Σκυλοσόφου, τού (παραλογή)

α. Ετρουσκικό δέρμα κτέρισμα φωνής τί είναι τούτη η αγιοτικιά μ’ ένα πουκάμισο λευκό που φτερουγίζει γύρω από την ομορφιά στις επάλξεις της θάλασσας Θα περάσω γρήγορα μέσα από τα αυλάκια της λέξης γρήγορα κολυμπώντας κατά δώ. Άρνηση που γευτήκαμε ένα βράδυ καθώς κυμάτιζαν τα κυπαρίσσια μνήμες αρχέγονες και λήθη. Στο δόξα πατρί της ποίησης. […]