10 Ποιήματα | Έκτωρ Πανταζής

Ένα μάτσο ομίχλη

Στις Πνύκας τις ανηφοριές
μια ξεχασμένη πλήξη
λίγο πριν το χάραμα
λίγο μετά τη δύση
Σφίγγεται η καρδιά παγώνει το μυαλό
παίρνει η ψυχή τις αποχρώσεις της ώχρας
ξεφλουδίζεται η μνήμη όπως σοβάδες
ραΐζει η θύμηση όπως παλιά κτίρια
με τις άτσαλες στέγες που νέμονται οι γάτες του Ψυρρή

Νάχαμε μιά ποζάτη μέρα
νάχαμε ένα ποδήλατο για τσάρκες
να νιώσουμε Τα ξεχασμένα χέρια

***

Τα τζιν φις της ποίησης

πατώνω με μιά βότκα absolute
στις εσχατιές του τίποτε
αφήνω τη φιάλη να γλιστρήσει στο κενό
με τους εφιάλτες

κράτα μου την ελιά του τζίν φίς
να μου θυμίζει τις μαυρομάτες στην πατρίδα

***

Το τρομερό βοά

Το τρομερό βοά στις ερήμους του Τίποτε
πάει με άλματα όπως γαζέλες στη σαβάνα
όχι όπως τα καγκουρό
μπουρίνι έρωτας σηκώνει τα φουστάνια
γδύνει ολόφρεσκα μπουκέτα κορίτσια
ξαφνικός απρόσμενος πυκνοφρύδης
χνούδι στα εφηβαία
μιά σταλιά ιδρώς στ’ απανωχείλη
ορατή ψυχή το σώμα της
εκεί η λέξη εκεί ο κόσμος
βγαίνει
ρίχνω απάνω της το βλέμμα

εισέρχομαι στο άδυτο
καθώς αναδιπλώνεις τον νυχτερινό ουρανό

τ αστέρια συντρίβονται στο μαξιλάρι σου

***

Ριπτασμός

(ο / ῥιπτασμός, [ῥιπτάζω] στριφογύρισμα στο κρεβάτι

από ανησυχία και αϋπνία νεοελλ. ιατρ. νευρική

διαταραχή που εκδηλώνεται με κινήσεις ασύντακτες

και χωρίς συνέχεια αρχ. 1. το να ρίχνεται κανείς

εδώ και εκεί 2. αμφιταλάντευση …)

έμεινα στην αγάπη Ροβινσώνας
νησιώτης του έρωτα
χωρίς φωτιά
ρίχνω βότσαλο στο αργυρό μεθύσι
κάποιο φεγγάρι μου επιτράπηκε η αγκαλιά σου

***

Στίχοι ημερολογίου

Περνούν καραβάνια τσιγγάνικα
διασχίζουν την μικρή μας πόλη
παίρνουνε στα τραγούδια τους
τα μάτια σου

φωτίζονται οι δρόμοι της ανατολής
και σαν να στρώνονται χρυσάφι

***

Τα λυρικά σου μάτια

Διαβάζω, σε διαβάζω εκατό χρόνους μετά
δίνω βλέμμα χαραμένο
ανάσα στις γραμμές σου ανάμεσα
διατάσσω μουσική
μικρό κύμα στη μέρα
αστρόμπαλες
Νύχτα με τον σπασμένο χρόνο, τον ακομμάτιαστο
Νύχτα μου νύχτα
έριξες ένα μελτέμι καταπάνω μου σκυλί
χαραμένος εκατό χρόνους μετά
λέω από τα γραμμένα σου κυπαρισσόμηλα
Ιτιές και σκλήθρες του δέλτα γέρνουν πάνω από τα νερά
μυστικά

***

Τη αγνώστω θεά

Τα βουνά μου έχουν,
-θυμάσαι εκείνη τη διαπιστευμένη κόκκινη παιώνια,
την κόκκινη πριγκίπισσα όπως ελόγου σου;-
ακόμα λίγη λουκουμόσκονη πάνω τους,
-εντάξει χιόνι είναι όπως το κορμί σου-,
να κυλιστούμε μέχρι που να γίνουμε αγνώριστοι

να πέσω σ έρωτα με μια άγνωστη θεά.

***

Η Νάζε το ποτάμι

Το φεγγάρι απόψε έβαψε κίτρινο το ποτάμι.
Κυλάει λιωμένο βούτυρο.
Η βάρκα του ψαρά ξεπροβάλλει μέσα απ τα καλάμια.
Πινέλο το κουπί αλλάζει χρώμα στο νερό.

Αναμονή. Βραδύνει η οδύνη.

***

Μ ένα τσιγάρο καίω το χάρο

Γιατί μ’ ένα κόκκινο θα σε φωνάζω
μέσα στο κυανό σκοτάδι που’ ναι το δικό σου φως
Τώρα που ατέλειωτα θρηνούν τα ρόδα
στάζοντας βρόχινα δάκρυα στο μάρμαρο

***

Ξυλάρμενοι

ώ βυθισμένα ώ ξυλιασμένα μου πουλιά
Στο ανατομικό κρεβάτι
γυρισμένη πλάτη
προς εξέταση ασθενής
απαλοί γλουτοί
σφίγγουν τα οπίσθια
μια καμπύλη γεννιέται
αδιαπέραστη συνέχεια
σπονδυλικής γραμμής
μέχρι τον κώλο
Από τη σάρκα της ως το ομοίωμά της
από το γαλάζιο κόρφο της μέχρι το σκίτσο της
με κίτρινο κροκί ξυλομπογιά
κι ύστερα πάλι πίσω
ερευνώ τα ενδότερα
φτάνω μέχρι τα σπλάχνα
αναδεύω ανασύρω στρίβω στη ραχοκοκαλιά
αφήνω μια γραμμή να πλανεύεται
απλώνω σινική μελάνη ανοιχτή πληγή
εκεί που έτρεχε αίμα βάζω μπλε
το άλλο αερολύνεται και ζεματάει

ενεργή πνοή σχεδόν κάθαρση
αφαιρετικό ελαφρύ, μεστή φωνή
δίνουν ευθύ ποιητικό σώμα
συμπλοκή λέξεων εκρήξεις σημασίας

αέρας μουσικός διάφανη υδατογραφία ασιανή

ανεπαίσθητοι κύκλοι στην άμμο
κελαρύζει νεράκι σε αόρατη γούρνα

ώ ξυλιασμένα μου πουλιά ώ βυθισμένα μου

μετά το βούτημα στο χρωματικό
ζωντανή πανδαισία χρωμάτων ο αέρας
δονείται,
πάγκοι με τα αναρίθμητα εδώδιμα χορεύουν
γεύεσαι χρώμα
υπότιτλοι με φωνή κάτω απ τις τέντες

κλαδεμένοι ευκάλυπτοι
κραταιοί γυαλιστεροί κορμοί σε ανάταση
στο φόντο ελαφρά συννεφάκια και ουρανός
συνομιλούν με την αφαίρεση που θέλει μεμιάς να πει
αντίστιξη σιωπηλής μουσικής
βαριά τσαμπιά νεράντζια μέσα στο φύλλωμα
οι πεζοπόροι φωτίζονται από τις νεραντζιές

ώ ξυλιασμένα μου ώ βυθισμένα μου