι φωτεινή σε λούζει λούξορ στροβίλων 
φωτεινή λουτσία του φωτός σύμπλοκη 
Τα χέρια σου τα πόδια σου σύγκλαδο μοιραίο 
δίχαλο μαρμάρου συνταγή πλέκουν ανάδρομα 
μουσικό θρίαμβο κυματικής ολκής 
Παράδοση στο μύθο του το μύθο σου αναβλύζεις 
Θηρεύτρα του ονείρου Θουριγγίας ποθεινή 
βαλπούργια μύστιδα ο θεοάνεμος σε ρυτιδώνει 
ιριδίζουσα ανέφικτη γοτθική τη φωτιά 
των μαλλιών σου παφλάζεις στα νερομυστικά 
Σε κραδαίνουν ατμίδες πηγών Συμβολόγραμμα 
σε παίζει ο ήλιος της θεοκατάνυκτης ηχηρής 
μέρας των πόθων Αρχειακή των στοιχείων 
ντύνεσαι τη μεταφύση Επόπτευε Ξεχωριστή 
σαν άγαλμα Μούσας Επόπτευε το θεώρημα 
αλλόκοσμη θηλύτητα με θεία σμίξη όνειρο 
Ο άνεμος σε τραγουδά στα νεροκάλαμα 
ποθεινή , άφευκτη, γητεύτρα, ζαβή.

*
Μικρές θείες ταξιδεύτρες

Λιθόπλεκτες κουρτίνες εστεμμένες με άγριες δρυς 
ρείκια δάφνες Πορτοκαλόχρυσες και άφωτες
οι αδιαπέραστες όχθεςΚάτω στη ρίζα τους 
το σμαράγδινο ποίημα των νερών Αθάνατων νερών κρουνοί 
από σχισμάδες πέτρας διαθλούν το φως σπιθίζουν 
θείο σμαράγδι λεπίδα στα σπλάχνα των βουνών
Στην ξέφωτη απλωσιά πλατάνια ιτιές φτέρες σχίνοι 
πλουταίνουν το ειδύλλιο Σε βάθεμα κοίτης 
λάμπει στέρνα καθρέφτης των ουρανών
Μαρμαίρουν βότσαλα σε διάφανη ροή απλώνεται 
ησυχία ημερινή Τη διαπερνά το γέλιο κοριτσιών όμιλος 
θεία μάτια καθρεφτίζουν το θαύμα των νερένιων βασίλειων
Μάτια που διαλαλούν ομορφιές παραμυθένιας θεοποταμιάς
Τραγούδι γκρεμών τραγούδι γλώσσας τόπου 
συντρέχει με τις καρδιές των κοριτσιών σ’ όλες τις Ευρώπες
Καρδιά την ομορφιά τραγούδησε ομορφιά ταξιδεύτρα 
με ορμή χαραγμένη στην πέτρα
*
Σωρεία

Στις ρίζες εκείνου του βουνού με τις βαθιές 
πηγές του και με τ’ αθάνατο νερό Μεταλαβαίνω 
νάματα διαρπαγμένος από αρχιβασικά στοιχεία 
Συνηχεί ύμνος Πιερίων ακατάπαυστα κλέβει 
ουράνιες διαχύσεις που γίνονται εμπνοές 
επί πτερύγων ανέμων ροή υδάτων νερένια βασίλεια 
Έμπλεα φωτός τα άνω διαζώματα της κοιλάδας 
διαφλέγονται από πύρινους ύμνους 
αρχιρριζώματα δαιμόνιας τέχνης ποίημα 
Ριπίζονται φυλλώματα ολάνθιστοι κισσοί 
δάφνες χρυσόλαμπες πετρώματα αστραφτερά 
φωτιά του ήλιου πυρόφεγγη γυμνώνει το τοπίο 
το αίρει ως χώρα νοητή διάφανη αγλάισμα κυανό 
πυραυγής άνθιση και το κατόπι γέρνει με δύναμη 
το ρεύμα το αναφλέγον σε δίνη έρωτα 
Εννεείς οι μορφές στου αρχαίου ναού την πρόσοψη 
έλαβαν μοίρα Η μεγαλόπρεπη πύλη δίνει στο βάθος 
πρόσβαση αναδείχνει άγαλμα θεού 
Άγαλμα αίνιγμα την αινιγματική μας κλήρα 
Η πρώτη ακτίνα του επιτέλοντος χείλη θεού 
προσβλέπει μειδιόντα μελισσών βοή 
υπόγλυκο σχόλιο χρυσίζει αράχνης ιστός 
πλεγμένος σε δρύινο σύγκλαδο Άξαφνα αυγάζει 
Δρυοκολάπτης Αναφέγγει ο τόπος από συνηχήσεις 
φτερωτών Η φύση βλέπει στο πρώτο της ξημέρωμα 
Το ξέφωτο είναι είναι τώρα ξυπνό αμαδρυάδες 
το περιζώνουν και κάτω στα ριζώματα στα νερένια 
βασίλεια στέλνουν φωτοστέφανο τραγούδι
*

