Βάρδοι και Νόστος-ένα κείμενο εκτός ορίων

Ανοίγω

χέρια η πραγματικότητα να χωρέσει στη φτερούγα της μέρας, ότι υφάνθηκε με νύχτα τ αρπάζει το φως, θεοτικά άρχονται ανοίγματα, σμίγουν το χνώτο τους πάνω από το σπαρασσόμενο βασίλειο,άδης καταπίνει. Σ αυτό το κενό συμβαίνει ανάδυση απόβλητων, με τη φτέρνα στην πέτρα κόβουν πικρό καρπό προσφέρουν με νόημα, αποσβολωμένοι στου χρόνου το καράβι.

Είσαι ό,τι λεν’ τα φυλλοκάρδια

Για να τους πλησιάσουμε πρέπει να τινάξουμε από πάνω μας την επιρροή των μοντερνιστών,όπως τινάζουν τα ζώα το νερό,γιατί στην περίπτωσή μας ισχύει το σύνδρομο του”ψηλώματος του νου” ,πήραν τα μυαλά μας αέρα πτωχαλαζονείας επειδή νομίσαμε ότι τα έργα που διαβάσαμε τα φτιάξαμε κιόλας,- περίπτωση “γαύρο ανάστημα” στο Περί ύψους.

Μόλις στραφήκαμε στη μέσα Ελλάδα,στο λόγο που μας ανήκει και μας καλεί,ξύπνησε ξάφνου το αισθηματικό μας αίμα και μας μίλησε η φράση από μέσα βαθιά,παρακάμπτοντας τα ψιμύθια που έφραζαν την οπτική μας,τη ματιά μας.

Γιατί τώρα έχουμε πεπληρωμένο λόγο,αρτίωση βίων,τσαλακώματα ζωής εθνικής,και τις αναμετρήσεις τους.Περίσσιο συναίσθημα μας φτάνει μέσα απ’ τη φωνή τους. Κάθε όψη έργου και στήριγμα .Τώρα διαβάζεται η πνευματική πορεία,η ιστορικότης .

Αφού στρώνεις μνημείο για ποιητές σε πιάνει μια θλίψη αφόρητη γιατί διαπιστώνεις τί είναι φόρος θανάτου όσο το έργο είναι κατάλυση λήθης άλλο τόσο είναι ο θάνατος σατράπης.Όμως το σημαντικό είναι ότι είναι υλικό της εποχής τους,και τους μετράμε μέσα στην ιστορικότητα.Γλωσσικός διαφωτισμός και τέχνη, ένα ευρύτερο περίγραμμα με ανώτερη στόχευση, προτάσσοντας νηφάλιο λόγο.

Του Απρίλη πουλιά του Μάη λουλούδια να σου γίνονται εσένα τραγούδια φιλιά

Το βιβλίο στην ώρα της αναπαράστασής του,αυτό θυμίζει τούτη η έκδοση,αυτή η περίληψη,συνοπτικό κάτι των ποιητών της “Καθημερινής”.Κι όμως ως δέσμη σημασιών,ποιήσεων, ακτινοβολεί.Κάλλιστα οι εικόνες και μόνον των δημιουργών μας φωτίζουν,στον καιρό που ο εικονισμός είναι τέχνη ειδωλική,πέρα για πέρα,το ρηχό έχει το βάθος του,την οικεία βαθύτητα που σώζει καθώς μας αρπάζει απο μέσα μας,καθώς νιώθουμε το χνώτο τους κοντά μας.

*

1.

«Είμαστε σαν τη δροσιά που πέφτει στον κάμπο κι απέκει την παίρνει ό ήλιος». (Δ.Σολωμός)

Το δράμα της εθνικής αποκατάστασης συνεχίζεται,γιατί δεν ολοκληρώθηκε μήτε στην υλική της υπόσταση μήτε στα εθνικά μέλλοντα,η δε διαφθορά μόνιμη όπως και η ανέχεια .Μονώτατος ο Έλληνας αμέτοχος παιδείας και προκοπής,τρεκλίζει ανάμεσα σε υποδείξεις και χρεωμένος.Κανένα χρέος ,κανένας θεσμός δεν ευδοκιμεί στη μικρή τούτη χώρα όπου αντιβλέπονται προύχοντες μεσάζοντες πολιτικάντες βαυκαλισμένος λαός,που δεν νοιάστηκε να ανεβάσει το πραγματικό επίπεδο πλούτου,ως δικαιοσύνη ,αξίες ,παραγωγικότητα, οργάνωση,εθνικό βίο.

Πώς να βρεθεί γλώσσα που να ιστορήσει όσα δεν έχουν ειπωθεί στα καλλίτερα παραδείγματα,έλλειψη άγκυρας πυξίδας νηνεμία στα πανιά,ολιγαρχική νοοτροπία και καπετανάτα,έθος δουλοπαροίκων.Εν μέσω τέτοιων καταστάσεων ,ο μικτός ,έκθετος και κόμης μαζί,Σολωμός κυοφορεί και τίκτει μια γλώσσα μεστή χυμών οπώρας.Γλώσσα που συνεχώς αναδίδει,κι επίσης διανόημα,σύνθεση,όλα μαθητείας απαύγασμα ιταλιώτιδος μούσης.Δεν είναι μόνο ελεύθερος ο στίχος του,είναι ταυτόχρονα πλούσιος ο ρυθμός ,και είναι υψηλής πνοής δράμα.Υψώνεται μια αρμονία θραυσμάτων τέτοια που είναι η μορφή της Ελλάδας,από απότομο φρόνημα αθλητών ηρώων του γένους,η χώρα τραγουδά μαχομένη μέσα στα κουρέλια της ,κι ο ποιητής της δεν μπορεί να την αντικρίσει παρά ως τυφλός με τη λύρα στον ώμο,βαδίζοντας στ’ ακρογιάλια της ακούγοντας το φλοίσβο καθώς αισθάνεται τον αφρό στα πόδια δαντέλα του ποδόγυρου της υψολόκορμης ακριβής του που θροΐζει.Γυρισμένα τ’ αυτιά του έχει στη φωνή της που καθώς υψούμενη τον έλκυσε ,την έκλεισε στην καρδιά του ελεύθερη.

Δυό βήματα πιο κοντά στον Σολωμό μισό βήμα κοντύτερα στην ποίηση,συναισθηματική μας απόκριση στου γεννάρχη τα κελεύσματα αφουγκραζόμαστε στενά το εγχείρημα,αισθανόμαστε την πράξη που είναι η γραφή.Και μας συνέχει. Χωρίς αυτή τη συνέχεια έθνος δεν υπάρχει μήτε ελευθερία και γλώσσα δηλ. αλήθεια.

Η πνευματική προσφορά ,το έργο ,έχει αυτή την μοναδική ανιδιοτέλεια,να είναι μιά δόσις,ένα σκίρτημα ιστορικότητας.Εγκαθιστά έναν ήλιο πνευματικό πάνω απ’ τη χώρα,το λαό, ο αόρατος Ναός του έθνους είναι αυτό.

Στήν πλάκα πέφτω ,καί θαρρώ πώς δέ θά σού βαρύνη.

Παρθέν’,από τά χείλη μου κι’ από τά γόνατά μου.(ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΡΟΔΟΣΤΑΜΟ)

Το στήθος μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν

*

2

κάλβιο μέλος

Όταν το είναι μου γίνει τρόπος να είμαι

τότε η ελεύθερη τροπή του είναι μου με αναγεννά

είναι η αρμονία μου,είμαι η αρμονία μου,

ευδαιμονία μου μόνη

Λύρα πολεμιστήριος,των παλληκαριών,βροντάουν τα άρματα στα όρη ξεχύνονται ακούσματα αστραπής,το στερέωμα σχίζουν ουρανομήκη.Αμετακίνητο πάθος τρέχει τους ύμνους τρέχει τα ύψη τα βάθη.Ως στενά πολιορκημένος δίνει τον τόνο οξύ θέλει με αυτό να νικήσει σκλαβιά και θάνατο,ανεβαίνει τα κρημνά της αρετής κινδυνώδη ποίηση,γυρνά στην εν εγέρσει πατρίδα του με το στίχο όντας σε έξαρση αναζήτησης ιδεών.

Ο τόνος προστακτικός δίκην προσευχής,η επίμονη προσφώνηση με επαναλήψεις είναι χτύπος στη φλέβα, ελευθερίας πόθος και αρετής η μορφή είναι τρόπος του υψηλού.Ακατάπαυστη ενεργός ιδέα,τεντωμένες χορδές δηλώνουν τα υπερθετικά, οι παρακείμενοι, η γλώσσα οργά ,του γένους πάνδημη έγερση, πάλλει η καρδιά χτυπά με βία. Με μονάδες συνθέσεως τις στροφές ως πεντάκτινο αστέρι μέσα στο ευρύ σκότος,ανυπόταχτος στα φιλολογικά συμπαρομαρτούντα,έχει η γραφή του αγέρωχο φρόνημα,απαράμιλλο σφρίγος.

Παρακάμπτω τους αλαζόνες του σήμερα, αυτούς όσους μασάνε φύλλα δάφνης και μυρίκης,κλαίνε χήρες κι ορφανά.Με επίκληση στη μορφή του ο Καρυωτάκης απομαγεύει τα αισθήματα για πατρίδα οπού οι αλλόφρονες σκυλεύουν το πτώμα της,αυτήν την πεσμένη χώρα ,που άν τη μισεί ,βαθιά τον θέλγει έστω μισή,αυστηρός κι αυτός σαν από ατσάλι.

Εικάζω ότι ο Κάλβος διδάχτηκε την αρχαία ελληνική σε πανεπιστημιακό επίπεδο(λελυπημένα τετριχωμένα ..).Το ασυναίρετο με τη συμπλοκή φωνηέντων είναι χτύπημα φτερούγας αετού από κορυφή σε κορυφή,η προστακτική είναι όπως προσευχής κέλευσμα,με τον Ωκεανό απηχεί ομηρικά,στόμα γεμάτο ήχο φωνηέντων και θάρρους.Ο Μπάυρον ξεριζωμένο δέντρο ,καταστεφής,με γήινα φύλλα και αστέρια στα δόντια του άδη .Μιά διαρκής προσταγή, πορφυρίζονται,προστακτική τριάδα, επιτακτική βιάση σαν προσευχές και δράματα,αίμα που πλένει το σταυρό.

Η μορφή εμφανίζεται μαζί με τη μεγάλη ποίηση,είναι ένδειξη μεγαλωσύνης,στεγάζει ρυθμό πνοή , δίνεται στης σύνθεσης τον άθλο ,την αγωνία.

Οι αμπάρες της έμπνευσης έπεσαν απότομα,μαζί με το πρώτο βήμα στη γη του,το ορφανό βρήκε αγκαλιά,επαναπατρίστηκε κι όλα γινήκαν ψύχρα καθώς πάτησε το πόδι του στο χώμα της,κατακάθησε μέσα του ο οίστρος έγινε ένα με τις εικόνες που έπλασε,πατρίδα και ποίηση μιά ματαίωση,ιδεώδης σκιά,έτοιμος κι αυτός μαζί να πέσει στο μνήμα καθώς η φαντασιώδης μητέρα,στη σφαίρα του ιδεώδους μπορούσε να λειτουργεί,δεν χώρεσε κοινωνία και επικοινωνίσιμο.Και για τον Άγρα άφησε καλλιγραφημένη την ευχαριστήρια επιστολή του τάγματος ποιητών από το Δραγατσάνι προς τους πολίτες της Γενεύης για την παροχή φιλοξενίας.

Η ποιητική του ύλη δεν παρέμεινε υπό τη μορφή,την περιέκλεισε φωτοστέφανο,όπως αναμμένο κερί ο Κάλβος έχει άλω γύρω από καυτό σκοτάδι.Είναι ιδέα.

Στα όρια του ρίγους ,θίξη τρέμουσας χορδής

στα απόκρημνα

και κάτω ομίχλες

κοιτάμε την ηλιαράχνη.

Ο Κάλβος μακρυνό αστέρι που το φως του

όπου νάναι καταφτάνει.

Και ιλιγγιώδης έβενος ρευστός ένα με του Πόε

τις λιμναίες οδύσσειες.Η άβυσσος μας κοιτά.

Και πίσω μακριά ουρλιάζουν λύκοι.

*

Ο Κάλβος είναι πολύ πιο ψηλά.έχει δυο τρεις στροφές που εμβολίζουν την απεραντοσύνη

Τὰ μυρισμένα χείλη

τῆς ἡμέρας φιλούσι

τὸ ἀναπαυμένον μέτωπον

τῆς οἰκουμένης· φεύγουσιν

ὄνειρα, σκότος,

 –

ο ήλιος κυκλοδίωκτος

ως αράχνη μ’ εδίπλωνε

και με φως και με θάνατον

ακαταπαύστως

 –

δεν έχουν σημασία ουδεμία τα πανέμορφα σε τέτοιους στίχους και ποιητές

είναι απλά έ β ε ν ο ς

Η λαμπάς η αιώνιος

σου βρέχει την ημέραν

τους καρπούς, και τα δάκρυα

γίνονται της νυκτός

εις εσέ κρίνοι.

 –

με αυτά ο Κάλβος τους έχει αφήσει πίσω όλους,όχι ακριβώς ,είχε κάνει μεταφράσεις της ευαγγελικής εταιρίας από την Βίβλο,είναι μικτόν είδος,σύνθεση και αρχαία και νέα ,δεν είναι δογματκός της γλώσσας,και δεν ακούει λογικές και γραμματικές είναι ποιητής όχι βλάρος

3

Η μέλισσα δεν ενδιαφέρεται για το λουλούδι αλλά για το νέκταρ,παρεμπιπτώντος συναποκομίζει και γύρη.Κι ο άντρας ακόμα κι όταν πάει από γυναίκα σε γυναίκα διαφορετικού αρώματος κάθε φορά τη μία γυναίκα τρυγά και συλλέγει παρότι δεν έχει κυψέλη για το μέλι της.Αυτά έρχονται στο νου ,και στην πένα μέσα από τους δισταγμούς ,φραστικούς,του Παλαμά μπροστά στο γυναίκειο βωμό.Φτάνει μέχρι να το αποκαλεί λαγκάδι στη γλώσσα των οικείων του περιορισμών,όμως μ’ αυτό εξέφραζε ευθύς άκρως υπαινικτικά τις ψυχικές του κλίσεις,γιατί μας εκφράζει και μόνον η οικεία γλώσσα στην μύχια διάθεση.Το παράπαν.Αλλιώς είναι εκτροπή αισθήματος.

