ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ

Άρλ

Αλεξικέραυνο κυπαρίσσι γειώνει του ήλιου την πυράδα
επάνω που καρποφορεί κυπαρισσόμηλα
για στολισμό της Προζερπίνας

είχε τα κυπαρίσσια του πινέλα θανατερά

για μια αιωνιότητα
βρίσκει κενό στην καταιγίδα
Βικέντιος του ήλιου, Βικέντιος του θανάτου

Πώς το τραβά αυτό το σμαράγδι
απ’ την αιχμή του και δεν το ξεριζώνει
σαν του πουλιού το ράμφος που θέλγεται
προσεύχεται ουράνια

Πώς κυπαρίσσι στη βροχή σκορπιέσαι σύγκορμο;

Μια πινελιά κάθετο χρώμα μπήγεσαι στον αφαλό του ουρανού
στο μάτι του κουφού τυφλώνεις τον ήλιο
σκοτάδι του μεσημεριού

αλεξικέραυνο κυπαρίσσι γειώνεις την πυρά του ήλιου
επάνω που καρποφορείς κυπαρισσόμηλα
να τα σκορπά ο ακατονόμαστος
στης Προζερπίνας το κρεβάτι

*

ΟΟΟ

Ραντεβού με το θαλασσινό τίγρη
ρέμβαζα το τοπίο του
δόντι και αίμα
ψάρι ο ήλιος
κίτρινη σπορά
αυτοθάνατος

Κι αν μας δοθεί υπόδειγμα καλύτερο
το ακολουθάμε. Γιατί είμαστε στα όρια.
Όμως κατά τη χωρητικότητά του ο καθείς.

ξυράφι του χειρουργείου
και ξυράφι του κουρέα

ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΦΕΓΓΑΡΙ

Τελεσίδικο γέρμα
αποκληρώνεται ο νέγρος
ο δολοφόνος ξεπήδησε μέσα απ’ το στίχο
που μια ζωή είχε εργαστεί
δεν άκουσε που του λέγανε
μην παίζει τα ξυράφια
έφυγε, σιγά τα γκάζια
λες και τον χρώσταγε το θάνατο
από στίχους που είχε γράψει
κι είχε παραλείψει αυτό:
«ο στίχος μου θα με σκοτώσει».

*
Η συμμετοχή μου στο τεύχος «Ετερότητα» του περιοδικού της ομάδας CRAFT

Craft