ΆΤΥΠΗ ΣΥΝΆΘΡΟΙΣΗ

(-Μιά ανοιχτή αχιβάδα σαν κραυγή
*
-χαράζεις στον κρύσταλλο της σιωπής-Γιωργής Κότσιρας)
1
Από αυτό το μονοπάτι δεν πέρασε άλλος
το ήπια μονορούφι.

Γιατί λοξά κινείται ο ήλιος κι αυτόν
η σκιά ακολουθεί,
δεν φταίει
ο Μίλτος το νυχτοπούλι που
μόλις πέφτουν οι μαύρες κουρτίνες της νύχτας
χάνεται μέσα στο αυγό του

Τώρα καρφωμένοι κινάμε
φαρμακωμένα κυπαρίσσια σε νεκροταφείο
επίκαιρες μοιρολογίστρες
παραστέκουμε τον αφανισμό μας

Το ένα χέρι ανοιχτά δάχτυλα ώς το Ταίναρο
το άλλο ανοίγει προς Χαλκιδική
κι ας το λένε πόδι
ο παράμεσος Άθως μέ δαχτυλίδι τρούλλο
ο μέσος πατημένος από πύργο λευκό

Να, κυκλωμένος από έγνοιες κι αβεβαιότητες
νιώθω σαν σε διακοπές για διαφήμιση
και δεν ξέρω τι νόημα έχει να περιμένω αυτή την
άτυπη συνάθροιση

2

Υπεροψία ,καθώς πιάνο βυθίζεται,
υγρό στα σύννεφα

«Και γοργόνα να ήσουν θα εύρισκες τρόπο
ν ανοίξεις τα πόδια σου»

3

λέξεις μού λένε για σένα
θυμούνται καθώς τις πρόσεξες
διηγούνται καθώς τις μίλησες
εγώ οι λέξεις σου άλλος κανένας
σου απευθύνομαι σε φιλικό ενικό
(κι είναι σαν να μιλάει
ο πόνος-

όταν ανοίγει η φωνή ας είναι απ όπου
αν έρχεται
γιατί είναι φωνή πράγματι
σηκώνει σε ευθύμηση ζωή
μια κλωστή αν σου δώσει
είναι υπέρογκη αμοιβή
παρότι εργάσθηκες το μισθό σου
Να, ο φόβος ,πέρασμα ανυποψίαστα
προς το ανέκφραστο

4
ακολασίας μουσική

όλα σιωπή τα ντύνει
εισχωρεί
πρώτα κάτω απ το δέρμα
ύστερα παντού

ορμά στη ζωή όπως βροχή
όπως βροχή σωπαίνει

5
πρόσεχε να μην υστερήσεις στο ρυθμό στην πνοή
τόση όση δίνει, μα προπαντός
μη στερηθείς την εύνοιά του

Φέροντας όσο απόμερη φωνή
καθότι είναι εραστής στης σιωπής το σπίτι

δικαίωμα έχει
δυό πράξεις ενδημούν στα πεδία του
μία σε εμπνέει άλλη σε κρίνει
-στάσου εννεός μπροστά στη γαλάζια κρήνη
αναξιφόρμιγγες ορμούν στη σιωπή

σφαίρες φεύγουν όλες μαζί
κροτούν στην ελπίδα

6

οργισμένος κοιτώ στον καθρέφτη
που μού κλέβει απ το στίχο τον ήχο
κι όλα τα γυρνά στη σιωπή
Δεν είναι καθρέφτης αυτός μορφών,
δεν μάς ρουφάει σαν αίνιγμα νερού
είναι καθρέφτης καταλύτης

βλέπει στα μαύρα δάση των ματιών σου
βλέπει στα μάτια φως που γέννησε
εδώ τελειώνει
ο εσωτερικός χορός

μ’ έλυσες μέλισσα σ’ έλυσα

7

Το δάγκωμα θα είναι στην ψυχή
γιατί η λέξη έκανε τη γλώσσα να δαγκωθεί
καθώς την πίκρα που εξέφερε συναισθάνθηκε
Γιατί η ψυχή νιώθει τον μαύρο ωκεανό
που όλο στενεύει πλησιάζει περισφίγγει
γύρω από τα λεγόμενα κι ανάμεσα
στις πράξεις
Το δάγκωμα είναι στην ψυχή

