Το φάσμα

(«..τόσο πολύ η ψυχή θέλει κάτι από ψηλά..» Δ..Π.Παπαδίτσας)
______________
Στην Ιάνα

Με σάχ στήν καρδιά πένθος
του φύλλου κλώθεται αγέρας
ένα τσιχλογέρακο πέφτει νεκρό
τόπια σημαίες πήραν φωτιά
βραχνό απόγευμα Δεκέμβρη
διάβα κόκκινη κλωστή
Πήγε κάτι στραβά;
Η ελαφίνα διψά,δέν θά’ ρθει;
Πένθος μ’ ένα σάχ στην καρδιά του φύλλου
Η χλόη είναι πολύ ψηλά για τα μάτια σου
στην Ιάνα με κότερο διάβα
Εκεί κάτω το φως βαρύ
άδειες οι φλέβες
Μίλτο,στης Ιάνα το διάβα
ασφόδελοι τώρα φωτίζουν
Εικόνα που κινεί ν’ ανοίξει νερά
μ’ εκείνα τα φεγγάρια
στα μαύρα φύλλα της γλώσσας
να μπήγονται κρύσταλλα φωτεινά
Δε θέλει ,Μίλτο,να γαργαλάς τη λέξη
-Να μην ξεχνάς πως την τέχνη κινάς
να θυμάσαι πως μαζί της δεν παίζεις-
κατευθείαν νύχτα χτύπα από τοίχο άλλο βγές.
*
Ανοδικό για ιώδιο

Χάσμα που ευθύς ανάβρυσε
αχνός του μέγα οίστρου

έτριξαν οι αρμοί στη δασιά έφοδο
της γλώσσας
ξαναπήρε το λιγνό σκήνωμα
δρόμο του ύψους

υψηλέ αρμολόγε,κρίνε ,δείξε την πέτρα
που λόγος κύλισε

βουτάς κι αστράφτουν τα ντόκα
φέγγουν άσπρο κτιστό
των ηφαιστείων τολύπες

κοσμείς τ’ απόκρημνα
οικίζεις με κύμα με αστραπή
ρέοντα αστράπτοντα
αγλαά παμφαή κεκραγάρια
της φωνής της ψυχής
σώμα φως δαχτυλίδι
ώ!
*
evolution

Δεν αγαπά ο ήλιος
Έργο του μες στο κορμί
αγκάθια να βυθίζει

νερό φλεγόμενο άσπρο κανάτι αγιασμός

λέξεις ήταν
μά τα εννιά μαστίγια της μοίρας
Από το πρώτο αλλιώτικο
ένιωσα να θυμάσαι,ήταν κινούμενα νερά
μέσα στη νύχτα οι καλαμιές ξυράφια
έσφαζαν στο λαιμό στα πλευρά

Των αστερισμών περιστροφές
ανθρώπου χάσιμο καθώς προοδεύει η νύχτα
άγγισμα στην πατούσα του θεού-που δεν υπάρχει

Στης μέθης τους το τραύλισμα ληστεύω σημασία
μέσα στου θήτα το σταυρό θητεύω ελευθερία
Η ταραχή μονάχη εξύφανε χιτώνα νέκυο

Γυρίζοντας τη φόδρα της ειρωνείας
του αυτοσαρκασμού τα παντζάκια ρεβέρ
καρφώνοντας τα πουτανάκια
δεν μας την έφεραν θα λες
κλείνοντας το μάτι σ’ αυτόν που δεν υπάρχει.

*
Ζ

Κι αυτή η επανάληψη ν ΄αθανατίζει
το αιωρούμενο ερωτηματικό
ν’ αθανατίζει τη νέκρα
και το βουβό ψαλμό
που ο άνεμος τίναξε στο κιγκλίδωμα
της Κάλβου στον αρχαίο σινεμά-
κρεμάτηκε,
τη δίψα της ζωής
έφτυσε σάλιο-
της στριφογυριστής σκάλας μη χάνω το θέμα,
η αχίλεια φτέρνα μουδιάζει

(ο κρεμασμένος ορίζει
φυγή
ο κόσμος σε ίλλιγγο φεύγει)

Τόσο που κερδίζει την παράσταση
εδώ μέσα
πυκνό το δίχτυ από ατσαλόσυρμα
λέξεις σάρκα της γλώσσας
αδράχνει το αίσθημα ύπουλη φωνή
ανελέητο πένθος
δυνατά σφίγγει το σκοινί
και με δυό κινήσεις όχι περισσότερες
κόβει τη φωνή

Με σφιγμένα χείλη
ξεπορτίζει για να περιορίσει
σε δυό τρία επίθετα την ουσία
τα βήματα είναι τανγκό
χέρια αποφασιστικά, φούστα μαύρη σκίσιμο βαθύ
νύχτα νύχια κόκινα,οι βλεφαρίδες γερτές σκληρές
στέλνουν βλέμμα οξύ διαπεραστικό
με δυό κινήσεις το σπαθί τα ξετελειώνει.
*

Advertisements