(Εκτοπισμένος πνευματικά μετά το ’60.Τελευταίος υποστηρικτής ο Καραγάτσης, τον θεωρούσε τον πιο μεγάλο μας ποιητή).Στον Παλαμά έχουμε το παράδειγμα του ποιητή,ορίστηκε εκ των πραγμάτων για εξήντα συναπτά έτη ως ο έχων ευθύνες τοποτηρητή.Του εδόθη προβάδισμα στην πνευματική περιοχή όπου πρώτη τιμή είχε η ποίηση.Την ευθύνη του ποιητή την κράτησε μέχρι τέλους.Τόσο που στο φέρετρό του ακούμπησε την Ελλάδα ο διάδοχός του Σικελιανός.(Η Νέα Ελλάδα βαρυνόμενη μ’ ένα χρέος που δεν έχουν άλλοι λαοί ,να ξαναβρεί τον εαυτό της,”τα φτερά τα πρωτινά της τα μεγάλα”,κι εκεί παρατραμπαλίστηκε σφόδρα).

Θυμάμαι του Παλαμά να μου έχει αρέσει ,στα από στήθους,δοξαστικό επίγραμμα θρήνος : “Σε κλαίει λαός πάντα χλωρό να σειέται το χορτάρι στον τόπο που σε πλάγιασε το βόλι ώ παλληκάρι” ,ισάξιο με το “ Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη”.

Η επιστροφή του σήμερα,του Π., γίνεται με το συνολικό όγκο του έργου του, κι όχι μόνο με τη διασωσμένη μοντερνιστικά Φοινικιά .Μια φοινικιά ταπεινωτάτη ένα ποίημα ψίθυρος του γαλανού στη βάση της λες κι επικοινωνείται από τους χυμούς της εκεί ψηλά αιθερία μορφή.Καίρια εικόνα της Ιδέας που ήταν ποιητική θεωρία του.

Τον είχε ζαρώσει η ηλικία σαν δρυ που έλιωσε κάτω απ το χαλάζι του χρόνου κι έγειρε προς τη γη ό,τι πολύ εργάστηκε, Τον πόνο του,ποιητική όραση θα τον δώσει.

Έργο με λακκούβες και κορυφές,σαν κύμα οροσειράς.

Έχουμε ανάγκη να βγαίνουμε από τη σκιά της παράδοσης, αλλά μετά το πρώτο βαθύ προχώρημα προκύπτει η ανάγκη να ξανακολυμπήσουμε στα νάματά της σαν για να πάρει το σώμα μας νέα στιλπνότητα από το πολυκαιρισμένο άρωμα εκείνο το έκτακτο χρώμα από τα τιμημένα.

Κι έχουμε ανάγκη να βουτήξουμε στην έξαρση και επικοινωνία της γλώσσας με τα μεγάλα ρεύματα της νεωτερικότητας,στην ποίησή μας εκείνη που μετέχει με τη γλωσσική της ουσία στο βαθύτερο γίγνεσθαι στις νέες όψεις του ποιητικού, τη βάπτιση αυτή στο νέο ρίγος.Έτσι η ποίησή μας βάφεται με νέα χρώματα όπως όλη μας η τέχνη η λογοτεχνία η σκέψη η ζωή

σαν γαλάζια μέρα.

*

Γράφοντας γι αυτούς σημαίνει τους ξεθάβω μέσα μου κι ακόμα σημαίνει τους κάνω ενεργούς από αργούς λίθους,ενεργούς της ποίησής μας που γράφεται σήμερα,που συμβαίνει.Εκείνο το καταργημένο απόθεμα το παίρνω ως ποίηση δρώσα, τη ζωή τους κερδισμένη .Από ασύνειδη μνήμη γίνονται προτομές εν όψει.

Γιατί τον ποιητή λάμψη τον φέρνει από την κορυφογραμμή

και καταφλέγει κάθε στιγμή

Μες στο γλυκό ανέμισμα φτερούγισε κι η σκέψη

την άγγισε κάποιο άρωμα κι ήθελε σας πιστέψει

άνθη γαλανά του νου του στέψη

Ελάχιστα ποιήματα είναι τόσο μεγάλα.Όλη αυτή η γήινη πνοή ,έχει έναν καταδεκτικό οίστρο,ένα αρκάδιο τόνο ένα μετρημένο χαμόγελο μια υψηλή χάρη.Ευωδιάζει θαύμα .Άσμα θρηνητικό και πένθιμο χαράς.Κι άν κάνεις ν’ απλώσεις στο συμβολισμό της η φοινικιά ορθώνει υψηλή φωνή ώς κάτω,γυμνώνεται ανεβαίνει με νέα κλωνιά στεφανωμένη ξανανιωμένη θαλλερή φλογισμένη καρπερή.Τί μάς ξηραίνει; Η ξιπασιά!Είναι νόμος πνευματικός,οι πιό βαθείς δημιουργοί να αναφαίνονται όσο ο χρόνος προχωρεί”. (Στο βλέμμα, απόγνωση μονογραμμένη ρυτίδα δίπλα στο μάτι.)

Το ποίημα αυτό (ΑΣΚΡΑΙΟΣ) είναι ένα είδος θεμέλιο, πνοής νεοελληνικού ρυθμού,από τα χέρια του Παλαμά.

Το εξάμετρο στη νέα λαλιά και ξανακερδησέ το

στην τέχνη την παλιά χλωρό χυμό

με εμπιστοσύνη στο βηματισμό στο μέτρο

υψώνοντας καημό

από το δρόμο άρπαξε ρυθμό

με της καρδιάς το χτύπο μέτρησέ το

αρμόνισέ το στο βήμα το χορευτικό

σαν τον κισσό τίναγμα σβέλτο

Το επίλοιπο μελέτησέ το

γυμνό το ποίημα σαν το σπαθί

των παλληκαριών γοργοκίναέ το

σαν που κόβει τις φωτιές και λάμπει

άλογο γρίβο στην Πολιτεία νά μπει

γλώσσα με όλες τις προίκες της όλα τα θάμβη

*

Γυμνό το ποίημα σπαθί κόβει φωτιές λάμπει/ομορφιά με όλες τις προίκες όλα τα θάμβη

*

Σ αυτό το σχέδιο στήθηκε ο καμβάς του Άξιον εστί.Μια τρυφερή ιδέα που το κινεί σαρκώθηκε εκεί με το αφηγηματικό του σαράντα καθώς κατασκήνωσαν οι στρατοί μας στους Αγιοσαράντα μαρτύρους της δόξας.

Προφητικός καλόγερος και πέταξε στη μέση

λόγια με ζέση

παιδιά της καρδιάς σου κόκκινα τα φιλιά σου

μέρα γειά σου

πώς να την πούμε αυτήν την πνοή που απλώνει ξεχύνεται ασυλλόγιστη , τη στιγμή μάλιστα που συλλογισμών έχει χρεία ο τόπος;

Όταν οι φράσεις εκτρέπονται σε μετάρσια χώρα σε διϋλισμένη πνοή ενάερη φρενιτιώδη αρέσκεια που δεν ευοδώνεται δε σκάει τ’ αχείλι σε αύρα ποθεινή ,χείλη στα χείλη βυθός στο βυθό,και βρίσκει στην άβυσσο χαμό.Υπεραναπλήρωση ιδανικοί αυτόχειρες.

*

Ξοδεμένος βερμπαλισμός ,κάτι φωναχτό ασυνάρτητο απλώνεται σ’ ένα ρυθμό που μόνο πλεμόνι είναι, άνευ γεωμετρήματος κι άνευ διανοίας, ένας άπαυτος καημός σαν αμανές με λέξεις που δεν δηλώνουν τίποτε,δίκην μουσικής χωρίς στίχο.Μόνο αέρας.Ένα ιδρωκόπημα φράσης που την αναγκάζει ο ρυθμός ,των ακριτικών στοιχειωμένα πράγματα που τον καβαλίκεψαν σαν διαβόλοι και μέσα εκεί λαχανιάζει λέξεις που συνάμα κι αυτές είναι απόηχοι σαν βραχνάς.Εκείνο που υπολήπτομαι ,σεβάζω, είναι ο πνευματικός κόπος.

Του ποιητή φρονήματα και ήθη

και τρόποι

του γίνονται αρωγοί ή άπρεποι κόποι

Θεωρούσε,το είχε ρητά δηλώσει,το Δωδεκάλογο,ως την πιο πλατιά σύνθεση που τον εκφράζει .Για κείνον είτε Δωδεκάλογος πεις είτε Παλαμάς σήμαινε το ίδιο.

Πώς θα τον διαβάσουμε;

Στο δικό του περίγραμμα, και την ανάληψη ευθύνης και έργου, με τον δικό του ευκίνητο παλμό που διέγραψε την περιφέρεια του καιρού του,την ψυχοπονιάρα Ρωμιοσύνη κι έναν καημό μεσσολογγίτικο.Κι ύστερα την ολοκλήρωση ακριβώς αυτού του στόχου.Ήταν συνθετικός.

Πνιγήκαμε στου Αιγαίου τα νερά,του Πόντου και του Μαρμαρά.

Ψηφιακά χείλη.Μερικές φορές αναγκάζεται να γράψει συνθήματα ,τη στιγμή που οι τοίχοι πρέπει να μιλήσουν οι τοίχοι ΜΙΛΟΥΝ -τα πέτρινα στόματα.

Έστειλε μήνυμα η καρδιά στα χείλη

Κι όμως όταν κατασταλάζει κάτι μέσα του, η γραφή μεστώνει,η αποδοχή τού έπαιρνε ,τού σήκωνε την κρίση μέσα απ’ τα χέρια.Γνώρισε τόση δόξα έριξε τόση σκιά- και η Ιστορία στα ύψη και στα βάθη! – γοητεύθηκε τόσο απ την πορεία του που δεν του έμεινε καιρός να αναλυθεί μέσα απ το ίδιο του το έργο.Γιατί αλήθεια στα πιο φιλόδοξα έργα του πρόσωπο δικό του δεν μπορεί να διακρίνει.Πίστευε την ποιητική Ιδέα, μπροστά της το έργο το θεωρούσε ασύμπτωτο ,ένα λίγο της ιδέας.Πώς δικαιολογείται να είναι μοναδικός εκφραστής διαφεντευτής επί εξήντα χρόνια ,ταυτόχρονα να θεωρείται ο οργανωτής της γλώσσας και των ποιητικών πραγμάτων; Πρέπει να ρίχνουμε ένα μάτι εδώ στο έργο του και το άλλο να παρακολουθεί την κίνηση της Ελλάδας των χρόνων του για να μπούμε στην ατμόσφαιρα που του υπαγόρευε θέσεις και πράξη.Κι όπως φαίνεται ένας Παλαμάς καθαρμένος από μαλάματα ,αποκαθαρμένος κι από μαλώματα προβάλλει στον ορίζοντα όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία ,αυτός χωρίς πανοπλία, αλλά με τη σοφία της φοινικιάς που εξέχει ο λυρισμός της

τ’ απλά γαλανά ανθάκια.

*

Παράξενη απομάγευση,όταν πληθαίνουν οι αγάπες όταν αφήνεις το όνειρο μεγάλο ώς ήταν,μέσα από τον πόνο τους μέσα από την πίκρα βγαίνεις ατσαλεμένος και δεν σε κόβουν τα μαχαίρια.

Ένας πράσινος στεναγμός,όλα τα φύλλα ένα φύλλο

το ίδιο πέταλλο όλα τα πέταλλα κοινός στεναγμός ,ένας.

Άν ήταν να πει το ένα θα το είχε πεί με την πρώτη.Η γλώσσα όπως και το φύλλο με μύριες προσπάθειες χάνει εξ ορισμού το ένα.Μ’ αυτό κίνητρο πλουτεί το όν,πολλαχώς λεγόμενο. Ό,τι εκφράζεται ,εκφράζει ταυτόχρονα το ανέκφραστο, λέγει το άρρητο .Πάνω στα χείλη σου πάνω στην πληγή της ύπαρξης ,έκφραση,το ποιητικό θεώρημα τραυλίζει διαρκώς τη λέξη,η λέξη μιλιέται μέσα από το τραύμα ,ανεπούλωτη κόκκινη πληγή.

Ξεριζώνω ένα πουρνάρι από άλλη ψυχή,άλλου καιρού ριζώματα και το εμφυτεύω σε νέα χώρα.Τα μπολιασμένα δέντρα κάνουν ήμερο καρπό δηλ τα έκθετα φωτίζουν τους δρόμους του μέλλοντος,Strange Delusion.Στην αγκαλιά της φύσης είμαστε μπολιασμένα δέντρα.Στον κήπο του θεού,ως πρωτόπλαστοι είμαστε άπλαστοι στον τρόπο του ανθρώπου.Τα εμβόλια.Η πληγή .Βάθος αναπνοής ό,τι πνέει το αναπνέουμε και το φύλλωμα ριγεί των σπλάχνων.

Για τον Παλαμά όσο πιο εύθραυστη πιό λεπτοφυής είναι η ποιητική φράση τόσο πιό ανέλπιστο το άρρητο,απρόσιτο όπως μεγαλώνει η σκιά που ρίχνει το χέρι μας στον τοίχο καθώς πλησιάζει το κερί.Μεταφορά για του ποιητή τον ίσκιο,ο ποιητής Ηρόστρατος του ελαχίστου, απολαμβάνει σ’ ένα κερί που καπνίζει τις φλόγες της Τροίας του, γιατί ξέρει να αρκείται σε ένα ψιχαλάκι.Οι λέξεις θερίζουν τον ίσκιο της ζωής δρέπουν καπνό της Τροίας ,σε μικρογραφία .

