ΠΤΥΧΗ ΑΠΟ ΠΡΟΣΟΨΕΙΣ

%cf%87%cf%81%cf%85%cf%83%ce%ae

Χάρτινο καρναβάλι. Προσωπίδες από δέρμα τράγου.
Έλαμπε το φύλλο χρυσού σαν το σήκωσε ο νεαρός αρχαιολόγος κατά τον ήλιο ,χάιδεψαν οι ακτίνες του την επιφάνεια ,φάνηκαν να ζωντανεύουν το προσωπείο. Καθώς κινήθηκε προς τον ουρανό γαλάνεψε κάτι μέσα απ΄ τα βλέφαρα , ανέτειλλε κάτι σαν ίριδες του ξεθαμμένου άνακτα που τον ξύπνησε το χτύπημα σκαπάνης: Δυόμισι χιλιάδες χρόνια χρυσού ύπνου ξανακοίταξαν τον ήλιο πάνω από τη δρυ της Δωδώνης. Τα μαλλιά του Β. τα χτύπησε ηλεκτρική καταιγίδα κι οι άκρες ανταγωνίστηκαν για μια στιγμή τις αγκαθερές ακίδες αχινού.
Σκάνε πυροτεχνήματα κατά το αρχαίο ποτάμι σβήνουν μέσα στο κρύσταλλο του νερού.
Μυστική σκιά από ακρόπυλα.
Έκρηξη φωνής μες στο μυαλό ,έξυνε πετροχελίδονο το ραχιαίο σπόνδυλο, το κτίσμα κινήθηκε αντήχησε σαν άρπα τη συλλεγμένη μουσική του χρόνου, ξυπνημένος θεός, χρυσό μέτωπο μετώπη της οικουμένης.
Θεός ήλιος χάιδεψε τους κίονες με τα χρυσά μαλλιά του. Η Αθηνά ανασήκωσε το σκυμμένο στην ασπίδα, συλλογισμένο κεφάλι της , σείστηκε το λοφίο της περικεφαλαίας.
Σικελή τις, μούσα; Σαν σειρήνα μου ψιθύρισε σε άλλη γλώσσα κουνώντας την ουρά της σαν σουσουράδα. Φορούσε ένα σφιχτό σαν πρόκληση σάρκας.Γύρω δονούνταν το καυτό μάρμαρο.Ρήξη υμένος.Σύριξε ο δαίμονας.Ο ραχιαίος σπόνδυλος του ναού μετακινήθκε.Τραμπαλίστηκαν τα αετώματα.Ο ήλιος εκρύβη του απογεύματος.
Αίλουρος λύγγας με οξύτατο βλέμμα στήριξε ατρέμα τον ήλιο σαν να είχε ανεβάσει χαρταετό.
*

__________________________

Και κάπου εκεί παρατηρείς πως οι πτυχές του κίονα έχουν μια ακαταμάχητη ομοιότητα,όπως έχει λεχθεί,με τις πτυχές της φουστανέλας,καθόλου τυχαίο λοιπόν που συναντήθηκαν στη Λευτεριά.Το μολύβι έδενε τον κίονα το μολύβι έδινε νόημα στο καρυοφύλλι, φίλιωσαν πάνω τους οι αιώνες.Δονούνται μ έναν ψίθυρο στο ψ τα χείλη.

Advertisements

Με του Θησέα τη βάρκα

Θέλω τον προκαταρκτικό λόγο όρο
μνήμη ξερολιθιά που τη συνέχουν τα κενά της
όταν χύνεται στα κόκαλα θάνατος
Δεν είναι πράγματα δεν είναι λέξεις
βιβλίο είναι χωρίς γράμματα
ορισμένο για τέλος εντελώς μαύρο
Κάθομαι στο ξεραμένο και περιμένω
Το εξώφυλλο σαλιωμένο από γλοιό
γυμνοσάλιαγκα που το διέσχισε διαγώνια
χωρίζοντάς το σε δυό μισά.Μην κινηθείς θα σκιστεί.

