δυσμικός ήλιος

Σπούδασα μύθο, χώμα και φως
Ήπια κρασί και τσίπουρο
Το ζωντανό του κόσμου είδα.
Με άγκυρα και με πυξίδα
Και το πανί μου στέριωσα καλά
Πάτησα πόδι στ ’ανοιχτά
Μισόκλεισα το μάτι στον ήλιο που κορόιδευε.
Κύμα το κύμα πέρασα τις χίλιες δεκαoχτώ αυλακιές
Ξημέρωνε ένα κίτρινο χρυσάφι στις δυτικές ακτές.

Είδα τους ταύρους να οργώνουν
στ’ απόσκια και στα ξέφωτα.
Σ’ ένα μαντήλι χρυσό κυδώνι έκοψε μαχαίρι
Αόρατο το χέρι.
Ακόμα νοιώθω τη στυφή του γεύση
Και το χρυσάφι στο μυαλό μπηγμένο
Ποιος είπε μαραγκιάζει;

Και το μαντήλι το φτενό
Το κράτησα στην τσέπη
χιλιοκαμμένο από το δάκρυ για τον ξένο μας.
Ποιο δάσκαλο να φχαριστήσω
Σπούδασα μύθο, χώμα και φως.

Όσο και να λοξοδρομήσει το κύμα, στην ακτή
θα σπάσει τις ακτίνες του το ανήριθμο γέλιο του.
Η μήπως είμαστε εμείς το καύσιμο υλικό του χρόνου,
Κι ο κόσμος στάχτη κι αποκαΐδια

Advertisements