Των Ηπείρων μου

Αλλεπάλληλες ορεογραμμές

«Κάτι από εκεί «

Παρατηρώ μερικές ορεογραμμές και βρίσκω στα βάθη χαράδρες να κυλάν με τον ίδιο τρόπο ανάμεσα στα βουνά οι κοίτες από ποτάμια η ξεροπόταμα, κι ευθύς ο όγκος των βουνών προτείνει τη σοβαρότητα του ύψους και του βάθους. Ψηλά βουνά βαθιές χαράδρες
Είναι σαν να αντιλαλεί το άφαντο πουλί ο χαραδριός και σα να θέλει να σου δώσει την απάντηση στην απορία μπροστά σε τόσες κλεισούρες Κλεισούρες που είναι συνάμα ανοίγματα, περάσματα μέσα από το κύμα των βουνών , και σύ βαδίζεις στην ατάραχη ράχη τους.
Βουνά (να βουνά) χτισμένα από χέρια γιγάντων-άραγε μεγαλύτερων από τα ίδια, από Τιτάνες άλλου κόσμου;

-Διάφανα βουνά κι οι κορφές τους οργώνουν σύννεφα και ουρανό

-Κολύμπησα κι εγώ στο αιώνιο ποτάμι
Κάτι από μυστική ροή του με διαιώνισε
Ήταν εκεί να παίξουμε με τα νερά του
Δεν μας τα αρνήθηκε’ δεν έφυγε από μέσα μας

*
πίσω βουνά

Βλέπω τα παιδιά βλέπω τον Τρύφανο
χορεύει «παπαδιά»
Δε βλέπω τα παιδιά δε βλέπω τον Τρύφανο
κανείς δε χορεύει «παπαδιά»
Κόπηκε από το χορό χάθηκε στο σκοτάδι
παιδί περήφανο τι φέρνει ένα βράδυ
κι εγώ λιποθυμώ
Βλέπω τα παιδιά βλέπω τον Τρύφανο
χορεύει «παπαδιά» χορεύει με καμάρι
δε βλέπω τα παιδιά

Νιώθεις διαρκώς στα πανιά τον πνευματικό άνεμο
που μας κρατά όρθιους και στη δόξα
Ράγισμα μαστραπά που ξεχειλίζει
Ρίξε μια να τρυπήσεις το βουνό

Τίνος τίνος τίνος
φωνή καμπάνας και δεν ακούς. Δικός σου θάνατος.
Φτερούγισμα κότσυφα έδειξε το χέρι στη ρεματιά
Κοτσύφι λαβωμένο ακολουθάς το αίμα στο χιόνι σαν αγριόγατα
Κι εκεί ξυπνάς

Έλαμπε της γαλανής το πρόσωπο ,πλήρης βίου
Ξεχείλιζε φως πρόσωπο λαμπερό σινί
Ράγισμα μαστραπά που ξεχειλίζει χάνει νερό γεμίζει φως
Ακούς τον ήχο του σταριού στις πλάκες

*
ιστορίες με ιτιές

Δεν ξέρουν άλλο από Νότο
δεν έχει το σπίτι τους Βοριά
Φύσα μαϊστράλι τη μαΐστρα μας.
Κοιμάται τώρα ο Αριστείδης
Στο κατωσέντονο της γης κοιμάται.

Καθαρός τόπος μάτι που λαγάρισε το δάκρυ
γυμνά τα πόδια του θεού να τον διαβούν
να φεγγοβολήσει
ν’ αντιλαλήσει η λαγκαδιά από χαμόγελό του

-Από το μουσικό βάδισμα της φράσης
νιώθεται του άσματος η σημασία-
Τι περιμένεις ; Κορδόνι τράβα
στις τσέπες της αγάπης
οι πέτρες γίνονται μαργαριτάρια
οι νύχτες κάμποι να περπατήσεις
τότε ο ύπνος
κοιμάσαι στην αμμουδιά των χρυσών μαλλιών της
κόσμος βαθαίνει
ώ άφατη ώ συνήθεια

Κλαίει. Το ποτάμι που κλαίει
ήθελε πολύ να μαντέψεις
γεμάτο δάκρυο Κωκυτό
εγώ εδώ εκεί κοιτώ
το αθώρητο και το κενό ωδίνες σ’ ένα τοκετό

Του τοκετού το σώμα αθόρυβο πέρασμα
φαραγγιού στένεμα χαράδρες στόμα μέλι στεγνό
λύνονται οι ζυγοί
οι δεσμοφύλακες πεθαίνουν από ζήλια

*
Πώς πονά η αγάπη. Την πονά ο θάνατος
αγαπημένες μουσικές φωνές ,κερήθρες φωνής,
φανερώνονται μέρα μεσημέρι πάνω στα πρόσωπα των αγίων
και μελωδούν. Πώς να μη δέσουν την εκκλησία με κερί
να φέξουν την ψυχούλα τους.

