Περί απολύτου

 

-η δύναμη του γνόφου-
βυζαίνουμε σκοτάδι με κλειστά μάτια.

1.Ο θρόνος της ελευθερίας είναι από αέρα

2.Ακούω ήχο φτιαριών ,ας φτιαρίζει στον αιώνα όποιος δεν ξέρει ποιός είναι μέσα στο σκάμμα

3 Εγκλωβισμένος στο χαράκωμα ,ο νους, δε βρίσκει τρόπο να δει τον πραγματικό ορίζοντα του ανθρώπου, του κόσμου,δεν νιώθει το περιέχον,δεν είναι σε θέση να διαβάσει τα μεγάλα γράμματα ,να δει τις καθαρές γραμμές της μοίρας

4.Άλλα δοξάζω ,είπε, και τον πέτυχε στο «δόξα πατρί»

5.Της αγάπης σχεδία η καρδιά
θα περάσει από μέσα της μια κόκκινη θάλασσα

6.Αξιώνεις εκείνη την πρώτη αξία την καθημερινότητα
το εφήμερο μεδούλι των πραγμάτων
ξεστρίζεις του ήλιου τα λαγόνια
να γίνει λείο στιλπνό ξανανιωμένο το σκαρί του

7.-Έχω ένα κενό,εδώ,στο στομάχι.
Ας πιω ένα ποτήρι.
-Έχω ένα κενό,εδώ,στο κεφάλι.
Ας πιω μια ασπιρίνη.
-Έχω ένα κενό, εδώ, στο στομάχι ,στο κεφάλι.

8.Μαύρο μου αίμα ,όλο και πιο πολύ πας να μοιάσεις
μαύρο χρήμα ,να κάνω την ανταλλαγή συναλλαγή

9.Αποφλοιώσεις μέχρι να εξαφανιστεί όλο το μηδέν
μέχρι το μεδούλι του τίποτα.

Advertisements

μέτα

triantaf

 

ο τόπος της ψυχής θερμό ψύχος ,πέτρες
τις λείαναν αστραπές τις έγλυψαν φλόγες

ποιά ζύμη να νιώσουν τα δάχτυλα
σοδειά δεν υπάρχει
βίαιες καταιγίδες αυλακώνουν τα σπαρτά
άνθρώπου φυγή, δεν έχει εσοχή η ζωή

δάχτυλα βυθίζω στη φωτιά ,γίνονται
πέντε κλωνιά φως, σε αγγίζω

με καταχνιά στα μάτια
εισέρχομαι σε αλλόθρησκο τέμενος
εγώ κάτω το φως πάνω
ζωή κρεμάμενη

Στη γλώσσα μέσα γραφή σε ποια πτώση;

Στροφή στα δρώμενα

 

 

ektor2

—————-

1.ΓΙΑ ΕΤΟ ΓΙΑΒ#

Έζησα τον εικοστό,

αιώνα ανήκουστο όσο κι εγώ,

από το σούρουπο ως το θαμποχάραμα.

Βάλτε στο ενεχυροδανειστήριο το χρόνο μου

που σαν γύρο στη φωτιά με ξερόψηνε

πάτησα σε δυό χιλιετίες σαν σκέλη

διαβήτη και διάβηκα τον καιρό

Από χώμα πλάστηκα κι εγώ

και στο καμίνι μπήκα της ζωής

τώρα που φεύγω ψάξε να με βρεις

τις στάχτες μου κάνε κούπα

με το κρασί της να μεθείς

*

δίνεται γυμνός στο λαό του

που τον φωτίζει ως ήλιος.Είναι η ηλιοθεραπεία του.

έδινε την καρδιά του

με τον πυρακτωμένο στίχο του,

πάνω σε χείλη, ζωντανά που καίει

σαν πεφταστέρι

φωσφόρισε κατά τη γη.