Πώς σάς στεγάζει ένας θεός
ποίηση που υπήρξατε και είστε

είναι ζήτημα ευρυχωρίας ψυχής
ανεώχθη ο νούς καταβάσεων τόλμη

Σε ονομάζω σιωπή ,όμως μιλάς
ελευθερώνεις τα φωνήεντα
σαν άσπρα φύλλα πετούμενα

είσαι η καρδιά της λεμονιάς
είσαι της νύχτας

καρφιτσώνω τις λέξεις
στο είναι σου έναστρο αίνιγμα

κι αν φτωχικά τα βρείς

είναι αντίστιξη θεού

το φώς γέννησε
*
Πορφυρή λόγχη

Και στην κρύπτη ανάθαλλε μεγάλη φωνή
όσα το μέσα άστρο διέλαμψε,
στης δρυός τη ρίζα την κεραυνωμένη
όσα λαλίσματα όσα φέγγη
το ύδωρ ανάστροφο η αστραψιά χλωρή

έσοπτρο σπήλαιο καθόσο όταν μπείς
η εικόνα του εισέρχεται εντός σου

*
ακροκεραύνια ρίζα

*
πλεξίδα από στάχυα χρυσά

βήμα σημειωτόν βάνεται ως επί αγρόν
του σπείρειν αγανό σταράκι ,γεώργημα
λυγερές ψάνες μεστώνουν κυματίζουν
γέρνουν κεφαλές στου Ιούνη το δρεπάνι
καταλλαγή πάτρια αναστροφή

από βαθύ παράχωμα αναρπάζει
όσα στο φως, καλά εντρυφεί
γιατί είναι στον καιρό ταχύς
στο ξεδιάλεγμα είναι όλος χέρια
και πρώτο και δεύτερο και τρίτο,
το δέντρο ανεβαίνει όσο η ρίζα βαθαίνει
αλλάζει φύλλωμα που κάτω σκορπίζει,
νέα πουλιά νέα κλαδιά νέα αλλαξιά
νέο μελίσσι, στη σγουρή κόγχη
*

ΈΤΕΡΟΝ

Γιατί πάντα ο δικός μας θεός
Μοναδικός.Υπέρτατος.Άπαξ και τεθεί,και δεν μπορεί
παρά μόνο να τεθεί,εκ των πραγμάτων,θέμα ιδιοποίησης.
Όμως η θεότητα δεν είναι ίδιον.
Είναι το εντελώς ,παντελώς,εξ ολοκλήρου άλλο κι αλλιώς.

Αυτό που πρέπει να εκτιμηθεί είναι πως δεν είναι
η apocalypsis ένα κείμενο που γράφεται στον αέρα.
Είναι κείμενο προγραμματικό που στοχεύει και σκοπεύει
να θέσει το διαχωρισμό των πραγματικών μετώπων,
δηλ.εκείνο που φέρνει αντιμέτωπες δυό κοσμοεικόνες.
Και εκεί σε ιστορικά συμφραζόμενα να διαβάσουμε εμείς
την πορεία ως σύνθεση που έλαβε τη μορφή της δύσης.
Αυτά είναι ριζώματα του δυτικού κοσμοάξονα.Και η
ιστορία συνεχίζει.
Το θρησκευτικό το πολιτικό το κοινωνικό
στοιχίζονται κάθε φορά στην ανώτερη ιδέα
που τα κατευθύνει.Αυτό είναι «ο διαλεκτικός ρόλος του
πνεύματος που κατευθύνει τη δυνατότητα προς επιθυμητές
μορφές».Ο άνθρωπος στο βάθος θέλει ψυχική ανάσα
να ιδρυθεί στην πνευματική εξοχή του!

-αυτή που τα ξετελειώνει ,είναι η ελευθερία
ως εκείνο που έρχεται με το απόλυτο,το κατά τι ψηλότερα από τους θεούς,
τότε που είναι ένωση/union mystica ελευθέριον απήχημα,έλευση.
*
τριπ τροπ τριπ τροπ ντροπ ντροπ ανησυχασμοί
τριπ τριπ ντροπ
Γιατί ο θάνατος δεν έχει διάρκεια αφού δεν έχει χρόνο,άρα ότι έχει να κάνει με αυτόν ο θεός θα είναι μέσα στο αιώνιο

