Περί απολύτου

 

-η δύναμη του γνόφου-
βυζαίνουμε σκοτάδι με κλειστά μάτια.

1.Ο θρόνος της ελευθερίας είναι από αέρα

2.Ακούω ήχο φτιαριών ,ας φτιαρίζει στον αιώνα όποιος δεν ξέρει ποιός είναι μέσα στο σκάμμα

3 Εγκλωβισμένος στο χαράκωμα ,ο νους, δε βρίσκει τρόπο να δει τον πραγματικό ορίζοντα του ανθρώπου, του κόσμου,δεν νιώθει το περιέχον,δεν είναι σε θέση να διαβάσει τα μεγάλα γράμματα ,να δει τις καθαρές γραμμές της μοίρας

4.Άλλα δοξάζω ,είπε, και τον πέτυχε στο «δόξα πατρί»

5.Της αγάπης σχεδία η καρδιά
θα περάσει από μέσα της μια κόκκινη θάλασσα

6.Αξιώνεις εκείνη την πρώτη αξία την καθημερινότητα
το εφήμερο μεδούλι των πραγμάτων
ξεστρίζεις του ήλιου τα λαγόνια
να γίνει λείο στιλπνό ξανανιωμένο το σκαρί του

7.-Έχω ένα κενό,εδώ,στο στομάχι.
Ας πιω ένα ποτήρι.
-Έχω ένα κενό,εδώ,στο κεφάλι.
Ας πιω μια ασπιρίνη.
-Έχω ένα κενό, εδώ, στο στομάχι ,στο κεφάλι.

8.Μαύρο μου αίμα ,όλο και πιο πολύ πας να μοιάσεις
μαύρο χρήμα ,να κάνω την ανταλλαγή συναλλαγή

9.Αποφλοιώσεις μέχρι να εξαφανιστεί όλο το μηδέν
μέχρι το μεδούλι του τίποτα.

Advertisements

μέτα

triantaf

 

ο τόπος της ψυχής θερμό ψύχος ,πέτρες
τις λείαναν αστραπές τις έγλυψαν φλόγες

ποιά ζύμη να νιώσουν τα δάχτυλα
σοδειά δεν υπάρχει
βίαιες καταιγίδες αυλακώνουν τα σπαρτά
άνθρώπου φυγή, δεν έχει εσοχή η ζωή

δάχτυλα βυθίζω στη φωτιά ,γίνονται
πέντε κλωνιά φως, σε αγγίζω

με καταχνιά στα μάτια
εισέρχομαι σε αλλόθρησκο τέμενος
εγώ κάτω το φως πάνω
ζωή κρεμάμενη

Στη γλώσσα μέσα γραφή σε ποια πτώση;

Στροφή στα δρώμενα

 

 

ektor2

—————-

1.ΓΙΑ ΕΤΟ ΓΙΑΒ#

Έζησα τον εικοστό,

αιώνα ανήκουστο όσο κι εγώ,

από το σούρουπο ως το θαμποχάραμα.

Βάλτε στο ενεχυροδανειστήριο το χρόνο μου

που σαν γύρο στη φωτιά με ξερόψηνε

πάτησα σε δυό χιλιετίες σαν σκέλη

διαβήτη και διάβηκα τον καιρό

Από χώμα πλάστηκα κι εγώ

και στο καμίνι μπήκα της ζωής

τώρα που φεύγω ψάξε να με βρεις

τις στάχτες μου κάνε κούπα

με το κρασί της να μεθείς

*

δίνεται γυμνός στο λαό του

που τον φωτίζει ως ήλιος.Είναι η ηλιοθεραπεία του.

έδινε την καρδιά του

με τον πυρακτωμένο στίχο του,

πάνω σε χείλη, ζωντανά που καίει

σαν πεφταστέρι

φωσφόρισε κατά τη γη.

