Μέσα στο αβέβαιο η εικόνα

Πρέπει το απόκοσμο να ‘ρθει να σε βρει
καθώς αφήνεσαι στον ήχο της λέξης
κυματίζουν τα χόρτα τις σκιές πάνω της
ό,τι χάθηκε τώρα είναι σωσμός σου

μιά νυχιά σκοτάδι, κι  άλλη μιά
βυθίζεσαι, στο ασημένιο γκρίζο
ανοίγει πόρτα καθώς φεύγουν οι λέξεις
δες, σε συναντά το βαρύ τους φέγγος

Tώρα τα πράγματα τώρα οι λέξεις
τώρα οδύνες πέτρα και χόρτο

ο κόσμος με τη σκιά του καθώς μάκρυνε
και ερχομός είναι και εγγύτης είναι

Τοπίο με νερό μες στο φως

Στην ψύχρα αλλάζω φιδορούτι,αμφιβάλλω όμως υπάρχω,
ένα βουνό μετάλλευμα για λίγο μέταλλο,κάτι
να πέφτει κάτω από το βήμα,κάτι
να αιωρείται ως ρώτημα λίγο πιο ψηλά
στη διάλεκτο των βουνών
Ποιός να τό ‘λεγε ότι τόσο γρήγορα θα τελειώναμε
όπως σώνεται μια φωτιά από έλλειψη ξύλων
αφού δεν έχει άλλο σάρκα να κάψει
Λευκή χαίτη χώνεψε όπως αφρός στα χαλίκια της αμμουδιάς
προσφορά στην κοιλάδα με τους ροδώνες
πέρασμα αυλώνα στο σκοτάδι
και χυμός αγριοδαμάσκηνο Κυθέρειας
Τέτοια μέρα όποιος θρηνεί πρέπει να κρύβεται
Πώς να’ ρθω πίσω αφού με τραβάν εκείνα τα λημέρια
βρίσκω το λαβωμένο μαυροπούλι
φτερουγάει σκοτάδι μες στη φούχτα
στήθος απαλό ζεστό μάτι ανήσυχο
ράμφος δαιμονισμένο κλώσας
Κοκαλάκι σου φορώ στα μαλλιά το νιό φεγγάρι
φουστάνι θάλασσα ως τα στήθη
πίνω της σάρκας σου αρμύρα το πιο βαθύ θαλασσινό
Τέτοια μέρα όποιος θλίβεται πρέπει να κρυφτεί.