Η διεργασία του ψεύδους.Στο τέλος μοιάζει να σε εγκατέλειψαν όλοι ,μα η αλήθεια έιναι ότι έφυγες από όλους μακριά.

Παίζει μουσική σαν να φυσάει μ’ένα καλάμι ,να μιλήσει η γλώσσα μουσική. Σαν λάλημα ακούω το βάδισμά σου σαν λάλημα ακούω τα νερά σου

Η φόρμα ντύμα ,ντυμασιά του λόγου και λόγος. Μύηση στην ύπαρξη είναι ποίηση στην ύπαρξη,δεν γεννά λέξεις ,γεννά την ουσία τους μ’ εκείνα τα υλικά που πλάθεται η γλώσσα. Ο ποιητής πλάθεται με τα ίδια του τα χέρια, με την ποίηση είναι όπως η αράχνη και ο ιστός, βγαίνει από μέσα του με τα χέρια και τη γλώσσα όπως στην ηλιαράχνη. Έχω το ποίημα στα σκαριά τις λέξεις του δρομολογώ, τα γραμμένα ποιήματα δεν είναι γραμμένα φιλιά που δεν φτάνουν στον προορισμό τους,είναι γραμμένα ματάκια.

*

4

Ιστορώ αγάπες.

(«Πετάει πολύ αργά και συγχρόνως πολύ υψηλά» «Είχε μια μικρή απόκλιση από το σύμπαν»(Φόρστερ)

*
Ο Καβάφης

εγκέντρησε τη Νέα Αίγυπτο

αλεξανδρινισμό ανυπέρβλητο

αιγυπτιώτης με όλες τις μνήμες της ελληνιστικής και μπήγει το άρωμά του.

Όπως σφίγγα στην άμμο ατενίζει τους αιώνες.

Κατά βάση ο Αλεξανδρινός δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να διερμηνεύσει το ελληνιστικό πνεύμα που ήταν εγγενές στον περίγυρο των ομογενών της οικείας θάλασσας.Φυτεύοντας αγάλματα σε κάθε γωνιά εφήβων καλλίστων εξωφρενικής ομορφιάς, σώματα μέγιστης λάμψης.Το αφ’ υψηλού στων πυραμίδων τη βάση,τρίγωνα σώματα πλατωνικώς, πλωτινικώς ιδεώδη.

*

ποίηση:λέξη ελληνική

Ανυψωτικές φτερούγες σε όλο το φάσμα του ελληνικού γιατί αυτός υπάρχει με των αετών μιλήματα.

Διαβάζοντας με αρνητική διάθεση δεν έχεις και την καλλίτερη πρόσληψη ,κι ούτε βέβαια να παρασυρθείς από το συρμό.Ένας συγκρητισμός των ποιητών μας αναδεικνύει κρίσιμα τα μεγέθη.Δίνεις ίση σημασία στο ποιητικό εγχείρημα εκάστου και τότε στάγδην τα νοήματα εκφέρεις κι όχι απόψεις, μόνο βαθιά επικοινωνία λόγου μυστικού, ως μυστικούς που πλησιάζει μυστικός.Αυτός ο ουρανός αυτή η γή μας αυτή η ποιησή μας,άν κυβερνήθηκε από δικού του και με ανάληψη ήθους.

Πρέπει να σταθούν προύχοντες Ποιητές,σε όλο το πνευματικό τους μέγεθος, πνευματικό αξάν και οξύ.Οικονομία της ωριμότητας,χυμένη στα κόκαλά τους ποίηση και έρωτας και θάνατος.Στένεψαν οι χρόνοι με την ψυχή “Γιατί εσένα έχω δίψα στην καρδιά και κάψα μες στα χείλη”,ήρθε στο νου στο σώμα επάνω, πάλης στις θάλασσες ελκωμένης,τί ,είναι,αι θυσίαι επί χάρτου αι πλεόν ακριβείς.

Άχ,αυτά που πλησιάζουν τα γεγονότα που φουσκώνουν με τη μαγιά των αντιφάσεων καθώς ζυμώθηκαν και ψήνονται στο φούρνο της καθημερινής ανάγκης ,της ελευθερίας.Η φλόγα τους τών γεγονότων, πρήστηκε το μυαλό σαν το σκεφτεί.

Τα όνειρα όταν σου εξηγούν όνειρα οδηγητικά και πεπρωμένα μην τα απεμπολήσεις ,μην

φεύγεις κι εσύ Διόνυσε με τα θηρία καθώς φεύγει η πόλη κάτω απ τα πόδια

καθώς βυθίζομαι στον άλλο κόσμο, την παρτιτούρα του θανάτου μου ο θίασος αρχινά και τελειώνει, είναι ένα παίξιμο αυτό για μένα της μυστικής ορχήστρας,του τελευτάν.

Υψηλός διασκελισμός σαν να πηγαίνει στην Ιθάκη.

Η Ιθάκη είναι το γράμμα του δρόμου

είναι ρολόι που κουρδίστηκε για ταξίδι

είναι αποστήθιση πλούτος για καρδιά

Πλούσιο το ρέμμα πάς

Καθώς εκείνο που σε αρπάζει είναι αισθήματος καρπός

που μες στο νου ανθίζει ορθός ρυθμός σ’ αιχμαλωτίζει

και σε χτυπά η ομορφιά από το βάθος των πραγμάτων

νέα αίματα νέα κόκκινα χρώματα

Πώς γίνεται τώρα να είναι η αγορά αγιογδύτης μας

κι εμείς πικρά να έχουμε ζωστεί την ανάγκη που σφίγγει

Πόσο που μίκρυνε ο τόπος!

Μες στο ρυθμό ριγμένος πόθος ανακυκλώνει αυτό

που κλώθεται το αίμα

γνέμα φερτό του μυστικού του ύμνου μιά αιφνίδια τροπή στο νου

λόγια που συχνό του υφάδι τα είχε η ψυχή σαν αμυχή

σαν γδάρσιμο αισθηματικό πόνος για μάτια

Μέχρι που πάει η φιλοδοξία του και πού πάει ο κριτικός του νους Άν πίσω από αυτές τις σιωπές του εγείρεται ρώτημα αδυσώπητο,για εμβέλεια μικρή, μικρή γιά ότι ήλπισε.Γιατί μικρότερη μου φάνηκε εμένα απ’ ‘οτι την είπαν, και έτσι την διέδωσαν,την έπλασαν.

Η δαιδαλώδης αυλή πως έπεσε διαδόθηκε

Τώρα μες στην Κομμαγηνή η τύχη του

στεριώθηκε και μεγαλώνει.

Αλλά προσέτι ταλαντεύεται και αρχαίως πίπτει,

Το επίγραμμα πάντα έλκει τη μορφή

κι ακόμη εδώ που το αυστηρό επιτάσσει.

Ξαννά η θάλασσα φουρτουνιασμένη της σελίδας,δημιουργία,που χώνεψε φαντασία φύση κρίση μαζί και στοχασμό. Η Ιωνία έσφυζε κι ετόλμα ήταν μιά γρήγορη ενθύμησις πριν από το μέγα φεύγα που θα ακολουθούσε.Τώρα περνά αισίως βιαστική μέσα από την κορυφογραμμή όπου την έσυρε η ποίησίς του

ώ διαστροφή φτιάξε το στίχο σου

θερμό όσο η απόκλιση

όσο τα ζεστά της χείλη της επιθυμίας

σκίρτημα τρέφει την καρδιά ώ διαστροφή

στροφή στροφή διασκέδασε

των τέρψεων τα τολμηρά φερσίματα

γοργά το αίμα μελωδεί

εν ηδονή μεγάλη κι εν ταραχή έστρεφε,

κι έστρεφε νεανικώς.

Η νύχτα με τα δικά της φώτα έρχεται αλλιώς φωτά.Είναι να τα βρεί η μαχαιριά εκτεθημένα σε φώτα λυχνίας ασθενή κι εκεί να πέσει ο πέλεκυς της μνήμης.

Μες στα κοιμητήρια είναι όλες μνήμες θύμησες κι απέκει δραπετεύουν καθώς τις καλεί του ποιήματος ο συνθέτης κι εντός εδραιώνονται.Τραβώντας το επίγραμμα από την ψυχή του,(του ποιητή την ψυχή), και παίρνοντάς το εκεί με την αφορμή της μνήμης.

Στρώνοντας λέξεις οδόν αναπαύσεως,καθώς τα εγκαινιάζει αγάπη

που κίνησαν τα κρέπια του πένθους Ύλη καθ’ υπέρβαση.

Το επίτοιχο θέμα των Νειλωτικών ξόδια

χρωστικές θανάτου ύλες

η τέχνη των Αιγυπτιώτων

τρέχει ρίχνεται εκεί με ζήλο ζωηρό

με το ελληνικό συμπλέκεται διατρανώνεται ο θρύλλος

μέσα στη νέα πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια

με τα πολλά νερά του ανθρώπου, ν’ αρδεύεται.

Κι όταν η ειρωνεία τα θέλει αυτά

τα θέλει για να στερεώσει μελαψόν

που άν μες στην Αλεξάνδρεια ασπρίζει

δόξες θερίζει σαν από τραγωδία αρχαία

σταλμένο γνωμικό άσμα διδαχή του τρέχοντος γεγονότος.

Ο χρόνος είναι ένας κοσμοχαλαστής,γιατί ο άνθρωπος γεννήθηκε στις ρωγμές του υπάρχοντος.

Τώρα που επιστρέφουμε στις πηγές αρχίζουμε και διακρίνουμε σφάλματα πρόσληψης,και λέω μ’ αυτό πως παρορμητικά αντιδράσαμε στραμμένοι στα κινήματα του μοντερνισμού, πράγματα που δεν μπορούσαν να μετακινήσουν,να σαλέψουν τους εδραιωμένους τους σχηματισμένους με δυνατά υλικά ποιητές μας.Ο ισχυρός τους πνευματικός οπλισμός δεν επέτρεπε στους εισβολείς,δεν έδινε έδαφος κανένα.

Ο Καβάφης που ήταν ένα είδος ακρίτη κάλλιστα εκεί στο σύνορο μπορούσε να είναι και διγενής.Δεν του κόστιζε τίποτε,κοινωνικώς, θρησκευτικώς,γλωσσικώς.Η μεθόριος ήταν και της ετερότητας το εγγύτατο ενός εταιριστή.

*

Στο κοιμητήρι

Εδώ θα μείνω επακριβώς

Por los siglos de los siglos

με χρόνους κορωνίδα

στο αμάραντο της φωτογραφίας πένθος

γηρανθείς στα καφενεία μέσα

έκτακτα με φώτισαν ήλιοι απογεύματος

και εν ηδονή πλήθος έφηβοι μορφαί μ επλάνησαν

Τώρα εν γηραιά δήγματι χρόνου ναρκωθείς

τεταριχεύομαι φαραωνική τη πόλει

φερωνύμου Αλεξάνδρου μεγίστου του παλαιοτάτου

Εγώ Κωνσταντίνος Π.K. από τούδε τήδε αποικίσας άρτι

Αποκλεισμένος στην κάσσα ο εν βιβλίω αθανατούμενος

*
5

Στον Καρυωτάκη ,συμβαίνει η ποιητική του με μετρονόμο,τον χαϊδεύει με το μάτι του ,Γιατί άν

Άν η ζωή πέρναγε τον άξονα ισορροπίας θα τα ανέτρεπε όλα και ποιητικώς. Και οι αρχαίοι μας έλεγαν:Το θάνατο δεν τον φοβάμαι,φοβάμαι την αρρώστεια,την ασθένεια,τη φθορά,την ανημπόρεια ,τα γηρατειά.

Βίος και ποίηση ,πεισιθάνατα,θέλησαν να βαδίσουν του ποιητή της Πρέβεζας,τόσο που Πρέβεζα άρχισε να είναι το κακό προμάντεμα.Όμως σε μάς, θα έπρεπε να είμαστε διανοητικά ανάπηροι να μην διαγνώσουμε την ποιητική συνθήκη.Σάτιρες,όπου τα Ελεγεία μάς σαρκάζουν όπως δόντια νεκροκεφαλής.Γιά κείνον φαρμάκι για μάς φάρμακο.Μπορεί στον άνθρωπο που του χαρίστηκε το καλλίτερο,να πίνεται σαν δηλητήριο;Ποίηση σε ανεπίτρεπτη δόση σκοτώνει;Αντέταξε τη σάτιρα ως αμυντικό λόγο,όμως και τα καλλίτερα φάρμακα,όπως τα νηπενθή,τα όπια,τα μαγικά φίλτρα,δεν είναι να περνάς το μέτρο,αλλά καμιά φορά η ζωή πίνεται μονορούφι!

Απαλοί κόκκινοι σπινθήρες,ταφογράφος,με κάθε ποίημα έσκαβε πιο βαθύ τάφο,όσο που Πρέβεζα να σημαίνει φέρετρο για τον ποιητή υγρό,κάτω από το θρόισμα των ευκαλύπτων,το νέο έμβλημα θανάτου.Μαζί με τον ποιητή γέρνει και ο ρομαντισμός στον τάφο του.

*.