Καπετάνιε της αγάπης ήλιε των ήλιων γλέντι διαφάνειας

Φωνές τρέχουν πάνω στα πλευρά του τοίχου
αγκαλιασμένες ψιθυριστές
Στο κατωσέντονο της γης κοιμούνται
Μέτωπο βουνού συννεφιασμένο βροντά.
Τρέξε φοράδα πυρόξανθη
καρδιά δεν είσαι μονάχη
τρέξε φοράδα υψίποδη
να συνηθίσω το ύψος της παραλογής
Η σιωπημένη μας καρδιά δεν έχει όρια

Έβλεπα πως έγραψα γράμμα στη Μαρία
κι έβλεπα πως μου απάντησε. Έβλεπα.

*
«Γαρδικιώτες»

Στοιχείο τού είναι, χώμα από χώμα
Χώμα από χούμο
Χώμα τεσσάρων εποχών να πλέξει η φύση το όνομά της
Να κελαηδήσουν τα πουλιά να επωάσουνε τα αυγά τους
Χώμα με τη σκιά τα γης για να κρυφτεί ο σπόρος
Χώμα από γη και χώμα γόνιμο κάτι περισσότερο από μόνιμο
Χώμα στο έλεος των βροχών να πλέξει η φύση τ άρωμα της
Χώμα η χαρά των σφαλαγγιών τυφλοί εργάτες στη δουλειά
Χώμα των δέντρων των λουλουδιών χαρά θεού όταν το σκεπάζουν
Μη λυπηθείς το χώμα χώμα εμάς λυπήσου που μας κληρονομεί
Όμως δεν τσιγκουνεύεται τη γη όσο το σπέρνουμε θ ανθοβολεί

Πόρτα ρηχή πόρτα βαθιά είσαι της γης ,χώμα!
Χώμα που καίει ,σαγόνια γης.Και χώμα κόκκινο σφαγής.
Κρύψε μας από το μάτι ,του ήλιου το ανελέητο

Χώμα ο ήλος των ριζών χώμα τροφή των λουλουδιών
χώμα του σπόρου η χαρά ξαπλώναμε στο χώμα
παίζαμε με τα χώματα χώμα του πλάστη η δύναμη
χώμα και νερό κι εγώ στη βρύση να σε καρτερώ
Πηγαίναμε για νερό κι ο Χαρίσης διάβαζε για απολυτήριο
Τώρα είναι στο χώμα. Χώμα ο Χαρίσης κάτω απ το χώμα
Ο Βασίλης χώμα
Στοιχείο τού είναι, χώμα από χώμα χώμα από χούμο
«Χειρίζομαι τη διαφάνειά τους»

*
Απόχρωση καναρινιού

Είμασταν στα δεκαοχτώ. Γάμος
χορεύεις στα τρία χορεύεις συρτό.
Δομολεσά. Ο ΧρηστοΠάνος μαντήλι βαστά.

Είμασταν στα δεκαοχτώ. Αρραβωνιάσματα στα Παλιάμπελα
και “Ποιός πλούσιος απέθανε “ είχες πολλά κέφια.

Από τότε δεν σε ξανάδα
Σήμερα άκουσα
Σε βρήκαν σε πάρκο της Αθήνας
Σε βρήκαν Γιάννη δολοφονημένο
Σε βρήκαν τα τηλεοπτικά δελτία
έκτακτο φονικό
Είμασταν στα δεκαοχτώ. Χόρευες στη Δομολεσά σε γάμο

Δεν είμαστε πια δεκαοχτώ
Δεν είμαστε στη Δομολεσά Εκεί που δεν έχει γάμους
έκτακτο φονικό
Δεν έχει φέτος σταυραετούς
έχει τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές πλεγμένα
έκτακτο φονικό Τ’ ακούει η Δομολεσά και μαραζώνει
φίδια σταυρωτά βρίσκεις μες στο πηγάδι
Μες στο πηγάδι της Αθήνας,Γιάννη μ’, τι έψαχνες ;
Δεν έχει φέτος σταυραετούς έχει τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές πλεγμένα
Τ’ ακούει η Δομολεσά και μαραζώνει Έκτακτο φονικό τη ζώνει.

*

Αναύρες.

Καβαλάρης πάτησα με οπλές αλόγου τα νερά σου φοβερή Στύγα

Παράστησα τον Κένταυρο του νερού με αλογίσιες πατημασιές

όσο που το χέρι άδραχνε στάχτες παλαιόκαινου και φιδόπετρες

Είδα την τέφρα του ήλιου στα χαμηλώματα ,ένα σπαθί έκοβε το λόφο

νερά έσκαβαν ως τον Άδη άραχλα νερά για να βγουν

σε ναό από πάγο που έσκαγε μέσα του ουρανός

Συγκεντρωθείτε νερά για την αόρατη πύλη

ασυγχύτως στην ίδια κοίτη σαν ένα νέο ρεύμα

που ενσωματώθηκε στο κυρίως ρεύμα του αρχέγονου ποταμού.

*

Advertisements