*

Τώρα που καίει ο χρόνος τώρα που βράζει το σίδερο

τα χείλη σου η ευχή ποτίζει

χορεύει ο ήλιος στα περιβόλια

αναρίθμητες χρυσές καρδιές στις μαργαρίτες

σμίγουν τα μενεξελιά ανθισμένα τριφύλλια

έλα,ασήμωσε,η μαντεψιά της τσιγγάνας να σε οδηγήσει

από τη ματωμένη πόρτα του κάστρου

που έβαψε το βούτημα του ήλιου

ζεστή η φωτιά στη χούφτα σου ανεβαίνουν οι χτύποι της καρδιάς.

*

Είμαστε εμείς τσιγγάνικα πουλιά

στην αλητεία της ζωής παραδομένοι

τρέχουμε,όλο τρέχουμε μες στο σκοτάδι

όλο έρχεται καταπάνω μας το φως

βρέχει βροχούλα βεργούλα και με δέρνει

με δέρνει έρημο πουλί

Υπάρχουν εκείνα τα πουλιά τα τσιγγάνικα

Υπάρχουν.

Ανέμελα μές στην αδιαφορία

Μα πίστη εγώ δεν έχω

το μυστικό μου όλοι το ξέρετε

τόσο μυστικό που είναι

Μου ξύνει την ψυχή ο άνεμος

δεν ησυχάζω. Είναι τόσο απλό

που ζω όσο τη λέξη πεινώ

*

ΠΟΣΟ ΜΕΛΙ ΣΤΗΝ ΠΑΓΟΚΕΡΗΘΡΑ !

Να υποφέρεις από συνείδηση

να υπομένεις το ακραίο

γιατί δεν αντέχει η γλώσσα σου

Με χρόνο ενάντιο να ρίχνεις βέλη

πέρα από κάθε ορίζοντα

Στοιχίζεις την καρδιά σου στον νόμο του ενός

Κόβεις χρυσό φλουρί με την κατατομή σου

να δοκιμάζει ο χρόνος το σκληρό του δόντι και να χάνει

Βάδισες οδό υψηλής μαρτυρίας

των οσίων ποιητών την δια παντός ασκητική

τ’ αρμένικα ψηλά μονοπάτια με βιβλική αταραξία.

Είδες το κερί σου να λιώνει

στο μαύρο του Νέβα κύμα

διάβαινε η μοίρα πικρή που σου χαράκωσε το μέτωπο

κάτω απ τα μάτια σου ο πόνος έπνιγε τον κόσμο

δεν έγραψες με πένα.Είπες κι έγινε.

Το ποίημα ήταν ο μαύρος αγέρας γύρω σου

το φύσηξες ανέπνευσε.

Το ποτήρι ξεχείλιζε.

Πώς να κρατήσεις τον αφηνιασμένο Πήγασσο;

Η πρόπολη σε πότισε μελισσουργέ καθόσο

σε κεντούσαν ξανθές μέλισσες

Φωνάζει η γη με τη φωνή σου

το πυρωμένο σου κοντύλι είναι φωτιά:

ο ιερός σου στίχος καίει αβάσταχτα

σφίγγει το χρόνο σαν στοιχειό

Όταν η κάνη σε κάνει στόχο

η παγοκερήθρα σου μέγας χορηγός

εμψυχώνει την πόλη της πέτρας αντηχεί η φωνή στα θεμέλια

κι εσύ στη στέπα δεν έχεις να πιαστείς μήτ’ ένα αγκάθι.

*

ΟΡΥΧΕΙΟ ΓΛΩΣΣΑ

Η «επανάσταση» έκαιγε το χρόνο της

Τον τύραννο δεν άντεξες

μες στο πορτρέτο του να μην βάλλεις,

σου επιτίθονταν η άδικη μορφή του

δεν δίστασες τα χαρακτηριστικά του

με στίχους να εντυπώσεις

τόσο η ψυχή σου δυναστεύτηκε

που είπες:Έτοιμος να πεθάνω είμαι τώρα!