Προχωρημένη στιχουργική με κριτήρια παριζιάνικης σχολής,αλλά δεν παύει να είναι ένα παιδί , δεν προβαίνει αγέρωχος και αυτεξούσιος, τον ρίχνουν φρονήματα αλλότρια σε συμπόρευση ξένης,η δύναμη στίχου των παιδιών της πόλης των φώτων,υπήρξε καθηλωτική,επιρροή που θα τον συντρίψει.Πρώτα τον άρπαξε στην ψυχή,μετά σωματικώς η ασθένεια,(ήταν κάτι σαν μόδα,τόσο πολλούς είχε ξεκάνει η σύφιλη εκείνα τα χρόνια δημιουργούς ,εξέχουσες μορφές της μεσευρώπης),μισώντας την ενδοχώρα ,όχι χωρίς αιτία,αλλά και από πνευματικό αλληθώρισμα έως πτωχαλαζονεία,χώρα σε διαρκή κατάρρευση ,και με τους ανθρώπους των γραμμάτων να αρμέγουν πράγματα μιάς Ευρώπης που παρήκμαζε,η ελληνική παρακμή να ακολουθεί.Τότε τα μοτίβα θα ταιριάξουν και τις σωματικές αρρώστειες που θ’ αρπάξουν εκεί,με τρόπο που ζωή και στίχος συναπαρτίζουν το μαύρο λεύκωμα ποιητικής αβύσσου που στον τυφλό της πάτο ζητούν να καθρεφτιστούν,ο παρακμίας της επαρχιακής Ευρώπης υπερακοντίζει και λυγάει,γίνεται θύμα ενός μαύρου ρομαντισμού όσο οι προσήλυτοι στις ακραίες ιδεολογίες ερωτεύονται τα ξερονήσια.

Μ’ αυτό η Ελλάδα διέτρεξε πενήντα χρόνια ήττες του έξω ελληνισμού αλλά και καθίζηση του έσω τοπίου,δεν άντεξαν οι πνευματικές πλάτες ενός λαού που έχανε τις ρίζες του με ραγδαίο ρυθμό και δεν κατώρθωνε να αποτινάξει το μεσαιωνικό του λήθαργο.Πολιτισμικά οικονομικά κοινωνικά αποδείχτηκε άθυρμα στις περιπέτειες των καιρών.

*

Έπρεπε να είσαι εστέτ να είσαι δανδής για να ηχήσει έτσι η πένα ν’ αγγίσει το κάτω πάτωμα όσο η φτέρνα κι όσο η βακτηρία πένθιμα τέχνης κουφά χτυπήματα. Μιά ζωή που δεν έσωσε να σοδέψει να δρέψει.

Αιρετικός ερωτικός.’Ολη η της ποιήσεως πνευματική φορά συνέκλινε με την ακραία πάθηση κι έδεσε στίχο θανατηφόρο ,η μελαγχολία ήπιε τον πικρό καφέ της κι όλα τα δηλητήρια της ζωής κι άν ήταν πόζα κατέληξε θέση που μόνο φέρετρο της ταίριαξε.

Πικρό τριαντάφυλλο η ζωή του χαριζόταν το τίναξε ως το τέλος ανελέητα,πίεσε το συναίσθημα κι άφησε πίσω την πικρή του εσάνς ο εραστής της ντεκαντάνς.Έτσι που ποίηση και ζωή οπλίστηκαν για θάνατο.Ο ποιητής νίκησε αλλά η σκανδάλη ήταν του θανάτου.Τώρα πράγματι η αθανασία του είναι στα ύψη γύψου,κατακορύφως ύφος.

Το τριαντάφυλλο σύμβολο ζωής καθόσον ξεφυλλίζεται

της ηλικίας του το ταξίδι με ισάριθμα φύλλα

μόλις που πρόλαβε ν’ ανθίσει

φυσάει στο ποίημα καταιγίδα μα δεν το κλονίζει

αλλά όπως φλόγες στα αδιάβατα δάση,αναρριπίζει

Με φίλησε σύφιλη κέρασμα καθώς με αγκάλιασε στο σκοτεινό πέρασμα Έτεινε η αρρώστεια από το κοινωνικό σώμα να περάσει μέσα του.΄Ηταν ακριβώς η συφιλιδική Ελλάδα που κερνούσε ωχρά σπειροχαίτη.

Ήπιε την κούπα του με δυνατό κοκταίηλ από εδώδιμα αποικιακά .Μέσα σε μιά ηττημένη χώρα ,πνευματικής υστέρησης,σε μιά αυτάρεσκη πρωτεύουσα με τους αστούς της σε μεταπρατική τροχιά,με ένα ανταλλάξιμο πληθυσμό στις παράγκες,με βαθύ ταξικό μίσος ,πολύ δεν ήθελε να αναζητήσουν οι πρωτοπόροι πιο δυνατά δηλητήρια να ταλαιπωρήσουν το σώμα τους να ναρκώσουν την ψυχή τους.Για να αντιληφτούμε με τι πλοκάμους έστηνε την αγχόνη του αρκεί να ρίξουμε μια ματιά ή ένα ρώτημα στα πεζογραφικά δρώμενα των συνομιλήκων του και επίσης να δούμε το πέρασμα όσων ποιητικά επέμειναν το δρόμο μετά.Αλλά ποιά θα ήταν η πρόζα παράλληλων οδών και ιδεών , πώς θα ισοφάριζε την “πιστολιά” η καθαρή πρόζα;

Τη μαύρη του απελπισία μπόρεσε και την έδωσε σε στίχους δάνεια παρισινά ,έτσι κατέφυγε κεί απ’ όπου πήρε τα ισοδύναμα των παθών του ιατρικά ,μια γλώσσα κι ένα τόνο που ελευθέρωσαν το αίσθημά του το πάθημά του.Μ’ αυτά έσπασε την τροχιά της επαρχιακής Αθήνας και τίναξε πραγματικά βέλη απ’ τη φαρέτρα του βουτηγμένα σε δηλητήρια ιδιοσκευής του, ώστε κάρφωσε ζωντανό στόχο.

Η επιτυχία του γυρνά μέσα στο νόμο της αιώνιας επιστροφής.Κύδος του ότι αποστράφηκε τη φενάκη κι ότι δεν εκχώρησε την πνευματική του ελευθερία.Στο αδιέξοδο αυτό,οδήγησε το χέρι του στη μόνη έξοδο.

Και έτσι ποιητής του κανόνα κι αυτός στηρίζει της χώρας τον πνευματικό σκελετό.Καμμιά χώρα δεν μπορεί να πορευτεί να κυβερνηθεί ψυχικά χωρίς.

*

Αγκαθοστάλες δροσιά στα μάτια κι ύστερα τα καυτά δάκρυα ,στο βάθος καίει ένα κερί.

Δεν οροδώ δεν κοντοστέκω θα γίνω ρόδο των Αζντέκων,(η θανάσιμη εξόρυξη καρδιάς), ένιωθες μες στο μέλλον τις τυραννίες που σε τυλίγαν εδώ ειρωνείες ροδοσταλίδες

σαν αποξημερωθείς και πριν ναρθεί το γιόμα ,βαμμένο στόμα.

Πριν στην ζωή να μπούμε, για θάνατο κινήσαμε, μάς δίπλωνε ύπαρξη με την ανυπαρξία ολόγυρα να την σφίγγει σαν βρόχος γύρω απ το λαιμό στη συνέλευση των Οπουντίων Λοκρών

άχ,τί είσαι ζωή ένα τρεμουλιαστό μερμήγκι σφαίρα στο μελίγκι.

Ο στίχος λυσίπονος κατεβαίνει στην ψυχή όπως αναβράζον δισκίο στον πάτο του ποτηριού,κάνει για λίγο να μην νιώθεται η φθορά κι η σφαίρα πάει βαθύτερη παρηγοριά λυσίζωη θανατηφόρα

φώς και θεός

έληξε ο χρόνος,το αμόνι από το ολοήμερο σφυροκόπημα κι άν καίει,καίει που με τον ήχο αυτό βγαίνουν ανδριάντες,η μεταφυσική αρχίζει με το θάνατο,μπροστά σε μιά νεκροκεφαλή γινόμαστε όλοι Άμλετ. Στείρος πόνος,στάδια απόσβεσης της ουσίας του ποιητή μέσα στο ποίημα του ζωντανού αδερφού ,ο πόνος πήρε τη ζωή μου και κάθε πόνος παίρνει κι άλλο, τον πλημμύρισε όλο και οξύτερος πόνος. Ο ποιητής αναλαμβάνει με τα ίδια του τα μέσα να ομολογήσει την ασφυκτική συνθήκη, αρχίζοντας από τον εαυτό του δεν μπορεί παρά να αφανιστεί.

*

Ο μαύρος ρομαντισμός πικετοφορεί

Η αρρώστεια του γίνεται η έσχατη ποιητική του όσο του κλέβει ζωή,βίο.Μιά λεπτή γραμμή χωρίζει το κατά γράμμα απ’ την ιατρική γνωμάτευση που του στερεί βίο ερωτικό,κι ύστερα τον λωλαίνει.Η τέχνη είναι φονιάς στα χρόνια του Κεφαλαίου;

Εκείνο το αρνητικό επί τω έργω ,δεν ρίχνει ρίζες βαθιές στη ζωή ώς κάτου στην άβυσσο ,ο θάνατος ως το απώτερο άνθος κακού στον Κ. Στην Ελλάδα βιώθηκε ακραία η αισθητική συνθήκη ,πήρε κατά γράμμα το στοίχημα της λέξης,θυσιάστηκε.

με δίχως δέντρο φύλλωμα

με δίχως στόμα φίλημα

Το έαρ ως φρέαρ ευφορικό ,εαρινά μου νεκτάρεα με τα ζουζούνια Στα μισά της ζωής μισεύω φυγάς ζωής. Χωρίς να έχεις πού να πάς,με το θάνατο,εντούτοις αυτοκτονείς.

Ο ποιητής και η αρρώστεια του,που του υποβάλλει διάγραμμα ποιητικής καθώς τον εξάγει εκτός βίου,άφραστον το απαγορευμένο στον ποιητή,κι άν τό’χε εκφράσει πάλι άφραστος πόνος θα ήταν,στο μαύρο ρομαντισμό τα ρόδα είναι της ταφόπλακας.

*

Η ποίηση θέλει κάθε φορά ένα ειδικό κρότο μέσα στη σιωπή της,έτσι δείχνεται η σιωπή.Είναι ο χαρακτηριστικός ήχος από τις αμπάρες που πέφτουν του νου.

Τα ποιητικά κεφάλαια είναι για ξόδεμα παρά για επένδυση ,σε ώρες κεφαλαίου ο ποιητής δείχνεται αξόδευτος,παρότι τα σπαταλάει όλα μεμιάς είναι αρχέγονο νάμα,το απόθεμα ανεξάντλητο, σπάταλη φτώχεια το πάθος.Εξ ού και το επίρρημα στον Καρυωτάκη και στον Κάλβο είναι ένα μέρος του λόγου κοντά στην κραυγή.

Ποιήματα ασκεπή τάφοι ανοιχτοί, ανοιχτά μνήματα όπου ετοιμοθάνατες οι λέξεις, επίγραμμα, γραμμένη πλάκα να μάς μιλά,τρεμανοίγουν στόματα χείλη,σαν από ψάρια έξω απ το νερό.

Αλλάργα εμείς καράβι μου πηγαίνουμε και δεν φυσάει εδώ ο λίβας των ανθρώπων, μήτε ανάσα τους, κοιτάζω γύρω σαν στη χώρα των ονείρω

Η φωτιά του στίχου δεν φτάνει μεμιάς σε όλη τη γη της γλώσσας του.Ο Κ. Κ. δείχτηκε σ’ αυτό βιαστικός,γιατί τον έβιαζε αιτία υπαρξική.Ο αποκαλυπτικός τρόπος της ποίησης που καθώς πραγματώνεται συντρίβει τον ποιητή,-η ενασχόληση με το έργο σε περίτεχνα ύψη φθείρει τον δημιουργό του-,ο Κ. λοιπόν είναι του κανόνα επειδή έτεινε στα άκρα αυτή τη διαρκή ανεπάρκεια.

Τ’ αξήγητα έπη ωχρά σπειροχαίτη

Μας παραδίδει την καρδιά του από θάνατο και οι στίχοι όλοι αποσύρονται.

Η στροφή της προσοχής από το έργο στον συγγραφέα ή καλλιτέχνη ,είναι μιά πράξη πέρα από την πράξη.Είναι περιέργεια ,αλλά και στροφή στο βαθύ αίνιγμα που εκφράζει η στάση του δημιουργού, η βύθισή του στο βαθύ της αβύσσου με ταχύτητα κομμήτη.

Η πολιτική σκευή των δρώντων περί τα λογοτεχνικά, εμπλέκεται δυναμικά κι εμπλέκει τον κανόνα.Πέραν της επιδραστικότητας του Κ. ,που τους υπερβαίνει όλους κατά πολύ,εκείνο που δεν μπορεί να τον αγνοήσει ,είναι η ενεργός ανάμιξη και μή καταχώρηση πολιτικώς.Η Ελλάδα παραγκωνισμένη και παραγνωρισμένη πνευματικά χώρα, είναι υπόγειο θέμα στην ποιητική χώρα.Όπως τα μεταπρατικά κόμματα,έτσι κι οι πνευματικοί ταγοί,αλληθωρίζουν στις πρωτεύουσες δανεικά μυαλά.,δάνειο τέχνη,καθώς ποτίζει η αμφιβολία τα δόγματα,δεν υπάρχουν σύνορα στη γλώσσα,αν προσέξει κανείς εκεί όπου συνορεύουν οι λαοί είναι δίγλωσσοι και διγενείς.

*

6

Υψηλή τάση

Είναι μιά απόφαση σωματική είναι κάτι που το κινεί νεύρο δεν έρχεται από παρακίνηση είναι η ίδια κίνηση,αφορμή,ορμή,γεύεται με ψυχή,κι ορμάει ψυχωμένα,Άγγελος.Αμλετική κράση σε ορέστειο λάκκο,ξαφνιασμένος απ’ το φως,του Φοίβου το δελφικό, σαν το φεγγάρι που το βρήκε η μέρα μαχαιρωμένο από μιά ακτίνα.

Ποιητικές στάσεις με ατρεμή άτεγκτη πνευματική ενατένιση , εξακολουθητικοί χρησμοί πέφτουν από το στόμα του,μαινόμενο,σκέψη και γλώσσα ένα,σαν να γράφονται για πάντα μα η χώρα δεν μπορεί να ακολουθήσει παρά βυθίζεται όπως τα ποτάμια της για να ξαναφανεί λίγο μετά.Ο ποιητικός όμως μένει στην ατμόσφαιρα ,δινείται μυστικά όπως όταν σχίζει τα σύννεφα αετός ήλιος.

