Σκυλοσόφου, τού (παραλογή)

α. Ετρουσκικό δέρμα κτέρισμα φωνής
τί είναι τούτη η αγιοτικιά
μ’ ένα πουκάμισο λευκό που φτερουγίζει
γύρω από την ομορφιά στις επάλξεις της θάλασσας

Θα περάσω γρήγορα μέσα από τα αυλάκια της λέξης
γρήγορα κολυμπώντας κατά δώ. Άρνηση που γευτήκαμε
ένα βράδυ καθώς κυμάτιζαν τα κυπαρίσσια
μνήμες αρχέγονες και λήθη. Στο δόξα πατρί της ποίησης.

β. Με τη βουκέντρα του ήλιου το σκοτάδι
πείθεται να παραδώσει στη μέρα
έκρηξη στερναριών καθώς μια αστραπή
νυστέρι σκίζει βαθιά το ατλάζι του ανέμου
πετράδι μουσικό η νύχτα γίνεται βινύλιο
φεγγάρι νύχι της μέρας τη διαβάζει
την παίζει κι αυτή είναι κύμα
κύμα μουσικό σε εκρηκτικό καμβά
σπιθιρίζουν τα σύμβολα και τα μάτια έρχονται
από το πουθενά να σε συναντήσουν
κρύωνες Αυτό δεν ήταν ήχος ήταν ένα στερεό φωνήεν
γιόρταζε την επέλαση του ωραίου ένας καλπασμός
από λέξεις συστρεφόμενες ήτανε το νυφικό σου φουστάνι
οξυδέρκεια, αυτή είναι το όνομά σου, το κάλεσμά σου
λαμπερό γρασίδι ψυχής τρέφει τα μάτια
πράσινο στέρνας σε φωτερό νυχτέρι
όσες ρυτίδες τόσοι στο φέγγος βρεγμένοι ήχοι

Έρωτας όπως βοριάς λιγώνει τα κλαδιά
τινάσσει τα φύλλα στα βουνίσια δέντρα
δεν ανέχεται το καλυμμένο, γδύνει τα σώματα των εραστών
ρίχνοντας τα σε τσαλακωμένα κρεβάτια
με ανακατωμένα μαλλιά,
όπως αστραπή φλέγει το σύννεφο έτσι σαν από αναμμένο σπίρτο παίρνουν φωτιά τα κορμιά, στην καρδιά στα σπλάχνα, τα αναφλέγει

γ. Οι ευαίσθητες χορδές τεντώνουν μά δε σπάνε
συντρίβονται

Φυσώ το κόκαλο ,ο άνεμος ουρλιάζει
σείεται η ραχοκοκαλιά
οι σπόνδυλοι γίνονται κρόταλα

Χλωρή κορμοστασιά
η ομίχλη θυμάται το νερό
αυγό φτερό μάτι κοφτερό λεπίδι ακονισμένο
Φυσώ το κόκαλο ο άνεμος ουρλιάζει σαν τσακάλι
Η πόλη που ήσουν παιδί αποχωρεί
Του αέρα φίδια όλη νύχτα σφύριζαν
Ξυπνάς οι πέτρες στο καλντερίμι λιώνουν σαν πάγος
Η πόλη που ήσουν παιδί αποχωρεί

Ατσαλένια σφυρά διώχνουν τη θλίψη
Κοιμήθηκε το λαγκάδι, τα αγρίμια αιφνιδιάστηκαν
Φλογίζανε τα μάτια τους μια νύχτα υγρή
Σηκώνεσαι χύνεις νερό στο παγωμένο αγρίμι
Κόκαλο η νύχτα μ αυτό το ξερό χιόνι
Αν δανειστώ τα μάτια σου για μια στιγμή
ουρανό θά ’ναι βροχή γαλάζια;

δ. Ρόδια στο πάτωμα ρόζοι στο ξύλο
ο λόγος έδεσε όπως λουλούδι καρπό
τρώγεται με τη φλούδα
δεν χρειάζεται να θρηνήσουν οι παναγιές
με λίγη στάχτη το παλίμψηστο ήχησε
φωνή που ο κόσμος ταξιδεύει προς εσένα
σπιθίζει όπως όταν χτυπιούνται
δυό βότσαλα
και το κύμα αφρίζει
Στα κάτω δώματα σαγίζανε τα άλογά τους δεμένα στα θεμέλια
Ξαναβρίσκω το βίωμα κάτω από στοιβάδες
Μια αλλόκοτη μέρα ανοίγεται
στο τρομαγμένο σαν ελάφι βλέμμα
κι αναρωτιέσαι πού θα βρεί τόπο να χωρέσει τις καμπύλες της
Μπαίνεις στο χωριό κι είναι άλλο χωριό
Το ημερολόγιο άλλαξε. Οι ειδήσεις είναι σε άλλη γλώσσα
το στήθος γέμισε απότομα αέρα