Σου επιβλήθηκαν οι λέξεις σαν δίκαιος λόγος

η ευθύνη της αυθεντικής ποίησης,το ποιητικό σου δαιμόνιο,

άδειασες την κούπα με το αψέντι

το γνήσιο ποτό σου ποιητή μύστη:

ήταν το πένθος άτακτο μα τώρα κλαίει η φύση

Ο Ζήνων κόβει τη γλώσσα του και τη φτύνει στη πρόσωπο του Τυράννου

Του Όσιπ η γλώσσα στα τραχιά χαρακτηριστικά φτύνει με βιβλική παραφορά.

*

2.ΝΤΟΜΙΝΙ

Κοιτάμε πέρα

Όταν ο χρόνος είναι εντός μας.

Όταν σε αγκαλιάζω πλέουμε μέσα του.

Φλεγόμενοι.

Anus Mondilianna

Από το μελανοδοχείο του Θεύθ

τραβά η Άννα το στίχο ο Αμεντέο το σκίτσο

νύχτα που κατακλίθηκαν εραστές

Ποιήτρια και ζωγράφος ομοιοκαταληκτούν

κορμιά σε μιά νύχτα ένα

Η γραμμή της μύτης επαναλαμβάνει

την καμπύλη του κορμιού στη γκραβούρα του Μοντί.

Σμίγουν οι εραστές κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα

Άννα! Άννα!

Σώμα ανηφορικό ,

η ψυχή σου Νέβας και μεθώ!

*

ΣΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ

«Η πέστροφα διαλύει τον πάγο»

Το ταλέντο της αν δεν ήταν μικρό ,πικρό πάντως ήταν

Είχε την περηφάνεια της ομορφιάς στάθηκε μάνα και κόρη

στους εραστές της,των θαυσμαστών της μάγισσα.

Προς διαμελισμό των ιματίων της,

θα μοιραστούν όπως το φως

από τα ραγισμένα της μάτια

παριών τα μήλα άχραντοι λαιμοί

φεγγάρι αρτηρίες κλείδες

Το καμπύλο έρεισμα

όταν ο Μπρόντσκι την αποκαλεί

λεοπάρδαλη του χιονιού,

γλιστρά στο χιόνι κι όλα τ’ αλλάζει.

*

3.1814-1841

Μου δίνεις στυλ σαν στην παλάμη σε κρατώ

στιλέτο μου γραμμένο

είναι γραφτό σου εσένα αίμα να σε ποτίζει

όμως εμένα η αγάπη της

αγάπη που στο στιλέτο δεν δειλιάζει

*

Άδειοι μπροστά σ’ ένα πορτρέτο

που το κοιτάζουμε

μα δεν το βλέπουμε

δεν βλέπουμε που μας νεύει

και θα μας αποσπάσει θέλοντας και μη

κρυφό θαυμασμό.

Ό,τι για το ζωγράφο είναι χρώμα

για μας είναι αόρατο όσο το σχέδιο που το στηρίζει.

*

*ΕΓΩ =ΕΙΝΑΙ ,το πιστεύω του Μαντελστάμ
1.Πρόκειται περί του Όσιπ Μαντελστάμ
2.Άννα Αχμάτοβα
3. 1814-1841 Μιχαήλ Λέρμοντοφ

————-

Μαύρο πουλί

Σε ένα σπιρτόκουτο με καμμένα όλα του τα σπίρτα
ήξερε να παραφυλάξει χρυσό φλουρί

Το ατσάλινο έγινε θρύμματα κυκλωμένο τη λέξη του
Εκκωφαντικός χρόνος σαρώνει τη στέπα.
Χρυσόλιθος στην Πόλη της πέτρας
αναδιπλώνει μαύρο παλτό λευκές νύχτες
Νέβας σφίγει σπείρες
ανασηκώνονται τρόϊκες στα τέσσερα
το χιόνι πήγε ΔΩΔΕΚΑ(τράχ τα ρα τα ταχ)
ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΧΑΛΙΝΗ
Έκτωρ Π.10 Μάρτιος 2008