Ποιητικό συμπαγές ,φωνή σε όλη τη σελίδα οι φτερούγες σε πτήση μέσα στο χώρο μέσα στο χρόνο μέσα στο χάος.Το ρυθμικό ανατρίχιασμα ,η μορφή του έσπευσε εκεί.Ενας σολωμικός αντίλαλος.Τώρα χωρίς μάλαμα της ρίμας κι όξω μέτρο,μα το ρυθμό η ψυχή κατέχει,έχει, και μυστικά ακολουθεί βαθιά.Κινείται αέρινα ο στίχος,με τον Σικελιανό ο ποιητής έχει έναν άλλο αγέρα μοιάζει το ποίημα σμιλεμένο με μόχθο πνευματικό, που ρέει κάτω από το στίχο όπως τα υπόγεια σε φλέβες νάματα.

Η διακήρυξη του ενηλικιωνόμενου-είχε υποσχεθεί ότι θα ιδρύσει θρησκεία όταν φτάσει στα χρόνια του Χριστού-, άρα γράφει ευαγγέλιο ,το πέμπτο.Δεν αναιρεί συνεχίζει παραλαμβάνοντας Διόνυσο και Χριστό.Μια λοξή αποφυγή των συγκρούσεων αλλά και μιά υπέρβαση.

Το τετράστιχο με τον εκτενή στίχο ,οκτώ σε κάθε σελίδα σαν για να σταθεροποιήσει τον πνευματικό βηματισμό.Η μορφική αναζήτηση του Σ. είναι επιβλητικότερη από κάθε άλλου μας ποιητή,με το ιερατικό του εξάλλου μένος και σθένος.Όπου το συγκέρασμα άπτεπται αδήριτα όλης της ιερής περιοχής και σε αποκαλυπτικό φυσικό τόνο.Σπεύδει και δρέπει επέκεινα σχεδόν με μιά φυσική πίστη και δεν του χρειάζεται άλλο.Του χαρίζεται ίαμα μειδίαμα βιωτής.Του αρκεί.

-Τί μελετάς ;

-Το θάνατο.

Σε εκαττονεβδομηνταπέντε στίχους δωδεκασύλλαβους .Και τότε αναρωτιέσαι αποξαρχής για την ποιητική υπόσταση.

Τώρα κοιτάω ένα ψοφίμι στο κέντρο του,γαληνεύω.Ένα ψοφίμι είναι οι ρίζες του μεταφυσικού, ένα πέραν του θανάτου η ίδια η σήψη ,ο βίος σε αποσύνθεση η κατάλυση ο θάνατος με την ωμότερή του εικόνα .Τα μπλαβισμένα βάραθρα της σάρκας.Διδάσκομαι τη συναστροφή του ζωώδους πώς να μην αποστρέφομαι την σαρκωμένη υπόσταση ,και τι συνιστά η λύση της,η διαλεκτική του ζώντος ,το όν.Και δίπλα εκεί,πνευματικό βήμα.

Σ αυτό το φέρετρο αξιολογείται σύμπας ο ποιητής καθώς διασχίζει την πόλη του πλήρης φήμης και δόξης.Κάθε που πέφτει η αττική γη σε όποιους Έρουλους, ένα φέρετρο σχεδία σωτήριος διασχίζει την πόλη της παλλάδας ,το αττικό χώμα δέχεται τον ποιητή του.

Στην ποίηση το νέο είναι ήδη στην έναρξη ,εκείνη η στιλπνή γλώσσα όπως λεία βότσαλα από κοίτες ποταμών λευκά απο νερό, και παρυφές ηφαιστείων , καλδέρες,μαύρα απ τη φωτιά, υδάτινα πύρινα της σκέψης της γλώσσας χιόνι φωτιά κι αλάτι και θιάφι και θεϊκό

ο κεραυνός της γλώσσας η αστραπή της σκέψης η ένταση στα άκρα.

Με της Ιόνιας την καίρια φλέβα σχολής ακέραιος δίνεται στο στίχο κι είναι ονόματα σαν χρέος που καλούν, καστάλιος κύκνος,η πανοπλία της σιωπής στήνεται εν μέσω βιωτής.

*

7

Κι αλαλάξαμε: ζωή !

Πήρε τις λέξεις και τους στίχους που τον έδεναν στο θησαυρό της γλώσσας,αισθάνθηκε εκεί να τον τραντάζει νόημα!Ήταν το μέλημά του για γλώσσα που του έγινε μίλημα,ο τρανταχτός τρόπος της πραγματικότητας στην ποίηση μέσα τόπος.Αυτό που με τραβά στον Σεφέρη ,μάλλον δεν με διώχνει,είναι ένα γρέζι φωνής,ασύμμετρος ρυθμός γυρίζει μες στη φράση καθώς μάλιστα λιωμένα όλα τα μέταλλα έχει μέσα.Με σκίζει μιά λύπη ώς κάτω στα πέλματα με σκίζει το μαχαίρι αγάπη, του φλογισμού πλοκάμια, ηλιαγκάθι το φώς πάει κι έρχεται.

Αυτή η διαρκής πόρευση στο βίο, πολιτεία ποιητική που θέλει να δικαιωθεί στη γλώσσα,πλοκή με τα πράγματα.Σε ποιητική ανύψωση ,σημαίνει πως ποιητικά και πνευματικά συμπλέκονται,κι αυτό είναι η πνευματική αλήθεια που δεσμεύει,δεσμεύεται από γλώσσα ουσία.Άνοδος και κάθοδος ένα ποθητόν.Ύπαρξη τρόπος.Αυτανάφλεξη σαν νά’ρχεται θεός το μέσα ο μαύρος αετός.

Η ψυχή σαλαμάντρα ωριμάζει στις φλόγες, ψήνεται

όπως τα σπαρτά στον ήλιο, στη φλόγα (φιάμα) του μεσημεριού

αγγίζοντάς Σε ανέφικτη Ελένη με το μακρύ λαιμό του κύκνου

γλιστρά στην ομορφιά σου το μάτι σαν το νερό στο πτίλωμα λευκό.

Βαδίζω ξυλοπάτια κυκλωμένος δάσος είναι και μη είναι αδερφώθηκαν-

σκαριά είμαστε και πάμε

μακριά απ το νησί γυρνάμε στο νησί, αρχή του ταξιδιού είναι το τέλος,

κύμα το κύμα στο αυλάκι χαντάκι.

Τα γηρατειά θέλουν παρηγοριά τα νιάτα τόλμη κι έτσι χτίσε το ποίημα δέντρο που φυτρώνει ,κάθε μέρα να κόβεις και να απομακρύνεις τα περιττά τα στεγνά τα ξερά.Ένιωσα να αναβλύζω σαν από μέσα μου Κωκυτό.Η ζωή του ποιήματος δίνεται στην ποίηση της ζωής και ξανά.Πώς βασιλεύει ένα δελφίνι σκοτεινό κι η επιφάνεια ηρεμεί,η θέωση ως συντριβή,τα σταυρικά σύνδρομα.Η σιωπή είναι χωρίς λόγια ποίηση ,τα κενά ανάμεσα στους στίχους. Μπαίνω στην ποίηση σημαίνει σταματώ προ του υπάρχοντος, η μέγιστη διερώτηση με τα άπειρα σκαλιά γλώσσας κι αισθήματος, συγκίνηση κατά πλάτος πνεύματος, κατά βάθος ψυχής,δοσμένα σε σωματικά συμφραζόμενα.

Ο ποιητής σταματά προ του αληθούς,εκεί τον οδήγησε η ομορφιά,η τρομερή του σπαθιού κόψη.

Λίγο πολύ τις τύχες του κόσμου τις επωμίζονται με τον πιο εύγλωττο τρόπο οι μεγάλες του μορφές.Ποιός δεν εβάδισε οδό απωλείας και δεν έσπασε κάτω από το βάρος τέτοιου έργου;Το ήμισυ του έργου τους έδειξε αυτή τους η απότομη κάμψη,και με τη σκιά τους αυτή φώτισε το ανάστημά τους.Οδηγείται με το πάθος του στο κέντρο της καταιγίδας όπως τα ιστιοφόρα με ανοιχτά πανιά που τα ωθεί στην καταστροφή.

Στον Όμηρο έχουμε μια θεουργική αρχή όσο επιτρέπουν τα πράγματα,και γόνιμες ιδέες που κινεί το ήθος.Ο ποιητής είναι ίσος με αυτά.

Φθίνουσα Πολιτεία

*

Αρμός στο ίσο

Στην ανάποδη των κυμάτων ορμάει το καράβι

αναδεύει το νερό όπως το γυνί το χώμα

καθώς γεννιέσαι γεννιέται μαζί σου ο θάνατός σου

σύριζα στη ζωή σου,

αυτό λένε οι μοίρες ,το όνομά του μόρος,καθώς κλώθουν

πάνω από το κεφάλι σου κόβοντας τον ομφάλιο λώρο

για να ανασάνεις το απέραντο ,μ’ αυτό να στρώσεις δρόμο σου.

Ημερολόγιο γέννησης

καθώς σκοινιά

υφαίνουν το δίχτυ των φλεβών

υφαίνουν ανεξήγητο

κι ο ομώνυμος Άγιος σε κάνει καβαλάρη κι ένα

με το κοντάρι του το χέρι σου καρφώνει σαν πένα

το χώμα της σελίδας για να αγιάσει ο λόγος σου-

Του ποιητή το συναίσθημα λευτερώνεται με εικόνες

κι άς είναι από το φυτικό και ζωϊκό βασίλειο κι άς είναι το ορυκτό των λέξεων

όψεις με κίνηση δραματική αφού από ψυχής γεννώνται

αντιστοιχώντας τις τύχες των ανθρώπων.

*

ΑΡΝΗΣΗ

Δικαίωση σαν που ένας λαός το τραγουδά το απλό στη δόξα του τραγούδι και τον μελετά πνεύμα γαληνεμένο ανάμεσα αστραπής και αστραπής-

Το να σχολιάσεις μια ποίηση που έγινε κτήμα, έναν ποιητή που πολυφορέθηκε ,που κατά κόρον απασχόλησε φιλολογίες και συνέδρια, έχει το γούστο του τότε ,όταν κόψεις καρπό από τα πικρά του δέντρα,χωρίς να ρίξεις λιβανίσματα άλλη μιά στις τόσες φορές.

Κι άν τόνισαν τόσο σημεία που βαΐζει δεν έχει νόημα να τα ξαναπιάσουμε ένα χέρι.Γι αυτό θα περάσω μέσα από τα αυλάκια της λέξης του γρήγορα κολυμπώντας κατά δω.Άρνηση που γευτήκαμε ένα βράδυ καθώς κυμάτιζαν τα κυπαρίσσια μνήμες αρχέγονες και λήθη.Στο δόξα πατρί της ποίησης.
-Πενταποτάμια διέσχιζαν την τοποθεσία του Άδη – Αχέρων Κωκυτός Πυριφλεγέθων Λήθη Στύξ -αρχέτυπο θανάτου. Όπως το Μετρό με το Τραμ ,Υπόγειος ο Άδης στην Ιλιάδα ,επίγειος στην Οδύσσεια.(Θέλεις Ιλιάδα πάρε το Μετρό,θέλεις Οδύσσεια πάρε το Τραμ).Στο χάος θα κατοικήσουμε.

Σεφέρη ανάβασις.Καθώς ξετυλίγεται της ποίησής του ο καμβάς,παρότι έχει γοργό αρχίνισμα, στη μετάπτωση προς τον ελεύθερο στίχο η περπατησιά γίνεται πεζή.Μπορεί μεν να διαβαστεί ως αλάφρωμα από μαλάματα αλλά ταυτόχρονα καθώς τροχίζει τη φράση του στο συναίσθημα η ποίηση πέφτει.Με τον καιρό ο κόπος τού επιστρέφει γενναιότερη εικόνα, στίχο και ποιητική φράση που καταγοητεύεται στο ανέβασμα στη σκηνή πιο φιλόδοξων κατακτήσεων.

Καθώς ανεβαίνει τα βουνά νιώθει πιο δυνατά τη θάλασσα.Και καθώς ανεβαίνει το γνήσιο τοπίο της γλώσσας και του σήμερα ,τόσο το αρχαίο κατακλύζει το πεδίο με αδρότητα,κι η λέξη γεύεται το αρχέγονο οξύ της.Σε κάποιες συνθέσεις του καθίσταται αριστοτέχνης.Σαν που κατέβηκε σκαλιά ταυτόχρονα ανέβαιναν τα λόγια στο νου.

Το νόημα έρχεται στα ίσα απαλάσσεται από εμμονές καθώς αποκτά τον εαυτό του χωρίς να στρέφουν τη βελόνα της πυξίδας του έγνοιες ασύνετες.Κι έτσι καθαρίζει, όπως ο κορμός της φοινικιάς τα στεγνά φύλλα απορίχνει κι ανεβαίνει.Ο θεός του ποιητή βρίσκει τα μάτια του ψηφιδωτού καημού με γειωμένο παγανισμό,με τη γοργόνα να βγαίνει από το ξύλο της πλώρης και να τον γοητεύει γαλάζια καθώς δελφίνια με μαυρές ράχες σηκώνουν την επιθυμία στο αλμυρό της θολάμι.Σεφέρης και νύχτα γίνονται ένα κενό σαφώς ανταριασμένο σαφώς δονούμενο από το γλιστερό φως της φράσης.Γλώσσα στο ύφος των άστρων κι ανάμεσα στα δόντια ο Αλδεβαράν , η νάϊος γλώσσα ο ήχος των χειλιών , η ποίηση.

Ακόνισε γλώσσα; Αυτό είναι το κριτήριο για τους κομιστές,όπως το έθεσε ο Σολωμός,ελευθερία και γλώσσα.Τα γλυκανάσανε; Τα λάτρεψε; Κι ύστερα οι προσθήκες του: Γαλβάνησε τον καημό της Ρωμιοσύνης,-το τελευταίο αναφάνηκε στον κατατρεγμό που υπέστησαν Ρωμιοί του Πόντου της Μικρασίας του Μαρμαρά.