Εσύ,σ’ έπλυνε γάλα,τόσο λευκή
όπως ταφόπλακα έτοιμη να ραγίσει μ’ έναν ψίθυρο
Αλλάξαμε όλες τις σανίδες στο σκαρί
βάψαμε τα πανιά στο χρώμα του ήλιου
άστραψε στα δυτικά καταιγίδα
και ρίχτηκε κατά πάνω μας
σφίγγει σαν χορδή γύρω από λαιμό
λες κι είμαστε στη δυσμένεια του δυνάστη
κι έστειλε το μουγκό του εκτελεστή
Δεν είναι πράγματα δεν είναι λέξεις .Μην κινηθείς.
Καίμε τα αλλαγμένα σαπιοσάνιδα
μιά γλώσσα φωτιάς με μάλωσε
σαν για να με φρονιμέψει
που κάτι παράταιρο είχα σκεφτεί
γλώσσα φωτιάς με φορά προς τα κάτω
όπως ο κίονας του θανάτου.
Δεν είναι πράγματα δεν είναι λέξεις.Μην κινηθείς.

κάβος

Βουνά λόφοι ουρανός με χάλκινη φορεσιά
μιά φέτα φεγγάρι πριονίζει το Σάλφοξ Χορν
φωνές αντηχούν στην πράσινη σπηλιά
Σε κρατώ με γυμνά χέρια το κύκλωμα κλείνει
χύνονται έξω όλα τα νερά
τα ξεπλυμένα γδέρνει το φως
αηδιασμένος φυσά χαμηλά ο άνεμος
τσακίζοντας τις φτερούγες του
Μέρα που δεν είδα ουτένα αστέρι
λαμπρό κενό με συντροφεύει
το κύμα ρίχνει λάσο στα βράχια
που κοιτάζουν σαν μοσχάρια
παφλάζει στην οροφή της πράσινης σπηλιάς
το μαστίγιο της αστραπής σκίζει το βαμμένο με λουλάκι θόλο
ουρλιάζουν οι μανιασμένες σκύλες του πελάγου
ηλεκτρίζεται ο κάβος
Σε κρατώ με γυμνά χέρια το κύκλωμα κλείνει
στο φλογισμένο από την αναμονή κενό
τα μάτια μας γίνονται χρυσά.

Η Νάζε το ποτάμι

Το φεγγάρι απόψε έβαψε κίτρινο το ποτάμι.
Κυλάει λιωμένο βούτυρο.
Η βάρκα του ψαρά ξεπροβάλλει μέσα απ τα καλάμια.
Πινέλο το κουπί αλλάζει χρώμα στο νερό.

Αναμονή.Βραδύνει η οδύνη.

ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ,Συλλογή Της Βάγιας Κάλφα

ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ

Βάγια Κάλφα ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ σφρίγος έκφρασης γι αυτά που δεν μπορούν να λησμονηθούν,ανάσχεση της αλησμόνας,σε όσα έστρωσε λήθη σηκώνει το κάλυμμα και βρίσκει πολλά να μας πεί,συνεχίζοντας τον επιτυχημένο της δρόμο.
Λεπτό χιούμορ, ανατρεπτικό.Το απροσδόκητο τιμάται επίσης ,στήνει φάρσες του θεού.Με το υλικό των σχέσεων χτίζει, μετουσιώνει,ρίχνει φως στο περιπλοκό τους, τους τρόπους ,τις συνάφειες.Χωρίς αισθηματολογίες,βρίσκεται πάντα σε λυρικό έδαφος στα κατατόπια των παθών της γλώσσας.Η βελόνα καταγραφής των απόηχων παίζει στο πεδίο των εντάσεων αισθήσεως και λόγου,ανατέμνει χώρους βιώματος πέρα από κοινότυπο και αυτονόητο.Συλλαμβάνει τα πράγματα επ’ αυτοφώρω ,σκοτισμένες περιοχές του συνήθους που οι συμβάσεις κουκουλώνουν.Ο λυρισμός της έχει σθένος και αιχμηρότητα,και ενώ χώνει το χέρι βαθιά στα πράγματα ,στην επιφάνεια του γραπτού τα προβάλλει ατάραχα ,έχει βρει το ηρεμούν σημείο τους.
*
ΛΗΘΟΒΟΛΗΜΕΝΟΣ ΣΟΥ

