Του Κωσταντή

Βιόλα Ποέτικα

Ανατριχιάζει η φύση στις αντάρες,
του Κωστή Παπαγιώργη(1947-2014)

Σαν πάρει όψη κι από πολλές ανάσες θέρμη το έργο
ζεσταίνουν τα μελάνια του κι η άχνα τους περνάει στις ψυχές
κλώθονται μαζί κι ανεβαίνουν γαλάζια νήματα σε ξέθωρα άνω μέρη.

Μπρός στο έσχατο αποτελείωμα ένα ΤΕΡΜΩΝ κι άν γραφτεί
θα ξαναρχίσει σαν βροχή στις στέγες εαρινή
-στοίχημα τερτσίνας σε μιαν ιδέα που σφίγγει το στίχο σαν φίδι

Η σελήνη πάντα φτιάχνει δικό της σκηνικό
με όποια υλικά ευτελή διαθέτει η νύχτα τα ασημοβάφει
έτοιμη η παράσταση φεγγαρίσια

Ανεβαίνω τα βουνά ο άνεμος με προσπερνά

τα δέντρα ένα ένα σαν σε προσκλητήριο μου δίνουν αναφορά
στημένα σε παράλλαξη χειμερινή στολή ,στρώσαν τα φύλλα ,
να ξαπλώσουν στα μαλακά σαν θα τα ξεριζώνουν καταιγίδες

Ανατριχιάζει η φύση στις αντάρες
ξεπάγιασε η ακακία τη ζώνουν παγετοί χιόνια
Τί ‘θελε και ξεντύθηκε δεν έβλεπε τα κρύα που οργιάζουν;

Στο ξέφωτο στο ερημικό σε μια τούφα χιόνι φτερούγιασμα άφαντο

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΣΟΥ ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΛΑ ΜΝΗΜΗ

_________________________________________________________________

_________________________________________________________________

Μες στα χαμηλά να πας να βρεις πού σέρνονται οι ψυχές
*
Δεν είχε πόζα ήταν ο αλλόφρων του θυμικού του κι ύστερα κλείστηκε στα σύνορα του βιβλίου.
Όλα του τα βιώματα έπαιρναν κοσμογονικές διαστάσεις για να αθωωθεί ο γραφιάς που έκλεβε το φως απ τα βιβλία. “Είχα την ψυχή μου ξέφραγο είχα καρδιά όξω κόσμου”
*
Μάνα μου το φεγγάρι κι ένα κουπί
σαν δεκανίκι,κι εσύ δεν πήρες
να πας στο ανήκουστο ακρογυάλι
όπου δροσολογούνται οι πέρπερες;

*
Τα όντα θα σ επιθυμήσουν

Ο χάρος απόψε είναι μες στη σούρα του όλος η γη σκοτείνιασε ώ παλληκάρι
μπήκες φορτωμένη μέλισσα μες στην κυψέλη με του θανάτου σου τη σούρα το μηδέν τα βρήκε σκούρα με τέτοια συγκομιδή οι εκεί φίλοι την πλάστιγγα θα δουν να γέρνει πολλά μηδενικά κάτω
ο Μ.Χ. θα πάθει νίλα στα ατρύγητα μέθης και κλινοπάλης θα του φύγει το νταζάιν από το τσερβέλο

Τροχισμένη φράση τροχείο η σκέψη σκιρτούν εφηβικές ρώγες κοριτσιών οι φράσεις σου μας κάνουν στα στήθη πληγίτσες χαρακιές

Πώς τρεμοσβήνει ένας αετός πέρα στο μάκρος παίρνοντας απ το βλέμμα μας την πτήση.

Advertisements