θερινό

Καί πάλι έκρουσα τα τερπνά και πάλι ο ήχος βυθίστηκε
______________

μαυρισμένα κεριά

ήλιε μου που με καίς
εσένα ποιός σε έκαψε
που μου είσαι μελανιασμένος, όλο κηλίδες
κι είσαι βελανιδιά
καρβουνιασμένη με εφτά κοράκια στα κλωνάρια σου
μαυρισμένα κεριά

*

οξύτατα πένθη

Είναι πιό δύσκολο να λυγίσει η γλώσσα
απ’ ότι τα σιδηρά σκαλιά που κάνουν άνω κάτω τις προσπελάσεις των σπηλαίων
ώστε δονούνται οι γαλαξιακές χοάνες στον ηλεκτρισμό
σώματος που ενηχείται

οι κραδασμοί τελούνται σε βάθος σιγής εκθετικών αποκαλύψεων.Μπορώ τη μοίρα;

ώ μούσα τερψίδωρη και πικροδάφνη μου κρασί
Γιατί και πάλλει η λέξη μέσα
στο μικρό ουρανό του στόματος και μες στού νού τα κράματα

ψαχνό στο ψάχνω ,στο ψαύω χόρδισμα

ψιθυρίσματα
ιλιγγιώδη τραύματα,φωνή σιγεί.
Κατά πάνω στην αλκή ολκός κεραυνός τα εξαίφνης
χτυπήματα λέξης στη μεμβράνη που δένει σκότος με φως
τύμπανα άλλου πολέμου ώ Τρωαδίτες μου!

*
πτέρνα ψυχική

αποσυρμός στο είναι αίνιγμα άγγιγμα
δακτυλικά εξάμετρα διαβαίνουν σκόνη κουφή
στάχτη ο λατίνος σκόνη ο έλληνας

Στο θερισμό προσφέρεσαι
ψάνα σταριού
σταράκι ύστερα στη μυλόπετρα του κόσμου
οι λέξεις σου
άλεσμα και θα ζυμωθεί
τραγούδι στο πέρασμα του νερού

λέξη ξύλο αέρας άλλοτε αυλός άλλοτε μονόξυλο με πανί

Καθώς θεοί πλάταιναν οι θάλασσες
αργούσε φώς στο ελάσσον μυστήριο
δ ι α χ ε ι μ α ζ ό μ ε ν ο ι
συνεχόμενο πρωί στο χάρτη τα νερά πάγος και φιόγγος θάλασσα

δεν μπορείς μόνο με λέξεις να τεντωθείς
και να φτάσεις τα όλκιμα
καθώς καμπάνες που σημαίνουν αστικές κυριακές

τά άρρηκτα για να περνά το θείο ασφαλώς

*
αίνος σπινθήρ

αβυσσοδεμένες οι ψυχές
Πώς είναι τότε ο θεός αστραψιά στο ξέφωτο

κι είσαι εσύ το ξεθέωμα
ψηφίδες από σωρό παίρνουν τη θέση τους
στην ανασύσταση μορφών
ν’ αστράψει πάνω τους το φώς ,
συναθροισμένα πρόσωπα στο γεννηθείτω.

Γιατί δεν έγιναν τυχαία σπηλιές, φιλοσόφων κρησφύγετα
γέννηση είπαν εις ουσίαν

και βρήκε λύση το αίνιγμα του θανάτου
τρένο με δόντια να τρώει χαράδρα
την ορφέωση των στοιχείων

ποτάμι μέσα σου όλα ποτάμι η γλώσσα σου