*

Τώρα που καίει ο χρόνος τώρα που βράζει το σίδερο

τα χείλη σου η ευχή ποτίζει

χορεύει ο ήλιος στα περιβόλια

αναρίθμητες χρυσές καρδιές στις μαργαρίτες

σμίγουν τα μενεξελιά ανθισμένα τριφύλλια

έλα,ασήμωσε,η μαντεψιά της τσιγγάνας να σε οδηγήσει

από τη ματωμένη πόρτα του κάστρου

που έβαψε το βούτημα του ήλιου

ζεστή η φωτιά στη χούφτα σου ανεβαίνουν οι χτύποι της καρδιάς.

*

Είμαστε εμείς τσιγγάνικα πουλιά

στην αλητεία της ζωής παραδομένοι

τρέχουμε,όλο τρέχουμε μες στο σκοτάδι

όλο έρχεται καταπάνω μας το φως

βρέχει βροχούλα βεργούλα και με δέρνει

με δέρνει έρημο πουλί

Υπάρχουν εκείνα τα πουλιά τα τσιγγάνικα

Υπάρχουν.

Ανέμελα μές στην αδιαφορία

Μα πίστη εγώ δεν έχω

το μυστικό μου όλοι το ξέρετε

τόσο μυστικό που είναι

Μου ξύνει την ψυχή ο άνεμος

δεν ησυχάζω. Είναι τόσο απλό

που ζω όσο τη λέξη πεινώ

*

ΠΟΣΟ ΜΕΛΙ ΣΤΗΝ ΠΑΓΟΚΕΡΗΘΡΑ !

Να υποφέρεις από συνείδηση

να υπομένεις το ακραίο

γιατί δεν αντέχει η γλώσσα σου

Με χρόνο ενάντιο να ρίχνεις βέλη

πέρα από κάθε ορίζοντα

Στοιχίζεις την καρδιά σου στον νόμο του ενός

Κόβεις χρυσό φλουρί με την κατατομή σου

να δοκιμάζει ο χρόνος το σκληρό του δόντι και να χάνει

Βάδισες οδό υψηλής μαρτυρίας

των οσίων ποιητών την δια παντός ασκητική

τ’ αρμένικα ψηλά μονοπάτια με βιβλική αταραξία.

Είδες το κερί σου να λιώνει

στο μαύρο του Νέβα κύμα

διάβαινε η μοίρα πικρή που σου χαράκωσε το μέτωπο

κάτω απ τα μάτια σου ο πόνος έπνιγε τον κόσμο

δεν έγραψες με πένα.Είπες κι έγινε.

Το ποίημα ήταν ο μαύρος αγέρας γύρω σου

το φύσηξες ανέπνευσε.

Το ποτήρι ξεχείλιζε.

Πώς να κρατήσεις τον αφηνιασμένο Πήγασσο;

Η πρόπολη σε πότισε μελισσουργέ καθόσο

σε κεντούσαν ξανθές μέλισσες

Φωνάζει η γη με τη φωνή σου

το πυρωμένο σου κοντύλι είναι φωτιά:

ο ιερός σου στίχος καίει αβάσταχτα

σφίγγει το χρόνο σαν στοιχειό

Όταν η κάνη σε κάνει στόχο

η παγοκερήθρα σου μέγας χορηγός

εμψυχώνει την πόλη της πέτρας αντηχεί η φωνή στα θεμέλια

κι εσύ στη στέπα δεν έχεις να πιαστείς μήτ’ ένα αγκάθι.

*

ΟΡΥΧΕΙΟ ΓΛΩΣΣΑ

Η «επανάσταση» έκαιγε το χρόνο της

Τον τύραννο δεν άντεξες

μες στο πορτρέτο του να μην βάλλεις,

σου επιτίθονταν η άδικη μορφή του

δεν δίστασες τα χαρακτηριστικά του

με στίχους να εντυπώσεις

τόσο η ψυχή σου δυναστεύτηκε

που είπες:Έτοιμος να πεθάνω είμαι τώρα!