-υ-υ ζευγαρωτή ,τροχαίος Vaja Calfa

Έριξα μια ματιά στη Συλλογή κι ύστερα ακόμα μια άλλη, για να δώ αν όντως κουράζει η μορφική συνέχεια από τα ΑΠΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ-έτσι μου φάνηκε καθώς κοίταξα τα αρχικά και στο τέλος-
και ώ
είδα
πως είναι σκαλιά ανώτερης πνοής και μορφικά ,και όσα φαντάστηκα μόνο, τα αναιρεί η συνέχεια, και πως με είχε προλάβει, είχε κάνει την κίνηση μόλις πριν το σκεφτώ.
Κι έτσι ανέτρεξα στο όνομά της να δω αν η πεντάλφα της πρώτης συλλογής πιάνει εκεί
μα για ένα άλφα δεν θα τα χαλάσουμε.
Γιατί η ποίηση ξεκινά με το όνομά της.
*
Η μεταφορά στο φόρτε, είναι το φόρτε σου και βαθείς υπαινιγμοί. Εικόνες ανατροπής :ληστεύω γάλα, έκλεψαν καβγάδες, περιφρουρούσαν προσχήματα, η ζωή στροβιλίζεται.
Ολοκληρωμένες σκέψεις με ζωηρή δυναμική ζωντανή μεταφορά που είναι ζωντάνια της γλώσσας.
Στο ΕΙΧΕΣ ΜΑΛΩΣΕΙ παρόλο που δεν κατάλαβα τον τελευταίο στίχο(Όταν η μία έχει οριστικά χαθεί-ποια είναι η μία;),η συνολική εικόνα μου αρέσει και είναι εμβληματική σου.

Δίνεις ευκαιρίες στα αντικείμενα να γλιστρήσουν μέσα στη ζωή σαν πρόσωπα: ζαλιστούν τα πεζοδρόμια ,γελάσουν οι σκάλες.
Έτσι που ο κόσμος του βιβλίου ζεί με πολλούς πρωταγωνιστές.
Πάθη συρμάτινα(εγώ έχω αυτό πει :συρμάτινες υποσχέσεις).

Και φράσεις που σφάζουν:Η θεία Vesta(Βέστα)πιασμένη απ το χιτώνα της όπως πιάνεσαι απ το σώμα σου να πειστείς πως υπάρχεις.

Ματιά πεζογράφου νυστέρι στις ανθρώπινες σχέσεις, λεπτή παρατήρηση, καμιά φορά η φράση ευθύνεται ως βολίδα στο βυθό και οι μεγάλες ειρωνείες της ζωής έχουν την τιμητική τους.

Η εικόνα αποκτά ήχο όπως η μετάβαση απ τον βουβό σινεμά στον ομιλούντα: «Τα αυτιά γεμάτα τζιτζίκια».

Στίχος μαχαίρι: «τη νόμιζαν κουφή, έφερνε πάνω κάτω την αίθουσα να σβήσει με τα βήματά της τις λάσπες»-

Το ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ είναι ένας θρακικός διαπόντιος επί τόπου,νερά ξεχύνονται από το φιλιατρό, μάς πλημμυρίζουν άστρωτη μνήμη.
Αξίζει να παραθέσω :

ΤΟ ΑΣΤΕΙΟ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ

Σ’ έναν κύκλο στο μπαλκόνι.Όλοι.Συνηθισμένο διάλειμμα.13:32.
Στο βάθος τηλέφωνα meeting πελάτες deadlines e-mails
καρφώνονταν πεισματικά,λοξά κάθετα οριζόντια διπλά και
τριπλά απανωτά,κιτρινισμένα post-it.
Κολλημένοι ο ένας δίπλα στον άλλο,έμοιαζαν με τις σιδερένιες
μπάλες σ’εκείνο το παιγνίδι που,δεμενες απ’ το ίδιο καρφί ψηλά,
όταν χτυπήσεις τη μία η δύναμη περνάει απ’την επόμενη στη
μεθεπόμενη σπρώχνοντας διαδοχικά ξανά και ξανά ώς την
αδράνεια.
Όταν ήρθε ο διευθυντής, το παιχνίδι ξεκίνησε.Είπε τάχα ένα
αστείο ο διπλανός ξεκαρδίστηκε ο παραδιπλανός μετά έφτασε το
γέλιο στον τελευταίο που μ’ένα ακόμη γρηγορότερο βιάστηκε να
το ξεφορτωθεί ακολούθησε δεύτερος γύρος με την ίδια ταχύτητα
τον έφεραν εις πέρας με τα ίδια αντανακλαστικά ακολούθησε
αμείλικτα τρίτος τα ίδια με την ίδα επιμονή και συνέπεια ώσπου
έφυγε.
Τώρα το γέλιο κατρακυλούσε νευρικό πότε ξεκρέ-
μαστο,προπάντων ανοργάνωτο

δίνοντας μια ανέλπιστη ψευδαίσθηση ελευθερίας στους παίκτες.

