ίχνος

Εδώ σκοντάφτει η αναπνοή.Αθέλητα την
κράτησες σαν που βγήκες απ το νερό
χαϊδεύοντας την αρχαία υδρία
ξεκολλώντας την από τη λάσπη
και υψώνοντάς την μες στην λίγη λάμψη της γκρίζας μέρας

ένιωσες τη λάσπη στη χούφτα σαν κρύο στήθος
ένιωσες το κουδούνισμα σαν την ανακίνησες
η αρχαία τέφρα χάθηκε στο ρέμμα του Κωκυτού
ανατρίχιασες στη σκοτεινή αυτή σκέψη:
τώρα είναι το τέλος,στου ποταμού το λύγισμα

Κίτρινο σε πέτρα

Καθώς κάνω τον κόπο προς τα έργα και τους δημιουργούς τους τόσο αναπτύσσεται σχέση αγάπης,τόσο η κατανόηση ρίχνει ντύμα αγαπητικό στα έργα και μια άλλη όψη οδηγητική παίρνουν,και δείχνουν το αληθινό νόημα και μέγεθος της τέχνης.Φως άρα ήταν που έλειπε από τα έργα,γλωσσικός διαφωτισμός ο λεγόμενος.Τώρα το πράγμα καθαρίζει.
Και ένα μέγα κέρδος από ένα και μόνο άρθρο για το Μητρόπουλο, σ αυτήν την άγνωστη παρθένα χώρα, για μένα,που είναι η ελληνική μουσική.Γι αυτό η δεκτικότητα μεγάλη,πήρα μονορούφι όσα διάβασα και άκουσα γιατί είχα στη μεριά αυτή δίψα περίσσια.
Μιά σειρά δημιουργών μας, σπεύδουν να πληρώσουν,γεμίσουν,τα κενά που είχα κρατήσει,γιατί τους ανήκαν.Τους ανήκουν.
Ο επαρχιωτισμός μας είναι λιγότερος από όσο λέγεται.Στις ελληνικές τάξεις ανήκουν και οι αστοί ,οι διακεκριμμένοι σε τέχνες γράμματα γλώσσες,δημιουργία.(Ένας τρόπος να αποτινάξουμε απο μπρος την ταξικότητα,και πλείστες άλλες στεβλώσεις πνευματικές ,να καταργούμε άκαιρες και άγονες διακρίσεις,εδώ αλλού μαζεύουν από τις χωματερές και ανακυκλώνουν).
Όπου κι αν πάω όσα ταξίδια κι αν κάνω όσες βουτιές σε έργα,να ξαναγυρνάω στον εαυτό μου.

Εργασία που λείπει άκρως επικίνδυνη και απαραίτητη ,οι ελάσσονες.(Για να συντρίψει τους ψευδεπίγραφους).
Στη σειρά των κορυφαίων,το μάτι τ’αδράχνει όλα από τον Ορφέα Όμηρο Ανακρέοντα Μελωδό Κορνάρο Νεκρού αδερφού ζωντανού θεού(κι αντίστροφα),ζώντων και τεθνεώτων κι όλη τη μεγάλη σειρά που με νωπή μνήμη κλιμακώνουν την ελπίδα .Μαζί όλος ο καρπός γλώσσας σκέψης ιστορίας χαράς και λύπης.
Το κραυγαλέο θανατηφόρο και της οδύνης μπορεί να εκλείπει καθώς θα αποστρέφομαι τη λύπη.
Έναν ατσάλινο σκελετό τον χρειαζόμαστε να τρίξει τα δόντια ,και επαναπροσανατολισμό:
αψίδα είναι το φρύδι σου
σκάβω για την ψυχή σου μέσα από δυό γούρνες φως
έκπτωτοι άγγελοι που ψάχνουν τα φτερά τους οι ποιητές:ο πεπτωκός σου.
Όπου κι αν πάω ,όσα ταξίδια κι αν κάνω όσες βουτιές σε έργα, να ξαναγυρνώ στον εαυτό μου.

(Ευέξαπτη φυλή,εύφλεκτη φάρα ,η των ποιητών δεν έχει επιδερμίδα,όπου αγγίξεις πονά).
Με μουζικές σαν ακουστεί το βράδυ καθώς του σύννεφου βράζει η βροχή
μαζεύονται οι άγκυρες όρτσα πανιά απανωτά μοιράζονται χαρτιά λευκά ,γράφεται η μοίρα.
Ο στίχος επιχειρεί το ισοδύναμο του θανάτου όπως μάνα που μοιρολογεί το γιό της βάνει τόση ψυχή ώστε να βγει απ το χώμα,
κι ο στίχος θέλει ισάξια να σταθεί του έρωτα όπως κορίτσι που κεντά και ‘φαίνει στον αργαλειό φεγγάρια δέκα δυό του αγαπημένου της ισάξια να τον φέρει κοντά στην καρδιά της,
ο στίχος κονταροχτυπιέται με την έχθρητα στην μαλιάν του χάροντα ,πολέμου, κι ισάξιος να σταθεί στις Τροίες που απολείπονται, στις χάσεις των Αντώνιων Σαν άξαφνα ακουστεί.
Στη χώρα των κινδύνων την ώρα των κινδύνων ο ποιητής αγωνιωδώς μάχεται, με γλώσσα στα θεμέλια η κορωνίδα της δημιουργίας ,συνέχονται τα νήματα της γλώσσας,τα παίρνει το δοξαστικό και μας λυτρώνει.
Μια διαρκής μεταφορά σαν δέσμη αστραπών στα νύχια του αετού,η ανώτατη αυτή συμβολική εικόνα πνευματικής καρποφορίας,ο κεραυνός στο εργαστήρι του ζωγράφου, Τολέδο σε κρατώ σε κάνω να υπάρχεις. μέσα στον χρόνο της σύνθεσης ελευθερώνω την εικόνα σου.
Με το επίμονο του ρυθμού τα πράγματα λαβαίνουν υπόσταση ,λύτρο η καταιγίδα του πνεύματος ,αγνιστική δαπάνη εν ελευθερία έλευσις.
Όπου κι αν πάω ,όσα ταξίδια κι αν κάνω όσες βουτιές σε έργα, να ξαναγυρνώ στον εαυτό μου.

Πόσο γλιστράει με θάνατο

αλατίζοντας το στίχο
ιαματικό αεράκι ,αύρα θεραπευτική
τρεμουλιαστή σταγόνα
άνεμος θαλασσινός διασχίζει
μίλια και μίλια αρμύρα και πικρό

είναι η ομορφιά που σωπαίνει
μαζί με ασφόδελους
οπιοφόρα λευκή μήκων.
*
Χώρα,
δυό πλατανόφυλλα που τα χαϊδεύει το κύμα
χώρα,
που από τους λόφους της, βύζαξαν οι αιώνες
κι ανατράφηκαν τα παιδιά της
χρυσάφια μαστών
από κορίτσια γινωμένο μούστο

Τί πίνω απ τις μαβιές σου ρώγες;
*