Ας προσθέσω εδώ το πάθημα του Σεφέρη ,την υποταγή του στον ελιοτισμό,πράγμα που πρέπει να μας συνετίσει,καθόσο αποτέλεσε μέγα συντελεστή της Πατούσας του,όπερ σημαίνει να δηλώσουμε ρητά την αποτίναξη του ζυγού αυτού,σε μια ώρα που τα πράγματα αυτά είναι σφόδρα παρωχημένα αλλά που χρήζουν,τους οφείλουμε ένα σκούπισμα.

κι αυτό :Μάς φανέρωσε Χώρα του Αχωρήτου Αναδυομένη Ελλάδα,έφηβη ξανανιωμένη,Φανερωμένη.

Γλιστράει ο στίχος ,σεντέφι στο αλμυρό νερό, γλώσσα στα νέφη, η αλχημεία της δικαίωσης.

Η του ’30 γενιά διέπραττε εθνική ανασυγκρότηση,με Κατσίμπαλη,Θεοτοκά, Ξεφλούδα σε ένα μεσαίου διαμετρήματος κριτικό λόγο όπως και μέτρια θεωρητικά αισθητική.Ενισχυμένοι από την αγγλοελληνική επιθεώρηση έριχναν κι έστηναν επιχείρηση για τα επόμενα πενήντα χρόνια εθνικού βίου,και συνέπλευσαν αναγκαστικά με αχυρένια εθνική ηγέτιδα τάξη ,δυνάστες ,ολιγαρχία.

Συνειδητοί του πρωτεκτοράτου ,σ’ αυτό όφειλλαν να υποταχτούν και τα γράμματα.Πρέπει να υπονοήσουμε εδώ ένα μυστικό σύμφωνο στο οποίο έχουν μυηθεί όλοι τους.Άλλωστε μια κοινή ιδέα τους συνείχε.Η εκχώρηση της ανεξαρτησίας ,αλλά χάραξη και της καθ’ υπαγόρευση πνευματικής πορείας. Υποσυνείδητα και σιωπηρά επέλεγαν ότι συνταίριαζε με τον περίγυρο που τους ευνοούσε. Η δίωξη των Σικελιανού Καζαντζάκη δήλωνε τις διαχωριστικές γραμμές,και προφύλασσαν έτσι τα μελλοντικά τους βραβεία.Ιδού η Πατούσα του Σεφεριάδη,κι όπου πατά γίνεται τέλμα ακόμα σήμερα.

*

8

Από γλώσσα είναι και οι άλλοι

Η συνομιλία γίνεται με εξωελλαδικά νοήματα και ψυχικά ο ποιητής δεν μετέχει ,άν δεν εχθρεύεται κιόλας την οικεία χώρα,αγνοεί την ενδοχώρα.

Η ποίηση της ήττας ήταν κυρίως φρόνημα,το πολιτικό ήθος να αντέξει εν ελευθερία.Διετέλεσε εν καταδιώξει,αλλά η κυρίως δίωξή τους είναι από συνοδοιπόρους.Εκεί που μοιάζει να απλώνεται ένας παγκόσμιος πανομοιότυπος μανδύας κι όπου προβάλλονται όλες οι έννοιες που διέπουν την πραγματικότητα,αμέσως σπάζει στις γεωπολιτικές πλάκες και δημιουργούνται χάσματα και κρατήρες έτσι που αρχίζεις να νιώθεις τη συνέχεια με ρήξεις.Η γλωσσική μάχη ,όσο κι άν πράγματα συνομιλούνται σε παγκόσμιο ορίζοντα ,όσο κι άν η μία υπερβατική γλώσσα δίνει σαφήνεια στα περιγράμματα,αντλεί απ το οικείο καθημερινό όσο κι άν η γη γυρίζει όλο και πιο γρήγορα.

Γραφή με πολιτικοκοινωνικές βλέψεις και αυτό είναι το κοινό στο οποίο απευθύνεται,λαλεί απ τη συμπρωτεύουσα τον περιπετειώδη βίο του, το έργο του Κριτικό βίωμα ,(Αναγνωστάκης μη παραδεχόμενος την ποίηση της ήττας).Η αριστερά ηγεμονεύει στο χώρο των ιδεών με ηθική αλαζονεία,υπεραναπλήρωμα των ηττημένων,ένα σύμπλεγμα από το οποίο δεν μπόρεσαν να βγούν παρότι έδιναν περιεχόμενο στους αντιπάλους που έστηναν ούς,θέλοντας μη θέλοντας κυριευμένοι εξ ενοχής.

*

Όταν αναφανεί ο μουσικός νους,όταν αναπηδήσει στα στήθεια ο καημός τραγούδι κατ αρχήν, τα ελεγεία της ξόπετρας ,πέτρα όπου πιάνονται οι ψυχές σαν τα πουλιά στον ιξό,κι όπου τα σώματα σαν στην πέτρα του Καυκάσου,γεμάτος καύκαλα ουρανός σαν μετεωρίτες.

Πώς πρέπει το ποίημα,ελεγείο,πώς ν’ ανοίγει το ρυθμό όταν όλα είναι κλειστά σαν καδένες θανατερής σιωπής.Ψυχική ανάγκη αυτό να μιληθεί,τον τόνο του ποιήματος ,τόνο ψυχικό,να τον δούμε στη συγκυρία που εκφράστηκε.Καίριας ανάγκης για επαφή με τα πράγματα και τους ανθρώπους ,τις πράξεις τους.

Πιλατεύουν την αλήθεια σαν το Χριστό στο σταυρό.Η αλήθεια είναι καρφωμένη στα χέρια μας στερεωμένη στους καιρούς και στους ανέμους και γύρω ο ξεκάρφωτος κόσμος.Εδώ Ιδού εγώ το πλήρωμα της παρουσίας οι σφαίρες με κάρφωναν σύγκορμα στο τώρα,παρτίδα τρελού που ξέρει μόνο ένα χρώμα και τ’ άλλο το φοβάται σαν το θάνατο ,το σκακιστικό εκεί πεδίο όπου τον βρήκε η ήττα ,διαρκής ποιητική άτη,κάθε πρωί μιά νέα αλλαξιά από φώς με των πουλιών το δόξα Σοι:

Ήθελε χρόνο πολύ να ρίξει ρίζες η μνήμη την αλλαξιά της

να πιάσουν τόπο τα νερά τα παραλοϊσμένα

να φέξει καλλίτερος καιρός

να δούμε τα πραγματικά λαβώματα

να πλυθούνε οι πληγές

γιατί στερεωμένο δεν έχει ο κόσμος τίποτε

μήτε τη χάλικινη κουρτίνα

μήτε εκείνη στα σύνορα τη σιδερένια.

Ήθελε χρόνο πολύ να ρίξει η μνήμη αλλαξιά.

Τα κρυπτικά της τέχνης μονοπάτια φράζουν τις τρύπες,ελεούν τις ξηλωμένες τσέπες , χτενίζουν ψέμα ,σκορπούν αποχτενίδια του καιρού, καήκανε οι γέφυρες μαζί με τη σκούφια του πειρατή.

Το βίωμα κρατιόνταν κάτω απ τη θεωρία

που είχε πλαστεί μακριά αλλού

κι είχαν πιαστεί στα δόκανά της οι ψυχές,

μανταλωμένα τα κιτάπια κι ό κόσμος έβραζε.

Όμως τα νήματα που έδεναν τον ένα με τον άλλο

μπλεγμένα κι αξεδιάλυτα,κουβάρι,δεν έβγαζες άκρη,

κι αγκίστρι το συναίσθημα στην ψυχή,

τώρα δεν είναι ώρα κοπής.

Τώρα η φωνή δεν πάσχει στα σύνορα του δόλου

Τώρα οι άνεμοι αλέθουν ξαμολυμένοι του Αιόλου

Ένα cut montage,όπου εικόνες αντίθετες σε μιά ζωή σταμάτα ξεκίνα,-των ιδεών η πόλις να’ναι από υλισμό τα μάλα χυδαίο.Σεφερική και αποκαλυψιακή αδεία το ποίημα απέχει από την λυρική οδό,κρατά το ελεγείο με φθόγγους ελέησης χωρίς αλύσεις,εν ευθέτω χρωματισμένο σαν αστικός κώδικας της ανανάπτυκτης χώρας.

Τα πολύστιχα ,μακρόστιχα ποιήματά του είναι ξυραφιές στο δέρμα της πραγματικότητας,αντίδραση αγριμιού στο λάκκο παγίδα ,αναπηδά , γδέρνεται και γδέρνει με νύχια με δόντια τα χωμάτινα τοιχώματα.Ο θυμός είναι γιατριά,ακτινογραφεί στάχτες.Σ’ αυτά τα ποίηματα κάτι βαθύ ποτίζει την ψυχή του αναγνώστη,σαν να ξεφλούδισε του κόσμου το σκληρό περίβλημα κι ανέβλυσε το παλιό γνώριμο αίσθημα ανθρωπινότητας.Ο τύπος έκφρασης σηκώνει όλα τα μπορετά είδη ομόλογα αντιρρητικής διάθεσης,ειρωνεία σαρκασμό σάτιρα ,πικρό συναίσθημα,μαύρο κάτω από στρώματα ασβέστη.Αποψιλώνει το γραπτό σχεδόν κρατά μόνο τίτλο ,μοιάζει να λέει πως από αυτό που λέμε γή,εκείνο που αξίζει είναι η περόνη ,τραβάς και αναφλέγεται.Θέλει το ποίημα τόσο αποψιλωμένο ,όσο ένα απλό σύνθημα στον τοίχο,αλλά κι αυτό με τα σημάδια του ντουφεκισμένου.Ασφυκτιά στο στόμφο, στη φλυαρία ,προτιμά ρόδα από στάχτη,κάτι που απηχεί το συντριμμένο κόσμο του.Προς το τέλος φαίνεται να έχει στραγγίξει ,καθώς ο περίγυρος πάει από τη μιά διάψευση στην άλλη,κι η έκφραση γίνεται όλο και πιο στεγνή,υπαινικτική,μονολεκτική,σαν γόπα τσιγάρου σβησμένη με το τακούνι.

Μπορεί με ένα πυκνό βίωμα ο ποιητής να κάνει τον κόσμο να ξεκινήσει.Όταν μάλιστα ακούει την κίνηση των πραγμάτων.Κι αυτό να θέλουμε να το ακούσουμε .Θέλουμε.

Ό,τι εις τους αιώνες..γιατί μέσα σε έναν ήχο μπορεί να κρυφτεί αίσθημα αιώνων αλύγιστο σαν φρόνημα.Η μεταφορά του αισθήματος,και η ταύτιση με τα πάθη,κυρίως θυσιαστικό αίσθημα και στάση.Αυτό που κάνει τη θυσιαστική αυτή σκέψη με τα μαρτυρολόγια να γέρνει παλαιοθρησκευτικά.Σημειωτέον πως τη θεωρητική της βίας την εισήγαγαν εκείνοι ,ενώ την καταγγέλουν στους άλλους ,είναι μια από τις πολλές διαλεκτικές αντιφάσεις αυτού του δόγματος,και μπορεί κάλιστα να συσχετιστεί με αντιφάσεις του θρησκευτικού δόγματος,όταν στο όνομα της αγάπης εξαπολύει κυνήγια αιρετικών.Άλλο παράλληλο η κηρυγματική τακτική.Προφητικός υλισμός.

Έπνιξα στο λαρύγγι μου τα ίδια μου τα λόγια,Σεφέρη, δόσμου τη λέξη σου βουλιάζω.Αριστερή διπλωματία ,να επικαλούνται την ποίηση του Σ. -παράλληλα αγκιστρωμένοι συναισθηματικά στα οικεία μοτίβα,εγείρουν αίτημα συμπαράστασης εν ελευθερία-,έτσι θέλησαν να μείνουν στον εθνικό κορμό των γραμμάτων,και μιά πάγια αριστερή τακτική να πλευρίζουν την Αργώ.Όμως με λοξό βλέμμα ,γειώνοντας τις προθέσεις αισθητισμού του προκατόχου,προνομιούχου συνομιλητή.Κάτι που έχει την τακτική του,τη στρατηγική του.Καθόλου απροϋπόθετα δεν πλεύρισε το μοντερνιστή ομότεχνο.

Προσπαθούμε να φάμε μα δεν μάς έχουν σερβίρει μαχαιροπήρουνα,θα πεθάνουμε στην καρέκλα μας λόγω ετικέττας. Χρωστούμε την ελπίδα μας σε τούτους δω τους απελπισμένους.

Μια ανυπομονησία την είχε να σβήσει τη φωνή του,σαν να εκτελούσε εντολή ,λογοκρισία στα λαρύγγια.

Κύδος και θάνατος τώρα τί έμεινε;Γραμμάτων κύδος.Χωνεύτηκε η φωνή στη γραμματεία του λαού του,κι η δόξα αυτή ποτέ δε σβήνει,γιατί η σκεπτομένη αριστερά κατάφερε να αρθεί σε εθνικό ύψος, σε μιά χώρα που κινδύνευε να μείνει μισή.

Γιατί πέρα από τη λογοκρισία στα λαρύγγια ,ύπαρξε μαχαίρι στο λαιμό.

9

Στην πρακτική του ”μιά κλωστή απ τον καθένα “ από τον Ρ. θα πάρω τα επιτάφια κρούσματα και τις μεταφυσικές ενοράσεις.Με δελεάζει επίσης η μορφή στα πολύστιχα κι ο διασκελισμός των συνθέσεων.Όταν τον πιάνει η φλόγα κι η φωτιά του νου για τα καλά,φεύγει απ τον κοινό μύθο και γίνεται υπερβατικός, παραλλάζοντας τα μπακίρια σε ήλιο κι αντίστροφα.Το σθένος του σε κομματικές δεσμεύσεις ,τρέπεται σε αδυναμία στα καθ’εαυτόν.Πώς είναι εκείνο που κρούεται και κρούει και το μαντεύεις από το άκουσμα που μαγεύει της φαντασίας το βλέμμα; Πολιτογραφεί τ’ ονομά του στο κατώφλι της προπαγάνδας.Το μαχαίρι έξω από τη θήκη του σε δίνει στο θάνατο γυμνό με φλέβες άσπρες δίχως αίμα.Άντε να τροχίσεις στη λάμα του τις μνήμες σου.

