Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Τα χείλη της πληγής μάς ψιθυρίζουν τον πόνο μας ο κόσμος ξανάγινε πικρός
Στον ήλιο μόνη η αγάπη αυτόμολος στην ελπίδα Εκφράζεσαι :εαυτό ελευθερώνεις κι ο κόσμος γίνεται δώρο.

Να χορέψω, ένα ποίημα να χορέψω να χορέψω πάνω στις αστραπές, να χορέψω. Οι ποιητές σου ανοίγουν το στόμα(άδω) μπροστά στους φιλοσόφους βουβαίνεσαι(Αυτός έφα)

Χορός πάνω σε αστραπές(Αστραποκαμένος) Πύρινη γραφή πάνω στο μέτωπο της φωτιάς ποίηση, τέχνη της αστραπής, διαρκής ήλιος έσχατη απελπισία, μυστικό ξεφάντωμα καταφύγιο το σύμπαντος, κρύσταλλο του αέρα

Της φωτιάς λουλούδι. Του πιό φτωχού χώματος κρυφά λουλούδια στην τεφροδόχη Όταν τα χείλη της φωτιάς. Όταν η φωτιά.

Τότε ήμουν εγώ που πρόσταξα και ήρθε η καλημέρα, σ ένα χορό για καπετάνιους κι ανέβαινε ο αητός ,σ ένα χορό του καπετάνιου που κάρφωνε τη γη.

Μούσα λύσε τα μαλλιά να κατεβώ τον όροφο να γειάνει η φτερούγα και να ανεβώ τους σπόνδυλους, να ολοκληρώσω το Ναό να μπούνε κι οι μετώπες
Φέξε μου πορτοκάλι, φέξε. Στο κείμενο!

Να αξιολογήσουμε μέσα στο βάθος του εαυτού τη συνολική πραγματικότητα. Φύλλα καπνού στων χωραφιών τ αγνάντεμα.

Μασάγαμε ταμπάκο και κουβεντιάζαμε στους λόφους σταυροπόδι αγναντεύαμε τα καπνά. Μένα με πήραν τα βαμπάκια

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ Στα φέρνει η εφημερίδα μηνύματα μόνιμα μνήματα Τώρα μετράς της θλίψης σου λουλούδια τώρα μετράς της θλίψης σου τραγούδια λυπητερά. Κι η φύση χρώματα αλλάζει κα σκοπό.

Σπινθήρας από δείκτη σε δείκτη. έρχονται από το όνειρο της αγωνίας μπαίνουν στο νερό έχω ένα δάσος λεμονιές έχω μπαλκόνι στον καιρό χέρια αποίητα Ελευθερία μου χαιρετώ

Μάτια σε αποχρώσεις φωτιάς ,φύση φύλλο παράθυρο στο νερό Από το άγριο τοπίο μέσα μας βλασταίνει δάσος φυλλωδών δέντρων φωτοβόλων.
Μεταλαβιά ήλιος μές στο σταφύλι τρώς.

Γίνεσαι διάφανος σαν ήλιος και πηγή διαφάνειας στην έρημο της μελαγχολίας μας. Άκουσα της τσίχλας ερημίτη μέσα στον πίνακα ξεχωριστό μελωδικό κελάδημα κι αμέσως ξημέρωσε στο ποίημα.

Οι αντιστίξεις να υπακούουν :στο δεξιά αριστερά πάνω και κάτω επιφάνεια βάθος και κάθε προσδοκία είναι εφικτή.-

Την ερημιά τη θάλασσα με τίποτε δε θ άλλαζα. Άνθισαν στη μνήμη τα βαμπάκια αφρίζει ο κάμπος, θάλασσα

Πώς μας τραβάς θάλασσα λεμονιάς; πώς μας τραβάς δέντρο της χαράς; λιγότερο χειρότερος γίνομαι.

Μάτια σιωπές, φλόγες πάνε προς το πηγάδι να τις ξεδιψάσει, γύρνα μαγκάνι έλα νερό τούτος ο μπαξές νερό στη στάμνα σε πήρα στου ποδήλατου καπούλια σε πήρα από την αυγή κι από την πούλια σέλας. Βράχια και κύματα.

Advertisements