————

Αχμάτοβα

Το σώμα της
σαν να σκάφτηκε
– λατομείο
γιά να χωρέσει
Requiem

Επί Τρία

barn-swallow-spring-alive

 

http://staxtes.com/2003/?p=8672
—–

Τι με κρατά στην άγρια γη

Η εικόνα ξανάρχεται καθώς στη γλώσσα
στάζει από το ποτήρι του ο έρωτας
το κόκκινο κρασί του.
*
Ακρονήσια της ενδοχώρας πεθαίνουν και δε θρηνούν
αναμένουν την άνοιξη τις κραυγαλέες κουτσουπιές
τον άφωνο θρήνο με την ψιλή βροχούλα
που τρυπάει το νιόσκαφτο χώμα
τις φλαμουριές με τα σκουλαρίκια
να στρώνουν τους τάφους στα λευκά
καθόσο ακούνε το θυμωμένο βουητό της ποταμιάς
τον στοιχειωμένο άνεμο που φυσά
από τα παγωμένα βουνά την ώρα που ρίχνουν
τις τελευταίες ακτίνες και καταφλέγονται
σαν πυρωμένοι φούρνοι στο χαλίπωμα
*
Όσα άγγιξαν τα χέρια τώρα μόνο μνήμη
σπιθοβολά στην όχθη η στεγνή γκρίζα πέτρα
αντιφεγγίζοντας το κρύσταλλο των ορμητικών χειμάρρων
οι γέφυρες πεσμένες ,έγινε άβατος ο νησαίος λόφος
μόνο δια της μνήμης προσβάσιμος
στις κρύπτες μόνοι παλιοί απόηχοι προσευχών
και σβηστά λιωμένα κεριά πολυκαιρισμένα
με μανδύα από χυμένο ασήμι μαυρισμένο
πενθεί ο ναός την κάθε μέρα πικροσάββατο
Όσα άγγιξαν τα χέρια τώρα μόνο μνήμη
-η βουβαμάρα κάτω απ την πένα της βρήκε μιλιά-
*
ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ ΤΟ ΦΤΥΑΡΙΣΜΑ
Με την ειλικρίνεια του ποιητή
ένας αποχαιρετισμός πέρα απ τα γήϊνα
από το βάθος της θλίψης
το αναγκαστικό πένθος
που με την υπεροψία του ζώντος
ατενίζει το φέρετρο να διασχίζει το χρόνο
προς τα έσχατα.Η γραμμή της μοίρας
ακαταδάμαστη ταπεινώνει το βλέμμα
καθώς το φτυάρι ρίχνει το τελευταίο χώμα
εκεί που πιο χαμηλά δεν έχει.
*
Ο Τ. έσκαψε ένα αμπέλι και το χάρηκε
από κοντά κι από μακριά λίγο αλλά με ένταση
πέρασε λαμπερός κομμήτης τη ζωή σχίζοντας
τον ουρανό της με την αλκή του όπως το χώμα
Ένιωσε στον ουρανίσκο τη φλόγα από τις ρώγες
της ζωής.Έσταξε μέσα του ρουμπίνι από κρασί
Όλα δικά του φτιαγμένα.Κι όλα μή δικά του.
Ο πόνος να φεύγεις στα εικοσιτρία είναι των άλλων.
Με τα χρόνια,των γύρω η φθορά κάνει
το περιστατικό να λάμπει,η μνήμη γίνεται νιάτα
και το κρασί από θαμπό παίρνει διαύγεια ρώγας
που ωριμάζει στο υποστατικό του.
*
οι όχτοι,του χρόνου που κυλά, το άπειρο,
και ρίχνει τη λέμβο μας σε καταρράκτη
*
Όποιος θρηνεί πρέπει να κρύβεται
μα και το γέλιο λίγο παράταιρο
Επιτρέπεται μόνο η χαρά στα σουπερμάρκετ
Μη θλίβεσαι που οι πολυκατοικίες γερνάν
που οι κάθετοι τοίχοι τους είναι σκληροί
για να σου τυραννάν και εμποδίζουνε
το βλέμμα.
*
Εδώ αραχτός με τις λέξεις σου μέλι

