Του βορρά καράβι

Ξεριζώνω από μέσα μου ένα ένα τα γήινα
είμαι ένας άλλος με το χυμό του ήλιου
πότε νεκταρίνι πότε νεράντζι

Πώς τα κρουστά κορίτσια καταφρονείς
δωρίζοντας τα άξια τους δώρα στη στάχτη
γιατί μας ρίχνεις δαίμονα γελαστό κρανίο
στη βασιλική οδό καταμεσήμερο
γιατί δίνεις στα κόκαλα σαράκι
το αίμα να φθείρεται στην ανοιξιάτικη
υγρασία να πιάνουν σκουριά οι αρθρώσεις;

Ζήνων!Ακίνητη πετά η σαϊτιά του χάρου
που στο φως του ήλιου ρίχνεται καταμεσίς στα σπλάχνα

άχ, στης χελώνας το καυκί σκοντάφτουμε
μοιρολογούν νηρηΐδες δίπλα στο κύμα χωρίς δάκρυα
βάρυνε το βήμα,οι φτέρνες στο τάχος τους
φτερώσανε το βέλος
η χελώνα χάνεται στο μάκρος, με τον ήλιο

Αν η μοίρα τα είχε φανερώσει όλα
θα ζούσαμε έναν εφιάλτη χωρίς ύπνο
Μες στης ζωής τη σκοτεινιά όπου χάνεται το μάτι
ο χρόνος εργάζεται,ο θάνατος σκάβει , γουβώνει.

Φυσάει!Σηκώστε πανιά,πιάστε ζωή

Καυτός βράχος δείχνει το στέρνο του
περιβάλλεται χλαμύδα νύχτας κι ερέβους
Ψυχή μου φίλη
μην τρέχεις αθάνατη να γενείς
εδώ στα πρακτικά, τ’ αρχινισμένα
κυβερνήσου,βάλλε χρόνια όσο μπορείς
πιο στέρεο πράγμα από τη μηχανή του βίου
δεν θα βρεις,ξαστόχα,ξέχνα το μάταιο
ρίξου στην πολυτέλεια του ματιού,στη μόνη
πράξη που αρέσκονται οι θεοί,τη ζήση

ρίμα ρυθμός σαν το κισσό
ρίχνονται στη σελίδα: ό,τι είδες ,είδα!

*

Advertisements