Δίνει το χάραγμα της φράσης σου ειδικά αυτές οι μπάλες που δεν είναι δεμένες στα πόδια φυλακισμένων αλλά εκεί ψηλα στο καρφί.
*
Το διάσημο τρίπτυχο του Ώντεν δημιουργία κρίση γνώση υπάρχει, και υπάρχει η ανυψωτική δύναμη ,η κατά Σεφέρη αίσθηση ότι η ποίηση μας κάνει πιο δυνατούς.
Έχεις αφομοιώσει καλά όλα τα μαθήματα που δίνει το βιογραφικό σου στο αυτί του εξώφυλλου:

ΠΙΣΤΗ ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ…

Πιστή στις οικογενειακές παραδόσεις,στοίβαζες τα πάντα στο υπόγειο:σχέδια γενοκτονίας κρυμμένα βιαστικά στο ευαγγέλιο,βραχνιασμένα βινύλια σε κουβέρτες
που μύριζαν ναφθαλίνη,στο σεντούκι το φόρεμα που πάντα σε στένευε.Κατά μή-
κος της ερήμου που ονόμασες χαλί για να μπαίνουν οι άνθρωποι απολιθώματα φί-
λων της Ιουρασικής περιόδου, σπασμένες διηγήσεις ερπετών-ιερογγλυφικό το
φεγγάρι.

Στον νηπτήρα η τρομπέτα μπουκωμένη το φλέμα της, άρρωστη βαριά’ τα κα-
τσαρολικά -καιρό μαζεμένα- πολλαπλασιάζουν το θορυβώδες είδωλό σου.

Παραδινόμαστε στο κείμενο που λέει καλά αυτό που φέρνει ο δρόμος ,υψηλή γλωσσική άσκηση , ψυχικός ρυθμός συνέχει.
Καταθέτεις οβολό ,φρονώ, στο γλωσσικό αγώνα που δίνεται αυτόν τον καιρό της μάχης.Ξεχωριστή γραφή κατασταλαγμένη.

ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟ
“το φεγγάρι καίει το φάρυγγα”… “μπήγεται μέχρι μέσα στο δάχτυλο η βελόνα του κάκτου -σφαγές για θεό.”
Και αυτός ο χορός της φράσης που τον κάνει έκφραση:

ΟΙ ΔΡΟΜΕΙΣ ΤΡΕΧΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΦΟΒΟ ΤΗΣ ΚΑΝΗΣ…

Οι δρομείς τρέχουν με το φόβο της κάνης
Συχνά μπαίνουν στον πειρασμό
Να χωθούν μες στο πλήθος
Οι άγιοι
Τρέχουν μπροστά
Οδηγούν την κούρσα
Και χαίρονται
Γιατί ο θάνατος θα τους βρεί
Σε στάση χορευτική
Με το ένα
Ή τα δύο πόδια στον αέρα
*
Η έκδοση καλαίσθητη με τον πίνακα του Χόππερ “Ξενοδοχείο στις γραμμές του τρένου” σε συμφωνία με ομόλογο ποίημα.

Και πάντα υπάρχει το ακαριαίο σου με καταγωγή από τα ΑΠΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Σε βρίσκει πάντα αρμόδια στον τόπο του εγκλήματος ποίημα ΔΙΑΚΟΠΕΣ τις τιμάς δεόντως –
«Ήλιο κι αρμύρα
…………
Σήμαναν την εποχή
Της θάλασσας»

Δίνοντας ύφος στις μπανανιές σαν να τις ζωγράφισε ο Van Gong.
Και η ρέντα συνεχίζει να μας ανάβει το νού να σκίζει τα μάτια μας η φράση.

