δυσμικός ήλιος

Σπούδασα μύθο, χώμα και φως
Ήπια κρασί και τσίπουρο
Το ζωντανό του κόσμου είδα.
Με άγκυρα και με πυξίδα
Και το πανί μου στέριωσα καλά
Πάτησα πόδι στ ’ανοιχτά
Μισόκλεισα το μάτι στον ήλιο που κορόιδευε.
Κύμα το κύμα πέρασα τις χίλιες δεκαoχτώ αυλακιές
Ξημέρωνε ένα κίτρινο χρυσάφι στις δυτικές ακτές.

Είδα τους ταύρους να οργώνουν
στ’ απόσκια και στα ξέφωτα.
Σ’ ένα μαντήλι χρυσό κυδώνι έκοψε μαχαίρι
Αόρατο το χέρι.
Ακόμα νοιώθω τη στυφή του γεύση
Και το χρυσάφι στο μυαλό μπηγμένο
Ποιος είπε μαραγκιάζει;

Και το μαντήλι το φτενό
Το κράτησα στην τσέπη
χιλιοκαμμένο από το δάκρυ για τον ξένο μας.
Ποιο δάσκαλο να φχαριστήσω
Σπούδασα μύθο, χώμα και φως.

Όσο και να λοξοδρομήσει το κύμα, στην ακτή
θα σπάσει τις ακτίνες του το ανήριθμο γέλιο του.
Η μήπως είμαστε εμείς το καύσιμο υλικό του χρόνου,
Κι ο κόσμος στάχτη κι αποκαΐδια

εφόδιο άσμα

Μόνο λευκό βλέπει το μάτι
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
τα λεία φτερά τα ψαλίδια
χελιδόνες σταυροί μαύροι χελιδόνες άσπροι σταυροί
κόβουνε άγρια τα μελτέμια με τα σπαθιά φτερά
άλλα σπαθιά στα χέρια αντιλαλούν ψαλμουδιές
νερά λαλούμενα άνοιξη κεχαριτωμένη
μέλισσες άνθη λούζονται
δροσολογούνται χείλη φωτεινά κοριτσιών σαν χάραμα
Σιδηρός ο ανεμοδείχτης στο γαλανό υψώνεται καμπαναριού
άνεμος παραχαράκτης αυτός ο μέγας χαμός στα μαλλιά σου
Στου αίιματος τα πορφυρά
χύνονται δάκρυα
βίου απόδειξη ακριβή
μας άφησε διαθήκη διάσημος για το θανατό του
Μειδιάματα φωτοχυσία παιχνίδια χίλια
χελιδόνες σε τρελό χορό βουτάν χάνονται
λεία φτερά ψαλίδια κόβουν μελτέμια άγρια
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
Μόνο λευκό βλέπει το μάτι

Ήξερε να μάχεται

Κάνει τη βάρδια του με θεϊκή υποχρεωτικότητα
κι ας ξέρει πως ο πόνος του θα γίνει αστραφτερό χιόνι
Φυτικό τοτέμ. Από ένα σπόρο που κάποτε θα φύτρωνε.
Άκουγε τα πουλιά άκουγε τα νερά
είχε μπει στη γλώσσα των όντων, των απόντων.
Ήξερε να μάχεται τη διάσωση της ποίησης
τη γονιμοποίηση των αρχαίων υδάτων όπως γόνος
κρινάκια θάλασσας να ταΐσει τα μάτια της
και ατέλειωτες σπουδές ματιών
που συντροφεύουν σε φόντο ασέληνης της νύχτας
Σπουδές σαν σπονδές στο αιχμάλωτο φως των ματιών της
κι ας ξέρει πως ο πόνος του θα γίνει αστραφτερό χιόνι.
Φυτικό τοτέμ. Από ένα σπόρο που κάποτε θα φύτρωνε.

Ξέρει τι είναι το μηδέν
σκοινί που κατεβαίνει από τον ουρανό
θηλιά για λαιμό.

Ζει μέσα στο πνεύμα σου νερόκρινο
στις αναύρες, νέο ρεύμα του αρχέγονου ποταμού.

Κάνει τη βάρδια του με θεϊκή υποχρεωτικότητα
κι ας ξέρει πως ο πόνος του θα γίνει αστραφτερό χιόνι.
Άκουγε τα πουλιά. άκουγε τα νερά
είχε μπει στη γλώσσα των όντων,των απόντων
ατέλειωτες σπουδές στο αιχμάλωτο φως των ματιών της
κρινάκια θάλασσας να ταΐσει τα μάτια της »

Τη θέριζε το άφατο

Τη θέριζε το άφατο
μες στη συριστική
λευκότητά του
οι ώρες γέμιζαν των χεριών της
τούφες φως
καρπούς εγκάτων
των ανεκλάλητων ευκάλυπτη παρρησία
σαν άνεμος στο μαύρο φύλλωμα
παρηγορητικός
ποίηση πράξη εορτή
Σαν τζιτζίκι κυκλωμένη το ρυθμό της
είναι όλη ένα σάλπισμα
διαφάνεια στο απαιτητικό ρίγος του εφήμερου
ταξιδιού στο φως στο ένα καλοκαίρι
λοξά τραύματα της ύπαρξης
από μια τρύπα ίσα μ ένα πορτοκάλι.
Ποιος μίλησε για φως;