Σφηνώθηκαν λόγια και εικόνες στο αγκάλιασμα του τόπου κι έπεσε μες στο κενό της μέρας όλο το φερμένο γέλιο και η πίκρα γιατί το πλοίο ήταν ρωμιόπουλο.

Γεμίζει αδειάζει το φεγγάρι δοχείο φωτός που το αγκαλιάζει η νύχτα.Έτσι να με δεχτείς στην αγκαλιά σου μέχρι να σβήσω μέχρι να ανάψω.Της αγκαλιάς κυανό η αγάπη.Με μιά μικρή κηλίδα μελάνης ξαναφτιάχνω τον κόσμο τραβώντας από μέσα μου το υλικό του.Η μελάνη κινέζικη ,κινέζικη η υδατογραφία,καρβουνόσκονη διαλυμένη ,πένα από καλάμι χαρτί πιεσμένο βαμπάκι .Ο κόσμος ξαναπλάστηκε.

Πήλινες καρδιές πάνω απ τη φλόγα -πυρωμένες φιάλες στο εργαστήρι του αλχημιστή

δοκιμάζονται ελιξήρια η χρυσόλιθος λέξη,το πάνεργο.

Απολιθώματα γύρω από την Κροστάνδη .Η τύψη της εικόνας σαν παλιοί χριστιανοί που κάνουν την ύλη Χριστό σώμα και αίμα,κατατρεγμός,είχε με το θυσιαστικό πρότυπο μιά ταύτιση,τα σφιγμένα δόντια του ιδεολόγου που παίρνει για δίκιο του τις διώξεις ,πέρα μακριά η ιστορία αφουγκράζεται άλλα.Στενός ορίζοντας ιδέας καθηλώνει το χέρι που γράφει δοσμένο στη δέσμευση ,η χειρότερη φυλακή και εξορία ήταν αυτό.Δεν γνώρισαν ή δεν ήθελαν να δουν πόσο είχαν στομώσει δρεπάνια, και λάβαρα πόσο ατιμάστηκαν.Έδερναν το πλοίο τους το πελαγίσιο μαστίγια της στέπας απαρατήρητα.

Σονάτα.Η θηλυκή αρχή ,κατά το γιν γιαν σαν να χωρίζεις το φεγγάρι σ αυτό που είναι χάση ,σ αυτό που είνα φέξη.Είναι ο ίδιος που αναρωτά την ύπαρξή του ντυμένος την ψυχή της μάνας του ή μάλλον μαγεμένος από το θηλυκό του εαυτό ,ο πραγματικός τίτλος θα ήταν:Παρενδύομαι,με άσπρο αίμα στα χείλη μετά από φιλιά ρουφηχτά.

Η σεληνόριζα σκίζει στα δυό το σπίτι και τον κόσμο στο βράδυ μιας μέθης,φεγγαρολάτρης καθώς ήταν ,έσφιξε στο χέρι του ότι τον έσφαζε.Το ερώτημα είναι:τί αποκομίζω.Με πρόθεση για μιά πιο λεπτή ,πνευματική ψηλάφηση.Τέτοια που υπαγορεύουν οι μούσες.

Η αβεβαιότητα ,το αρχικό τσάκισμα,τον έριξε στη διασφάλιση των συντρόφων.

Έχει ανάγκη αυτή την εικόνα; θέλγεται το αλλόκοτο;

Υλικό δράμα

Ξαφνικά τον βάζω ,καθώς διαβάζω, να αναμετριέται με τη Σιμπόρσκα με τον Μίλος σε ένα σενάριο ποιητών κατά μέτωπο.Έτσι βρίσκω ότι ο Ρίτσος δεν έχει σκέψη.Του λείπει ο αρχαίος λόγος,του λείπει η κοινή ιδέα.Όλο φεύγει σε πράγματα χωρίς υπόσταση.Κι όσο κι άν θέλησε να βρεί να πεί το τραγικό,αστόχησε.Κοντά στο δράμα μακριά του τραγικού.Αυτό κάνει τον Ρ. και όλους τους ποιητές της ήττας τραγικούς.Το τραγικό είναι στην καρδιά τους ,και δεν το ξέρουν.Δεν το ξέρουν γιατί τους μάγεψαν λόγια υλισμού,τόσο και έτσι που δεν κατάφεραν αυτό να το γυρίσουν σε σκέψη.Δεν διανοήθηκαν να γυρίσουν λόγο στους ιδεολόγους, να γυρίσουν σκέψη στα θεωρητικά και τα πολιτικά των ιδεολόγων της ταξικότητας.Λύγισαν κάτω απ αυτό.Λύγισαν γιατί άφησαν να σωπαίνει τη σκέψη των αρχαίων,το συναίσθημα το νέο.Αγνόησαν το λαϊκό φρόνημα και αισθητήριο, ποδηγετήθηκαν ιδεολογικά.

Έστειλαν όμως νέο περιεχόμενο στα λατρευόμενα στερεότυπα.Κράτησαν την κορνίζα και τα χρυσά φόντα ,μαζί τα φωτοστέφανα και έθεσαν εκεί τον θυσιαστικό ηρωϊσμό τους.Είναι έτσι γεμάτο το μαρτυρολόγιο τους μέχρι που τους αποκαθήλωσε η τροπή της ιστορίας.Και διαπίστωσαν για μιά ακόμη φορά το πασίγνωστο του πίθου των Δαναΐδων,ό,τι στο στο καλάθι δεν χωρά στο κοφίνι περισσεύει.

Ενδεχομένως να έχει μια πίστη ότι χαράζει γραμμές στο νόημα του αγώνα του.Έτσι δίνει μορφή στο γραπτό λαϊκόφωνη,κάτι που έκανε κι ο Παλαμάς. Η φήμη και η ηγεμονία στον ιδεολογικό χώρο τού έδιναν αυθαίρετο χειρισμό,αλλά η γλώσσα δεν επιδέχεται χειραγώγιση και τον τινάζει σαν άλογο βαρβάτο ρίχνοντας τον κάτω,ο μύθος έχει πυρήνα αλήθειας,οι οπλές του Πήγασου, που είναι και φτερωτός, τιμωρούν.

Ενδιαφέρουσα μορφή,(Ο ξένος που έρχεται όταν )θυμίζει Κλωντέλ.Αυτή η πολύστιχη σύνθεση ενιαίας πνοής είναι το στοιχείο του.Αυτό και τον καθιστά ποιητή γιατί τον απελευθερώνει,είναι το μυστήριο της μορφής ,αυτή λύνει τα χέρια-λιανοτρέμουν νερά εννεάκρουνης βρύσης, Ριλκεϊκό αντιφέγγισμα και του Κλωντέλ διαμέτρημα, φως και χρόνος ισαρχέγονα, ήλιος που παράγει το αντικείμενο παράγει και το χρόνο του.

Άνισος σαν ένα γκρέμισμα απ τη μια φωνή στην άλλη,μα δεν τον νοιάζει,πατάει μόνο στο στίχο για μιά ζωή,η δειλία του είναι μόνο εξωτερική,στα σχήματα και προσχήματα.Έχει ιδιωτικές πίστεις και δημόσιες,αξιωμένος με το χρίσμα δεν λέει ποτέ,ποτέ,πρόθυμος για τη φήμη του να υποστεί.Έτρεμε την αρρώτεια της σάρκας και την έκρυβε.Κάτω από τα κόκκινα λάβαρα έπαιρνε χρώμα η σαρκοφανέλλα.Δεν ήθελε να περάσει, είχε περάσει.

Ήταν οι τραγωδοί με τις εννενήντα τραγωδίες σπάταλοι στο φως, ήταν σφικτοδεμένοι κάβοι στην αναχώρηση απ την Αυλίδα; Ποιός νόμος; Πώς πέρασαν όλα αττό τη γκρίζα φλόγα του μεσαιώνος ,του μεσοπολέμου ,πώς σιγοσβήνει ένας λαός και λιώνει;Φόνισσα Κλυταιμήστρα Γυναίκα της Ζάκυθος Το αμάρτημα της μητρός μου.Εθνομηδενισμός εθνοκάπηλοι εθνολάτρες.

Όπως η ρόδα με το αξόνι,σε αντίθετη ροπή που ωστόσο συνταιριάζουν στην κίνηση μπρος, έτσι κινήθηκε σταθερά υλιστικά ιδεασμένος.Είναι αγέλαστη η μοίρα ,στιφή,σκυθρωπή.Κυρίως μαρτυρούν το βίωμα ,βίωμα στην καρδιά ενός κόσμου,ελληνικού,που ζούσε το χαμό του κάτω από ταξικές και ανελεύθερες περιστάσεις που είχαν συνδιαμορφώσει με ότι τους διέτασσε.Ο αγώνας δεν ήταν δικός τους,η δίωξη ερχόταν από αλλού.Όλα σφηνωμένα στις ψυχές τους.Τα λόγια έρχονται από μηχανής.Το αλλούτερα είναι ο επικυρίαρχος.

*

Χτίζει τη μέρα με ασαφή υλικά,με ό,τι του βρίσκεται,πορεύεται τη γλώσσα θαλασσά του.Στο λευκό στρατόπεδο τόνος έναντι μονοτονίας σαν να έχει ανάγκη τις λέξεις της κάθε μέρας ,ίσως σ όλες τις στιγμές να θέλει γράμματα ,τις σημειώνει μην πεθαίνουν.Κάτω από το αδυσώπητο του αριθμού καλεί το ρυθμό πέραν του άμουσου χτύπου του εκκρεμούς.Φοβάται τη σιωπή,αφήνει το φλύαρο ασύνειδο να ξεχύνει στο μισόϋπνο ό,τι φέρει.Κάτω απ την οργή η έκφραση είναι αδέξια,σηκώνει αδιάφορα τους ώμους σ αυτό γερμένος στη σκιά του λαϊκισμού.

Όσα δεν έκανε κριτικός του ποιητή νους θα τα κάνει ο χρόνος,που τελικά κύριος των πραγμάτων,αποφασίζει αμετάτρεπτα,ο μέγας αυτός φιλόλογος και κριτής που φανερώνει την αλήθεια,γιατί κι η τελευταία δεν χωρά τα πάντα στο μικρό της κοφίνι, ό,τι αβαρές το χαρίζει στη λήθη που μαζεύει τα αχρείαστα στο καλάθι της δίκην ανακύκλωσης θησαυρών.

*

10

ένοχος αθωότητος

(Τα δέντρα που κόπηκαν γι αυτή τη συλλογή έχουν αφήσει ορφανό τον άνεμο)

Περνά αθόρυβα μην τους τρομάξει καθώς αποκοιμούνται στην κρεμάλα και κόβει τα σκοινιά.Κάτω από την απλότητα ο ψυχισμός,γιατί και ποιητής και αναγνώστης είναι ιδιοτελείς.Εμείς ληστές είμαστε μην ψάχνεις για Χριστό,τον Εσταυρωμένο,πώς να σταυρώνεις την αθωότητα σταυρώνοντας ένα ληστή;

Προχωρώντας την ανάγνωση,σιωπηλά ακούς να μιλά κάτω απ τους τοίχους η συνείδηση του Μεταξουργείου.Πυκνά βιώματα με του λαού το βήμα.Και βλέπεις πόσο σιωπηλά δέχεται την πίεση του κόσμου.Πόσο θέλει να μιλήσει του κανένα τη διάλεκτο.Σαν να έχει πιεί του Σωκράτη του Αθηναίου το ποτό,κάθε νύχτα κώνειο.

Πιό πολύ εδώ τον εμβόλισε το μάταιο,οι άδοξες πράξεις και υπάρξεις.Ξεβολεύει τον καθιερωμένο κόσμο γύρω του.Χίλιες φορές το αφόρητο.Μέσα στη σύγχυση πρόσωπα κι αντικείμενα γίνονται ισάξια,έτοιμα να τα προσπεράσεις μα τα παίρνεις μαζί σου.Στοιχεία.

Μην περιμένετε νάχει συνοχή ο παραλογισμός των λέξεων ,έχουμε τόσο τρομάξει που η πένα τρεκλίζει στα δάχτυλα σαν το σακάτη ανάμεσα στα δεκανίκια του πράξη που τον κάνει ακροβάτη.Αυτό το παράλογο του το επιβάλλει ο κλοιός της πλατείας Κουμουνδούρου.Αυτό το πηγαινέλα της μαγικής του πόλης που διψά μέσα στη σκόνη μέσα στα χωματένια σπίτια δίπλα στο μαγκάλι ,μιά Αθήνα αλλιώς.

Με το ασυνάρτητο σαν να θέλει να ταιριάξει τα σπασμένα κεραμίδια σε στέγη που στάζει μα είναι μάταιο .Η βροχή βρίσκει να μπεί.Το κοινωνικά άδικο είναι άμετρο αδιάλειπτο.Όνειρα κάτω απ τη φτερούγα του ύπνου,κάτι ξέρουν τα πουλιά που εκεί καταφεύγουν κρύβοντας το κεφάλι τους.