«Και φέρνοντας θάλασσα
Γέμισε θεό τα μάτια»

Κι ύστερα τα ποιήματα που αγαπάμε βυθίζονται
Στην εσωτερική μας άβυσσο.
Εκεί που μεταναστεύουν οι πεθαμένοι.
Με πιο αναγνωρίσιμους τους πιο κοντινούς μας νωπά πηγαιμένους.

Αποπνέει μια ευγένεια, είναι το ύφος σου, ο χαρακτήρας σου.
Κι ενώ σπάνια διαβάζω συλλογές μεμιάς, μ’ εσένα συνέβη να βουτήξω στ’ αμπάρια.

“Είμαι μόνο ξένος
Ελεύθερος”

*
Και κλείνω με δυο νότες για φλάουτο απ τ όνομά σου βα και φα.Μουσική ποίει Βάγια Κάλφα!
&
υμέτερος
Έκτωρ Πανταζής

ΠΥΡΙΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΣΒΕΣΤΟΠΕΤΡΑ

Τώρα θέλω να τραγουδήσω
μέσα στης άνοιξης το μάτι
καθώς ξανοίγει ο καιρός
κι έχουν τα χρώματα ένα κάτι
από τον ήλιο κι απ το φως
Εκστατικός θέλω ν ανέβω
πάνω στου ήλιου τα χωράφια
στο τραγούδι του ανέμου
μες στο φτερό της καρδερίνας

Ξεφτεριών συνάφεια
μαλαματένια μου ξυράφια
τοπία του ήλιου περπατώ
κι όλο ρωτώ κι όλο ρωτώ

Τι με ξελόγιασε;

Όλη η φωτιά γυρνάει στον ήλιο
μέσα απ τις σκάλες των βουνών
 
Χρόνος φυσά τα πανιά της μοίρας

χωρίς έμφαση

Της ανωνυμίας τρυφερό χέρι
έλα κάλυψε ό,τι μάς αφανίζει
και να παινεύεις ό,τι χάνεται
πανέμορφο το έκανε ο πόνος
καθώς ταπεινώθηκε γύρω του όλα έσκυψαν να το δούν

μάτια ερωτηματικά
σαν προβολείς τα πρόσωπα

φλόγισαν τα συστατικά στη θεία διάχυση
στο πέραν. Κάτι δεν χώρεσε εδώ.
Ένα κίτρινο πέφτει ένα γκρίζο ανεβαίνει
στον ελαφρύ σου ύπνο αλαφιάζεσαι.

Λέξεις από τον ακάλυπτο ύπνο

Πόσο απλώνεται ο πόνος πόσο είναι λίγο
τα χίλια χρόνια να χωρέσει
Πόσο είναι λίγες και μικρές οι κωμοπόλεις δυτικά
και πόσο ποτάμια και φαράγγια στενά
για να σηκώσουν τη βουή του πόνου

Πόσο είναι εύκολο να σε πικράνουν
πόσο ένα τσάχαλο χαλάει τη μέρα

Στον κόρφο της βελανιδιάς
με το πυκνό σκοτάδι
απτόητος θα ακοντίζω από ψηλά τις προφητείες
που μηνύουν φύλλα πουλιά
ώ οι οιωνοί για όλους δεν είναι
Πρέπει κι εμείς να ρίχνουμε την οργή
κάπου το δισύλλαβο μένος
κάπου το ξέσπασμα
ό,τι μας εχθρεύεται τη γλώσσα του να καταπιεί

Ένα πεφταστέρι σβήνει τη φωτερή γραμμή του στη σκούρα λίμνη

Αρχαίε φίλε που κυνηγάς τον τάρανδο με το ένα
κέρατο
πόσα μερόνυχτα σου πήρε να τον φτάσεις;
Σταμάτησες σαν έφτασες στη ρεματιά
τη φαρέτρα σου να σιγουρέψεις
ο ήλιος έγερνε στα πέρα βουνά
η νύχτα έπεφτε πάνω στον αρχαίο κόσμο

Γρήγορα τίναξες το ξινάρι και μπήχτηκε
στο σβέρκο
Φύλαξες όλη νύχτα το ζεστό κορμί του
Με το πρωί φύσηξες την κόρνα.

Όμως εγώ τώρα σε βλέπω ένα με το κοκκινόχωμα
ενωμένο
Την αιχμή κρατώ στα χέρια αστροπελέκι.