Σκάβει όλο και πιο μέσα
στο βασανισμένο τοπίο η μνήμη
πηγάδι σπιτιού ερημωμένου
ανεβάζει ο κουβάς
μυστικό νερό, πίνει σαν σκύλος η ζωή
δίψα στυφή με αιφνίδια ξανά χάνεται κατεβαίνει
κοιτά όλο και πιο μέσα. Κατάματα θάματα
Πώς να πιάνεις με μικρά εξαίφνης ζώα του δάσους
στο ξέφωτο χωρίς θηλιές μόνο με ξόρκι
Στη μικρή πατρίδα που άφησε όπως το κουνάβι δυό πόδια
στο δόκανο
χούϊ δεν αλλάζει ,έχει κάτι από τη φτιαξιά τρομαγμένου ζώου
Ολοκληρωμένες ενοράσεις, οι εικόνες κάνουν κύκλωμα εντός ψυχής
Το συναίσθημα παροχετεύεται ακαριαία.

ε. Κάτω από τους λόφους στις Λύπες
λιόφωτα λιόφυτα κυματίζουν ασήμι θάνατο
πετρωμένο φώς
πενθούν χίλια χρόνια την Κόρη
Ναυαγισμένες λάρνακες, στο χείλος των καμινιών
στις ασβεσταριές , χυτήρια της άγνοιας,
αναδύονται, φανερώνουν ψυχικά μας βάθη,
η μνήμη αλέθεται τη σκόνη των αιώνων

Ξαπλαρωμένες κολώνες, τις έγειρε ο χρόνος
τις έβαλλε να κοιμηθούν στο χορτάρι
δίπλα στα αρχαία μνήματα
θα ξαναστηθούν θα στεριώσουν με θάματα
τ’ αθάνατα

Ξύλινος σταυρός διασχίζει το τοπίο με τις πέτρες
μέχρι που συναντά το δάσος με τα ελάτια
μανιάζει η πράσινη θάλασσα των φύλλων
vox clamantis βουνίσιος άνεμος
ταΐζει τα’ αυτιά μου λέξεις εξαγνισμένες

Τώρα ,μπορώ να αρθώ ως το αναλόγιο
εκεί που οι λέξεις είναι ψαλμοί

Παραδίδω το ποίημα
λουσμένο τις ανταύγειες των σταροχώραφων
ψωμάκι.

ζ. Σαν να καρφώνεις αόρατες πρόκες
με αόρατο σφυρί

η λέξη σφυρί δεν είναι σφυρί
όσο κι αν σφυριά του αέρα
κοντεύουν να μου σπάσουν τις πόρτες

Περνάει ο χαροκόπος με το δρεπάνι ξυρίζοντας
σκοτεινό χορτάρι στο μάγουλο της γης

κάτω από την Εγνατία που μας διασχίζει σαν βουνά
ψηλά στον ελατότοπο
κρυμμένο αηδόνι
Αηδόνι, τρυπάς το σκοτάδι
χύνονται δροσιές αστέρια οι ήχοι σου
δάσος των σπλάχνων χρωματίζει τον αέρα
με το χωμάτινο των ίσκιων

Τώρα μιλάει η καπνιά κάτω απ τον ασβέστη
ό,τι ήταν κειμήλιο τώρα είναι ύπνος
Πού θα πιεί νερό η διψασμένη μέρα;

η. ένα κούφιο μπρούτζινο χέρι
σ αγκαλιάζει ύλη σταθερή
μισοφέγγαρο νύκτιες ακτίνες
φωτίζουν την ακτή σου

ποτισμένα λυκόφως
στυγόνερα και χνώτα κέρβερου τοπία
Στους φράχτες από τριανταφυλλιές
που επιμελούνται οι γυναίκες της Παραμυθιάς
τα πράγματα είναι συγκεχυμένα
χύνω λίγη φύση στο ποτάμι
που αμέσως κυριεύει το δέλτα σου
οι λέξεις βρέχονται με αλατόνερο

Μεστώνουν τα γραμμένα της
ματάκια
ουρλιάζει φυσώντας τυλιμένη περγαμηνή
σαν ο άνεμος μέσα από τις πολεμίστρες.