Συντροφιά με το αλλόκοτο,έστω στις λέξεις,για ν αντέξει το απόκοσμο.Ως άνθρωπος του άστεως,τίποτε δεν τον σώζει.Όπου να κοιτάξει είναι τοίχοι και τον διώχνουν ,δεν δέχονται το βλέμμα του,δεν δένουν στο βλέμμα του.Η πόλη αναζητά μόνη της θεό.Είναι σαν μιά αγρύπνια στο τίποτε που σε σπρώχνει όπως άνεμος το σύννεφο να βρέξει ή να χαθεί πέρα απ τα βουνά βαθιά στον ουρανό.Σφηνώθηκα μέσα στις σελίδες του Χρυσού οδηγού(που δεν μπορεί να γίνει οδηγός για χρυσό),μές στους ανώνυμους να αφανιστώ,ψύλλος στ’ άχυρα.Ο ποιητής μαθαίνει απ’ τον κλέφτη πώς να κλέβει από τη λέξη νόημα κι άλλο νόημα:

Οι πεθαμένοι μου ,σκιές,έρχονται μου θυμίζουν πόσο πολύ υπάρχω,ιδίως τις νύχτες,κι ακούω τ’ακρογιάλια.Να τι παρέχουν οι νεκροί ,ένα βαθύ αίσθημα του υπάρχω με τη βαθιά τους απουσία.Με τις δυσκολίες μου μηνύουν οι θεοί τα καλλίτερα για μένα,είναι ο πλούτος μου,-αν και μονοθεϊστής,και το πλήρωσε ακριβά,αταξικού μέλλοντος.Δυσκολεύομαι άρα οι τοίχοι του δωματίου μου πλησιάζουν σαν μέγγενη.Μόνο έτσι θα σωθώ.

Όταν συνειδητοποιείς ότι σ’ έριξαν σε μια υπόθεση ανυποψίαστο,σαν βγείς από το χιμαιρικό ο τρόπος να φωνάξεις γίνεται υστερικός,κι ανακαλύπτεις σαν ξεχασμένα τα αυτονόητα.

Στον παγανισμό κατέφυγαν οι νεοκλασικιστές,στο γοτθικό ο ρομαντισμός,και ώ τι περίεργο,ο υλισμός χώρο έχει τον προφητικό κόσμο,αρχομένου υπό του θεμελιωτή του,ξεκίνησε σαν φάρσα στη γερμανική ιδεολογία,κατέληξε τραγωδία στου κανενός το ρόδο από στάχτη.Δεν μπορούμε να εξεικονίσουμε το μυστήριο αλλιώς.Η ύλη ονειρεύεται με σύμβολα βιβλικά.

Και άξαφνα τον καταλαμβάνει το θαύμα,μέσα στην παιδική του αφέλεια αρχίζει πραγματικά να ονειρεύεται ξηλώνοντας το όραμά του κάνοντας χαρακιές στο απροσδόκητο αθέλητες,τον παρασύρει του χαρακτήρα του το ίδιον,και η ποίηση δε θ’ αργήσει νά έρθει.

Η πιό στιγμή του:Τα μοναχικά ποιήματα.

Το ποίημα πάντα είναι μιά υπόσχεση για καλλίτερο ποίημα,κι απ’ αυτό έρχεται ,επειδή θέλει να ξεκινά από το μέλλον να κατευθύνεται εδώ που το παρελθόν φεύγει,σαν για να το συναντήσει.Αυτό είναι η παράδοση.Βγαίνεις απ’ τη σκιά της προκατάληψης και όλο το βιωματικό ζείν σ’ αρπάζει, το ζεις.

Συναντάται με το Ευαγγέλιο γιατί είναι το πιο υλικό πράγμα.Κι έτσι πολύτιμο χρυσοντυμένο,κλείνει εκεί χιλιόχρονη μνήμη,κλείνει διαβάσματα πάνω απ το κεφάλι των νεκρών,μεγάλη λάμψη κι ακούμε τα βήματα.

Πρέπει να είσαι οι ράγες για να είσαι τόσο απαραίτητος στα τραίνα,και για να γίνει ένα πράγμα πουλί πρέπει να κλωσσηθεί στο αυγό του,αλλιώς δεν πετά.Η νοσταλγία είναι από ύλη,διάβασα για τη μοίρα μας στο τυφλαγκάθι,την επαλήθευση πως τα όνειρα είναι όνειρα, τη δίνει η ίδια η ζωή,συμβαίνει το δράμα ακριβώς εδώ δίπλα,δεν θα το συναντήσεις ,αν δεν σου συμβεί

η νοσταλγία για το αόρατο.

Γιατί αν δεν σου αποκαλυφτεί ο ποιητής στη σοβαρότητά του κι αν δεν αδιαφορήσει για πόζες δύσκολα θα φανερωθεί.

Πόσο ευτυχής σαν που νιώθεις ότι έρχεται με μόνα υλικά τις φράσεις του τόσο γυμνές λες και του δωρήθηκε το μυστικό ατόφιο.

Θα καταφέρει να σε κερδήσει με την ανάγνωση,αφού το νιώσεις πως με τίποτε πάει στην ποίηση καταξοδεμένος,κι η φωνή του πάει ίσια από κοχύλι,κι αρχίζει τώρα να γίνεται αλήθεια Λειβαδίτης, κι ένα λιβάδι ετοιμάζεται να δεχτεί να το διασχίσει διπλασιάζοντάς το στο άπειρο.

Πού οδηγεί αυτός ο δρόμος Αρτύρ, η οδός Αβυσσηνίας,κι αυτά τα όπλα που πουλάς ποιούς έχουνε σκοτώσει ,και πόσους ακόμα θα σκοτώσουν; Τι θέλει αυτός ο κόσμος Αρθούρε;

Κι αν αγαπήσαμε ήταν για τη ζωή.

Μόνον ολόκληρον μαντεύεις τον ποιητή.Ποτέ από σπόντα.Κι ύστερα προβάλλει με την αλήθεια του,αυτή δίνει του στίχου ομορφιά.Κι όπως λέει ο ίδιος ,ας αφήσουμε στον αναγνώστη την αποκάλυψη.

Αν αγαπήσαμε ήταν ζωή.

*

Επιλέγω

«Η ομορφιά του σκύλου
κάνει τη νύχτα να σκοτεινιάζει
τις αλεπούδες να θρηνούν
όμως εκεί ψηλά
παράφρονη ομορφιά
δεν άφηνε κανέναν να μην ονειρεύεται»

Απλώσου απάνω εκεί εσύ κι ο φωτεινός ο δίσκος ας καίει.Μια ψηφίδα ακόμα κι ο θόρυβος του κόσμου στην πρώτη του σιωπή κατακρημνίστηκε.Της ψυχής καθρέφτες- Γιατί άπειρη δίψα. Υπάρχει πραγματική αγωνία γραφής,θα πει άνοιγμα του τοπίου της έκφρασης,θα πει ηθικός τόπος όπου η λέξη ανατέλλει το τρέχον νόημα και με τον τρόπο που το νερό ακινητεί,σταματά η ανάσα της φύσης,για να αναδυθεί η στερεότητα του κρύσταλλου.Έτσι η φωνή δυό ανάσες μετά,παγώνει γύρω από το ειπωμένο φράση μουσική, ώστε σηκώνει την έκφραση του κόσμου,την πραγματικότητα δίνει ορατή και πιά δεν μας τρομάζει κι αυτό μας ικανοποιεί μας κάνει άτρωτους στα βέλη της -κι κείνα της ζωής και τ’ αλλα της θανής- και μάς σώζει.

*

Φαινομενολογία του νεκρού αδερφού-ζωντανού θεού.Αίτημα αίμα Καρούζος,μπορεί να συνεχιστεί μια ακραία συνθήκη φωνής με τη γλώσσα στο σύνορο.Με τη γλώσσα να γλιστρήσει στην επιφάνεια όσων έλαβαν σχήμα μοίρα μορφή.Συνθετικό εγχείρημα σημαίνει η λυρική έκφραση να πραγματωθεί. Συγκινησιακός τόνος να θριαμβεύσει.

Σαν σ’ εκκρεμές η ματιά να παρακολουθεί των αντιθέσεων το εύρος κι απ’ αυτή την ανακίνηση ,ταλάντωση, να αναυλίζει συγκίνηση σαν από αέναη πηγή νερού μέσα απ’ την πέτρα και αυτή να είναι οκευθμών,κι αυτά με νεύρο.Το νερό να μην ρευστοποιεί την πέτρα ούτε το ίδιο να πετρώνει.

Ο καθαρτικός νέος πλούτος η συγκίνηση στο αμήν, συμβαίνει πλατιά,συμβαίνει βαθιά, κι έρχεται με προφορικό παλμό -αυτό είναι το ως νέο δέρμα πνεύμα.

Ο ποιητής δεν είναι ένας θόρυβος,έτσι πυκνά που ασθμαίνει το πλήθος ο ρυθμός ξαναδίνει ανάσα στο αίσθημα σ’ αυτό να πιαστεί με νέο βλέμμα το διψασμένο μέσα ελάφι η ψυχή να ξαναγεννηθεί με σφρίγος νέος εαυτός ,η εικόνα που αναστηλώνεται της νέας λατρείας δηλ. της ελευθερίας.

Χρόνος καινούργιος εντός να ποτίσει,στην εικόνα την ίδια να ιατρευτεί.

*

Θα κινηθούμε λίγο παραμέσα,εκεί που η πένα κάνει το γραφόμενο να σκιρτά,στις γραμμές ανάμεσα γραφές,αυτό που λένε ένα ακόμη πιο βαθύ ποσοστό βιώματος,γιατί αναπηδά από το λάντο του κάθετου χρόνου, αναπαλμός, ξύνει τη μνήμη η ακίδα του μολιβιού πέφτει η σκόνη ζωηρεύει η εικόνα και κινείται,πλάθοντας τοπία κινηματογραφικά ώστε μύθος και ιστόρημα κάθονται στη γλώσσα της αφήγησης γλέντι.

Ψιμύθια .Ξανθό καλοκαίρι,το στάχυ χρυσό μου τρυπά το μυαλό, ανθίζεις σκοτάδι. Αμαρτία και άνοιξη ήρθαν μαζί με φλόγισαν, ποτισμένος χυμό ήλιο στρέφομαι εκεί που μου λείπεις, πυρώδης απουσία με λιώνει.

Στεγνώνει το καλοκαίρι στις ακτές ,εμείς με τι χείλη να ξεδιψάσουμε ένα κοχύλι αστράφτει στην άμμο η θύμησή σου.

Τυπικά η μεταφορά είναι η αναγωγή της σύγκρισης σε κατηγόρημα.Αντί να πώ είσαι σαν αλεπού ,λέω είσαι αλεπού,που είσαι.

Στίχος μιάς ντουφεκιάς:Σταθμοί και λιμάνια αγάπες του πόνου σε λάτρεψα φως μου με ανάστησες η αγάπη σου σταθμός η αγκαλιά σου λιμάνι καρδιά μου άντεξες

Αφρόντιστα θέλω στη νύχτα να έρθεις καθώς τίποτε δε σου ζητώ μόνο να σε προσέχεις.Αυτός ο έρωτας .Αυτή η αγάπη.Θά’ ναι.

*

ΑΚΡΟΤΕΛΕΥΤΙΑ του Χ.Μαλεβίτς-η

Άν εξετάσουμε τά κατά τα άλλα αξιόλογα ,επιτεύγματα τής νεοελληνικής λογοτεχνίας από την σκοπιά της υποστασιακής αυτογνωσίας-που ισοδυναμεί μέ την οντολογική διαύγαση της συνειδήσεως του λαού-τότε η υστέρησή τους κρίνεται απογοητευτική.Οι φλέβες που άνοιξε ο Παλαμάς ήσαν ρηχές.Το μαρτυρεί το ανοικονόμητο σύμβολό του ο «Γύφτος».Ο Σικελιανός ,αυτός ο εκπληκτικός αλαφροΐσκιωτος,χτύπησε σε πηγές που είχαν στερέψει από τον καιρό του Ιουλιανού.Και ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη μόνον ως εξωτικό ξωτικό μπορεί να μάς απασχολήσει.

……

Και για να επιστρέψουμε στην αφετηρία αυτής της ακροτελεύτιας παρατήρησης,η λογοτεχνία της άμοχθης τέρψης έγινε το αποκλειστικό ενδιαίτημα τών νεοελλήνων που έχουν έφεση προς τα «γράμματα και τις τέχνες».Και η πρώτη δυσχέρεια ανακόπτει την λειψή έφεση.

*******

ΥΓ.Οι διαδικασίες του εγκεφάλου ξεπερνούν εκείνες του σύμπαντος ,λένε οι ερευνητές της γνωστικής επιστήμης.Αλλά άπειρο είναι και το διπλανό δωμάτιο,άπειρο κι απροσπέλαστο κι ένα μόριο σκόνης.
Ο εσωτερικός χρόνος είναι δική μας υπόθεση:»η πράξη μας ανοίγει τον χρόνο σαν φύλλο κι εκείνος τα βλέπει όλα».

Η απόσταση που χωρίζει τους ερωμένους είναι μεγαλύτερη απο την απόσταση που χωρίζει δυό αστέρια των οποίων το φως δεν έχει φτάσει ακόμη από το ένα στο άλλο.

Το φως του Κάλβου για να φτάσει εδώ κάτω ,πέρα του ότι χρειάστηκε να συμβάλλει τα μέγιστα ένας Παλαμάς,πήρε εβδομήντα χρόνια τόσο μακρινό αστέρι ήταν.

«Ο χρόνος της ψυχής είναι διάρκεια και η ιστορική της εκδοχή αυτογνωσία».

Όλοι οι χρόνοι είναι εδώ σε μας πρώτα απ όλα.Ένα μουσικό κομμάτι μπορεί να τον διαστείλλει πάραυτα ,για να έχω ένα παράδειγμα.Στην έκσταση και τον έρωτα επίσης.
Παρατηρώντας μία και μόνο μέρα βλέπει κανείς πως δεν είναι σε όλα τα σημεία της ισόχρονη,έχει κενά και πλήρη σαν μουσικό κομμάτι, οι παύσεις είναι το σπουδαίο.Το φρένο στην ανάσα, το λαχάνιασμα. Όταν ασθμαίνοντας μετράς οξυγόνο και το νιώθεις πολύτιμο.
Ύστερα είναι ο χρόνος ονείρου ο χρόνος ταξιδιού.

Η γλώσσα μάς μιλάει όπως εκείνη θέλει, έρχεται από πολύ μακριά και εμείς δεν είμαστε παρά τα εφήμερά της στην κυανή της διαφάνεια.

 

 

 

 

Advertisements