———-

Χρονοκάθαρση

«έφερα το βουνό εδώ κάτω
σάς έδειξα τις πλάκες του»

Να βλέπεις με τα μάτια σου το βουνό να αναδύεται
από τα βάθη των θαλασσών της κρητιδικής
γεμάτη η ράχη του κοχύλια όστρακα
και η γενιάδα του από φύκια
ΞΕΡΙΖΩΝΟΝΤΑΙ ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΑΠ ΤΗΝ ΨΥΧΗ
Τριζοβολάνε ρίζες καιόμενες
από άλλες μνήμες γινατωμένες
Το αίμα δεν κρύφτηκε-
Θέλω να αμυνθώ για την πατρίδα
μα αυτό που λέω πατρίδα δεν υπάρχει
τό ‘χουν ρουφήξει οι υποτελείς
στις αλλότριες ρήτρες
Η μύγα φτύνει
Η ανημπόρια μας χτίζει απειλή
γύρω απ την πόλη-
σε άλλο χρόνο φάνηκε μύρο
ο εξωραϊσμός,τώρα πυκνώνουν σκοτάδια
στην ανέχεια-
η πλάκα ξεφυλλίζεται,σελίδα
μαρμαροπελεκητή
αληθινή ουσία των πραγμάτων
με αυτό το γλυκό,γλυκό
που με τελειώνει-
*
Η δικαίωση της φωτιάς σκορπά στο αγκάθι της

Κυματίζει η πράσινη θάλασσα
των πεύκων μέσα σου
Νιώθεις ένα κύμα από άλλη θύελλα
Τώρα η ψυχή ένα είναι με όλες
τις θάλασσες του κόσμου
Λευκά σύννεφα τρέχουν σε γαλάζιο οθόνιο
προβολές από την ταινία την παναρχαία
σε επανάληψη ξανά και ξανά

Η γη ένα στρογυλό παίζει με το αχανές
με μαγνητικό ρυθμό στροβίλισμα

Ένα πέτρινο χελιδόνι διασχίζει το αέτωμα

Γράφω με παιδικό μολύβι που θυμάται
τα πρώτα μου βήματα
τη συναισθηματική διαύγεια

ράβω το ποίημα στη φόδρα της ζωής
θα παλιώσει στο ράφι με τα άλλα κρασιά. 30.1.15

—————

Του βορρά καράβι

Ξεριζώνω από μέσα μου ένα ένα τα γήινα
είμαι ένας άλλος με το χυμό του ήλιου
πότε νεκταρίνι πότε νεράντζι
Πώς τα κρουστά κορίτσια καταφρονείς
δωρίζοντας τα άξια τους δώρα στη στάχτη
γιατί μας ρίχνεις δαίμονα γελαστό κρανίο
στη βασιλική οδό καταμεσήμερο
γιατί δίνεις στα κόκαλα σαράκι
το αίμα να φθείρεται στην ανοιξιάτικη
υγρασία να πιάνουν σκουριά οι αρθρώσεις;
Ζήνων!Ακίνητη πετά η σαϊτιά του χάρου
που στο φως του ήλιου ρίχνεται καταμεσίς στα σπλάχνα
άχ, στης χελώνας το καυκί σκοντάφτουμε
μοιρολογούν νηρηΐδες δίπλα στο κύμα χωρίς δάκρυα
βάρυνε το βήμα,οι φτέρνες στο τάχος τους
φτερώσανε το βέλος
η χελώνα χάνεται στο μάκρος, με τον ήλιο
Αν η μοίρα τα είχε φανερώσει όλα
θα ζούσαμε έναν εφιάλτη χωρίς ύπνο
Μες στης ζωής τη σκοτεινιά όπου χάνεται το μάτι
ο χρόνος εργάζεται,ο θάνατος σκάβει , γουβώνει.
Φυσάει!Σηκώστε πανιά,πιάστε ζωή
Καυτός βράχος δείχνει το στέρνο του
περιβάλλεται χλαμύδα νύχτας κι ερέβους
Ψυχή μου φίλη
μην τρέχεις αθάνατη να γενείς
εδώ στα πρακτικά, τ’ αρχινισμένα
κυβερνήσου,βάλλε χρόνια όσο μπορείς
πιο στέρεο πράγμα από τη μηχανή του βίου
δεν θα βρεις,ξαστόχα,ξέχνα το μάταιο
ρίξου στην πολυτέλεια του ματιού,στη μόνη
πράξη που αρέσκονται οι θεοί,τη ζήση
ρίμα ρυθμός σαν το κισσό
ρίχνονται στη σελίδα: ό,τι είδες ,είδα!