τριπ τροπ τριπ τροπ ντροπ ντροπ ανησυχασμοί
τριπ τριπ ντροπ
Τί διαφορετικό έχει ο ωκεανός από τα κύματα.
«Πολλοί δρόμοι οδηγούν στον Όλυμπο όλοι φτάνουν στην κορυφή,..ανεπαίσθητα οι πράσινες πλαγιές στίζονται με χρώματα,..η πόλη κατακτήθηκε νύχτα σπίτι το σπίτι,η πόλη είναι πιά άλλη.»(Σ.Π.)
Του καιρού και του αφρού.Γιατί εσύ είσαι η θάλασσσα εγώ το αγέρι.
Κάτω από τη γούνα άγρια γυμνό κορμί.Ένα χάος σαν ταινία των αδελφών Ταβιάνι.

τριπ τροπ τριπ τροπ ντροπ ντροπ ανησυχασμοί
τριπ τριπ ντροπ
*
Είναι όντως ένας απόκρυφος νόμος το ψυχικό ωρίμασμα του ανθρώπου.Κι είναι ένα μυστήριο να βλέπεις πολύ ψηλά στην έναρξη αναστήματα και ιδέες που το φως τους δεν έχει φτάσει ακόμα στο βάθος στον πυθμένα στο κοινωνικό κατακάθι ,και νά’χει τη σχέση που έχουν οι κορφές σ ένα δάσος με την υπόροφη βλάστηση.Πουλάκια είναι κι ας κελαηδούν.. σε αποκαλυψιακό εκθέτη.

μνήμη παλαίουσα

*

Φανέρωσέ μας ώ φωνή

Αυτό που σκιρτά εκεί ανάμεσα στα κλώνια
γαλάζιο πουλί και κόκκινο ,είναι της πίστης
το απροσδιόριστο κάλεσμα,είναι απροσδόκητη
παρηγόρηση,είναι της ψυχής άξαιμα,γλυκό ποτό.
Γιατί ο άνθρωπος μιά δίψα την έχει
και δεν πρόκειται ποτέ να σβήσει.Φλογίζεται
εντός.

Αγριοστάφυλα που δαγκώσαμε παιδιά
και μούδιαζαν τα δόντια μας, δεν είχαμε βγάλει
φρονιμίτες ακόμα.
Υπάρχει μια θερμή πηγή λόγου
που κάνει το ανάβλυσμα αναβράζον
τη φράση γλυκιά στην καρδιά μυστικότατη
που ζεσταίνει την ψυχή ,υπόσχεση εκπληρούμενη,
λύτρωση ,κι έγειανες.
Κι υπάρχει μυστική κρούση στο όργανο
της ψυχής ,ρέει μέσα πάει το ρυθμό
βαθιά στα εντός κοιτάσματα ,σκιρτούν νεβροί
λάμπουν αστέρια,οι νύχτες γίνονται γλυκά
μεσημέρια .
Κι αυτό οφείλεται και στο συγγραφέα που κάνει
την αγουρίδα δοκίμι μέλι.

*

Του θεού γέρμα
γιατί κι ο ήλιος

Το ότι καθώς πέφτει ο ήλιος μακραίνει η σκιά μας
δε σημαίνει ότι μακραίνουν και οι μέρες μας
το μόνο σίγουρο είναι ότι η σκιά σου προετοιμά-
ζεται για τις νύχτες στον άδη,όπου αργά η
γρήγορα όλα καταλήγουν.

Λίγο πριν το μεσονύχτι

Έχω θυμό πολύ.Βαθαίνει ακόμα μια ρήξη.

Τα ρήγματα γίνονται ορύγματα
κι ευθύς βοτάνια του γκρεμού αναπνέω.

απόσυρση

δέντρα εκεί έξω
ρίχνω κούτσουρα στο τζάκι
ξεψιχίζω ένα καρύδι ψημένο
βάζω από το νέο τσίπουρο
πίνω στη υγειά σου
(η λύσσα της κόλασης ωχριά
μπροστά στη λυσσασμένη πόλη-κι εσύ λυσσάς)
παρεμβαίνω με απαισιοδοξία αξιοσημείωτη
με εξασκημένη αδιαφορία
Ά! Πώς τραβιέσαι άτιμο τσιπουράκι!
__________________________

Το φάσμα

(«..τόσο πολύ η ψυχή θέλει κάτι από ψηλά..» Δ..Π.Παπαδίτσας)
______________
Στην Ιάνα

