ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΠΝΙΖΕΙ ΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ ΜΕ ΣΒΟΥΝΙΕΣ ΣΤΟ ΚΑΤΑΜΕΣΗΜΕΡΟ

Χνούδι λεύκας χιονίζει ακατάπαυστα
διαβαίνει κυματιστά μια αχεροντία, ποιος άδης;
εδώ είναι κακουργιοδικείο τόπος όπου συνθλίβουν.
Σίφουνας κουρελιάζει ένα νέφαλο που ξασπρίζει
λιώνουν τα ρούχα σαν χιόνι
σκοτεινιάζουν τα μαλλιά
κρύα φύλλα σαπίζουν χωνεύονται
λαίμαργα ζωντανά σκορπούν στην θαμνοπλαγιά
ο κάμπος είναι γεμισμένος καφετιά νερά
Ξεφουρνίζει η μαυρομαντηλούσσα ψωμί
αχνίζουν τα ταψιά σαν αγιασμός
θα περάσει μια σιδερένια νύχτα
λέξεις σκληρές φέρνει ο άνεμος,
συμμετρικά του θανάτου λιθάρια
κανένα δεν γράφει όνομα.
Δοκιμασία των άγρυπνων νυχτών.

Ένα γλυμμένο από τα νερά στεγνό ξύλο
αντιστέκεται στο τρελό χειμαρρώδες νερό
ξένο πουλί τινάζει τα φτερά του
πάνω από την πύλη του κοιμητήριου
η νεκρόκασα κατεβαίνει στο στενό τάφο
σβέλτα φτυαρίζουν το χώμα
επίμονος αέρας θρηνεί στα κυπαρίσσια
ο ήλιος αγνίζει σαρώνοντας τις κορυφογραμμές
σκοτεινό αγρίμι χάνεται πέρα απ τους λόφους

Advertisements