Σκιαγραφία

Βενσεν

φωτογραφίζω σημαίνει διαγράφω το αντικείμενο
βλέπεται αυτό που δεν υπάρχει

το φωτογραφημένο δεν υπάρχει παρά ως έγκλειστη σιωπή,
κομμένο φως ,συγκοπή ακαριαία ζωής

όταν σημεία και τέρατα το ορατό είναι μαγεία του ματιού
αιχμαλωσία του βλέμματος εικόνων απορροές

η φωτογραφία λέει:δεν έχεις μετά είσαι απαράλλακτα το «ήσουν»
είσαι μόνο παρόν σε διάρκεια ,διαψεύδεις κάθε αλλαγή

αλλαγή απαραίτητη που είναι για να μένουν τα πράγματα,
που αλλιώς δίνη χρόνου τα καταπίνει, ότι δεν ενεργεί πεθαίνει

η αλλαγή προάγει το διατηρήσιμο το συντηρεί με μέλλον
ένα κάτι που ζυμώνεται με «ήν είναι» και υπάρχει

σείοντας το διατηρημένο παρόν την αδιάστατη εικόνα
επανεγγράφοντας η ε μ φ ά ν ε ι α κάνει το στάσιμο αναστάσιμο

Με μειωμένα κόμιστρα

Κομίζω γλαύκες στην Αθήνα γιατί στα κοιμητήρια ξεχνιέμαι
βρίσκομαι όπου σε χάνω στο σκοτάδι σου κατεβαίνω
στον ακάλυπτο πόθο .Ξεχώνω. Κίνητρα μου οι παρακμές
φόβος του όλου μέσα στου πλήθους τους όγκους
σφύρα ο ήλιος χτυπά το αμόνι αιμάσσει
Κομίζω γλαύκες στην Αθήνα φωτογραφημένες

Δανείζομαι αύρα αιματώδη στεφάνια άγρια φαραγγιών
γεμάτα ίλιγγο ειρωνευτή .Τα γαλάζια με υποψία διαβάζω
δοκιμάζω τα πόδια δε χλευάζω δοξάζω
Είμαι όπου είμαι
Των σφαιρών μουσηγέτης διασαλεύει άστρα και σπλάχνα

Είμαι όπου είμαι
βαφτίζω τη λέξη στο στόμα τη μιλώ
σκίζεται μνήμη ξερολιθιά με μάνητα τη δίψα ζητούν
της φυλής μου τρελοί οι ποιητές στην αρένα αιμάσσουν
κυανοχαίτης το ατελές
Διασχίζει ο χρόνος τη χώρα μου σαν ξύλο

ΑΠΟ ΤΟ ΝΗΣΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΗΣΙ

νησί

και το νησί ήταν πραγματικό γιατί το περπατούσες το ανάσαινες και ήταν φανταστικό γιατί φεγγοβολούσε μέσα σου λευκό από το μετάξι της ανάμνησης υφασμένο —καλοκαίρι παντοτινό και χαμένο

Το νησί είναι μιάς σελίδας που δεν έχει πίσω
*
Γνωρίζω την κηλίδα δεν αφορά τα κυκλαδικά ειδώλια μήτε το ασβεστωμένο ένα της χώρας των νήσων.

Στίχος δώρο_το νησί,είναι ένας θαλασσινός, που τον αναγγέλουν γλάροι στον άνεμο