Με σάχ στήν καρδιά πένθος
του φύλλου κλώθεται αγέρας
ένα τσιχλογέρακο πέφτει νεκρό
τόπια σημαίες πήραν φωτιά
βραχνό απόγευμα Δεκέμβρη
διάβα κόκκινη κλωστή
Πήγε κάτι στραβά;
Η ελαφίνα διψά,δέν θά’ ρθει;
Πένθος μ’ ένα σάχ στην καρδιά του φύλλου
Η χλόη είναι πολύ ψηλά για τα μάτια σου
στην Ιάνα με κότερο διάβα
Εκεί κάτω το φως βαρύ
άδειες οι φλέβες
Μίλτο,στης Ιάνα το διάβα
ασφόδελοι τώρα φωτίζουν
Εικόνα που κινεί ν’ ανοίξει νερά
μ’ εκείνα τα φεγγάρια
στα μαύρα φύλλα της γλώσσας
να μπήγονται κρύσταλλα φωτεινά
Δε θέλει ,Μίλτο,να γαργαλάς τη λέξη
-Να μην ξεχνάς πως την τέχνη κινάς
να θυμάσαι πως μαζί της δεν παίζεις-
κατευθείαν νύχτα χτύπα από τοίχο άλλο βγές.
*
Ανοδικό για ιώδιο

Χάσμα που ευθύς ανάβρυσε
αχνός του μέγα οίστρου

έτριξαν οι αρμοί στη δασιά έφοδο
της γλώσσας
ξαναπήρε το λιγνό σκήνωμα
δρόμο του ύψους

υψηλέ αρμολόγε,κρίνε ,δείξε την πέτρα
που λόγος κύλισε

βουτάς κι αστράφτουν τα ντόκα
φέγγουν άσπρο κτιστό
των ηφαιστείων τολύπες

κοσμείς τ’ απόκρημνα
οικίζεις με κύμα με αστραπή
ρέοντα αστράπτοντα
αγλαά παμφαή κεκραγάρια
της φωνής της ψυχής
σώμα φως δαχτυλίδι
ώ!
*
evolution

Δεν αγαπά ο ήλιος
Έργο του μες στο κορμί
αγκάθια να βυθίζει

νερό φλεγόμενο άσπρο κανάτι αγιασμός

λέξεις ήταν
μά τα εννιά μαστίγια της μοίρας
Από το πρώτο αλλιώτικο
ένιωσα να θυμάσαι,ήταν κινούμενα νερά
μέσα στη νύχτα οι καλαμιές ξυράφια
έσφαζαν στο λαιμό στα πλευρά

Των αστερισμών περιστροφές
ανθρώπου χάσιμο καθώς προοδεύει η νύχτα
άγγισμα στην πατούσα του θεού-που δεν υπάρχει

Στης μέθης τους το τραύλισμα ληστεύω σημασία
μέσα στου θήτα το σταυρό θητεύω ελευθερία
Η ταραχή μονάχη εξύφανε χιτώνα νέκυο

Γυρίζοντας τη φόδρα της ειρωνείας
του αυτοσαρκασμού τα παντζάκια ρεβέρ
καρφώνοντας τα πουτανάκια
δεν μας την έφεραν θα λες
κλείνοντας το μάτι σ’ αυτόν που δεν υπάρχει.

*
Ζ

Κι αυτή η επανάληψη ν ΄αθανατίζει
το αιωρούμενο ερωτηματικό
ν’ αθανατίζει τη νέκρα
και το βουβό ψαλμό
που ο άνεμος τίναξε στο κιγκλίδωμα
της Κάλβου στον αρχαίο σινεμά-
κρεμάτηκε,
τη δίψα της ζωής
έφτυσε σάλιο-
της στριφογυριστής σκάλας μη χάνω το θέμα,
η αχίλεια φτέρνα μουδιάζει

(ο κρεμασμένος ορίζει
φυγή
ο κόσμος σε ίλλιγγο φεύγει)

Τόσο που κερδίζει την παράσταση
εδώ μέσα
πυκνό το δίχτυ από ατσαλόσυρμα
λέξεις σάρκα της γλώσσας
αδράχνει το αίσθημα ύπουλη φωνή
ανελέητο πένθος
δυνατά σφίγγει το σκοινί
και με δυό κινήσεις όχι περισσότερες
κόβει τη φωνή

Με σφιγμένα χείλη
ξεπορτίζει για να περιορίσει
σε δυό τρία επίθετα την ουσία
τα βήματα είναι τανγκό
χέρια αποφασιστικά, φούστα μαύρη σκίσιμο βαθύ
νύχτα νύχια κόκινα,οι βλεφαρίδες γερτές σκληρές
στέλνουν βλέμμα οξύ διαπεραστικό
με δυό κινήσεις το σπαθί τα ξετελειώνει.
*