Φωτικής κόρη

Προσωπογραφία γυναίκας (1917), λάδι σε καμβά 57x37 εκ.

Ι.
Εκεί που καίνε οι καρδιές με κόκκινο αίμα
φωτιά που ανάβουν οι ματιές με μαύρο βλέμμα
στις παροικιές της Φωτικής, παραμυθία
σα μάντισσα ξεγέννησες του έρωτα την προφητεία
σφύριζαν στα στενά του βοριά τα φίδια
μπήκες στην καρδιά υγρομάτα επιτήδεια
Στους κόρφους σου λαμπύριζαν χρυσά κίτρα
χυμένο του κορμιού το άγαλμα από αρχαία μήτρα
μηροί γυρτοί στην άβυσσο και στ ουρανού την τόλμη
άστραφτε η αγκαλιά απάτητο χιόνι
στόμα πυρρό που πλάστηκε για λάβα και ηδονή
άσπρο το δόντι λάβωνε και έκοφτε φιλί
ελευθέρωνε τη συστολή φτερούγισε της αγάπης πουλί

Τώρα που οι γοφοί σου έχουν βαρύνει
Σου στέλνω ένα τραγούδι σιτεμένο
Όμως κρατά από της νιότης σου τα μάτια
Όλη τη μυστική πραμάτεια
Εκείνο το βλέμμα σου το λαγγεμένο
Κρατά ακόμα τη μαύρη φλόγα; Την έχει διευρύνει;

Κάθε που αγγίζει ο έρωτας ξυπνά τις κοιμισμένες αγάπες
φεύγουν τα λόγια σα μαγεμένα
αγγελικό ξελόγιασμα χιονιού κορμί αλητεία
ο άσωτος σώζεται σε αλήτικου κορμιού αλάνες

ΙΙ.
Φωτικής κόρης τραγούδι πάνω στο κορμί της

Με κοίταζες μέσα απ’ το γυρογυάλι
στον αφαλό του κάστρου σαν κάποια άλλη
Τώρα του όρκου η δαχτυλήθρα
Λάμπει με άδεια δίχτυα.
Πάνω στην ομορφιά σου διακόνησα
Την καρδιά μου εκεί ακόνισα
Κι έκτοτε λαρωμό δεν έχω
Περιτρέχω περιτρέχω περιτρέχω
Λουλούδια πιο άγρια από σένα ναι έκοψα
Τα βασανάκια δεν τ΄ αρνήθηκα
Κι εκείνα που οι ρηχοί είπαν ανήθικα
Όμως πληγή έχω στο πλευρό που από σένα ξέκοψα
Γυρίζω του καιρού το ροδάνι
Καβαλικεύω το Ροσινάντη
Δονκιχώτης για τη Δουλτσινέα
Κόρη της Φωτικής άλλοτε νέα
Πριν του Κωκυτού τα νερά ανεβούν τις όχθες
Πριν οι θολές του ραντίδες τα μάτια θολώσουν
Κρατώ της αίσθησης ανοιχτές τις πόρτες
Λόγια που στο ξελόγιασμα φωνή θα δώσουν
Πίνω της λησμονιάς νερό και Σε θυμάμαι
Βάζω στ ακόντια αιχμές χρυσές

ΙΙΙ.
Νεροπούλια στις αγκαλιές της
-Είσαι της ΚυραΒασιλικής νερολούλουδο;
Νερόκρινο του Άμπουλα;
Να γύρω το ρεύμα του κυανού
προς τον καημό στης γης το μαξιλάρι
Αλύπητος καιρός ψαλιδίζει τα φτερά του ονείρου
ω τι λυπάσαι το κινδυνώδες κι οι τρικυμίες είναι ότι αξίζουν
Η απόφαση φάτι αρθρώνει το άπειρο ελευθερώνει
Πλέκω το μετάξι σου με χρυσές κονταρίτσες
Και έξεργο από μουστάκια ασταχιού καλαμποκιάς
Τα υπόλοιπα θα έρθουν κουβαλητές μυρμήγκια
περιτρίμματα της βραδυπορίας εν απογνώσει
Με του θεού τη γνώση σπεύδε βραδέως κλείσε πληγή
Δε σ είχα για καμιά οδαλίσκη
ήσουν της μοίρας η κλητή
είχες κεράσια στο κανίσκι

ΙV.
Με απερισκεψία γύριζα στο στόμα μου
το όνομα σου σα μαστίχα
Με κονταρίτσες αόρατες
πλέχτηκε ολόγυρα μου φυλακή
γόρδια πλεξιά και σταυρωτή
και σε έχασα πάνω που νόμιζα ότι σε είχα
Με είδα τότε να πατώ στη γλώσσα τη διχαλωτή
φλόγας που ανάφτηκε με σένα αφορμή
έκτοτε βάλθηκα σταυρόλεξο να σε λύνω
από πάνω μου κάθε ψηφίο αίνιγμα και γρίφος
Απερισκεψία με δυο δεκάρες θα αγόραζα μια τσίχλα
ίσως ένα ξόρκι πιο ακίνδυνο στου νεκρομάντη το ημίφως
Τι κάθομαι και βασανίζω το κεφάλι
όσα δε φέρνει ετούτη θα φέρει μια άλλη

V.
Γυρίζω του καιρού το ροδάνι
καβαλικεύω το Ροσινάντη
Δονκιχώτης για τη Δουλτσινέα
Κόρη της Φωτικής άλλοτε νέα
Πριν του Κωκυτού τα νερά ανεβούν τις όχθες
πριν οι θολές του ραντίδες τα μάτια θολώσουν
κρατώ της αίσθησης ανοιχτές τις πόρτες
λόγια που στο ξελόγιασμα φωνή θα δώσουν
Πίνω της λησμονιάς νερό και Σε θυμάμαι

*

Advertisements