Σου επιβλήθηκαν οι λέξεις σαν δίκαιος λόγος

η ευθύνη της αυθεντικής ποίησης,το ποιητικό σου δαιμόνιο,

άδειασες την κούπα με το αψέντι

το γνήσιο ποτό σου ποιητή μύστη:

ήταν το πένθος άτακτο μα τώρα κλαίει η φύση

Ο Ζήνων κόβει τη γλώσσα του και τη φτύνει στη πρόσωπο του Τυράννου

Του Όσιπ η γλώσσα στα τραχιά χαρακτηριστικά φτύνει με βιβλική παραφορά.

*

2.ΝΤΟΜΙΝΙ

Κοιτάμε πέρα

Όταν ο χρόνος είναι εντός μας.

Όταν σε αγκαλιάζω πλέουμε μέσα του.

Φλεγόμενοι.

Anus Mondilianna

Από το μελανοδοχείο του Θεύθ

τραβά η Άννα το στίχο ο Αμεντέο το σκίτσο

νύχτα που κατακλίθηκαν εραστές

Ποιήτρια και ζωγράφος ομοιοκαταληκτούν

κορμιά σε μιά νύχτα ένα

Η γραμμή της μύτης επαναλαμβάνει

την καμπύλη του κορμιού στη γκραβούρα του Μοντί.

Σμίγουν οι εραστές κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα

Άννα! Άννα!

Σώμα ανηφορικό ,

η ψυχή σου Νέβας και μεθώ!

*

ΣΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ

«Η πέστροφα διαλύει τον πάγο»

Το ταλέντο της αν δεν ήταν μικρό ,πικρό πάντως ήταν

Είχε την περηφάνεια της ομορφιάς στάθηκε μάνα και κόρη

στους εραστές της,των θαυσμαστών της μάγισσα.

Προς διαμελισμό των ιματίων της,

θα μοιραστούν όπως το φως

από τα ραγισμένα της μάτια

παριών τα μήλα άχραντοι λαιμοί

φεγγάρι αρτηρίες κλείδες

Το καμπύλο έρεισμα

όταν ο Μπρόντσκι την αποκαλεί

λεοπάρδαλη του χιονιού,

γλιστρά στο χιόνι κι όλα τ’ αλλάζει.

*

3.1814-1841

Μου δίνεις στυλ σαν στην παλάμη σε κρατώ

στιλέτο μου γραμμένο

είναι γραφτό σου εσένα αίμα να σε ποτίζει

όμως εμένα η αγάπη της

αγάπη που στο στιλέτο δεν δειλιάζει

*

Άδειοι μπροστά σ’ ένα πορτρέτο

που το κοιτάζουμε

μα δεν το βλέπουμε

δεν βλέπουμε που μας νεύει

και θα μας αποσπάσει θέλοντας και μη

κρυφό θαυμασμό.

Ό,τι για το ζωγράφο είναι χρώμα

για μας είναι αόρατο όσο το σχέδιο που το στηρίζει.

*

*ΕΓΩ =ΕΙΝΑΙ ,το πιστεύω του Μαντελστάμ
1.Πρόκειται περί του Όσιπ Μαντελστάμ
2.Άννα Αχμάτοβα
3. 1814-1841 Μιχαήλ Λέρμοντοφ

————-

Μαύρο πουλί

Σε ένα σπιρτόκουτο με καμμένα όλα του τα σπίρτα
ήξερε να παραφυλάξει χρυσό φλουρί

Το ατσάλινο έγινε θρύμματα κυκλωμένο τη λέξη του
Εκκωφαντικός χρόνος σαρώνει τη στέπα.
Χρυσόλιθος στην Πόλη της πέτρας
αναδιπλώνει μαύρο παλτό λευκές νύχτες
Νέβας σφίγει σπείρες
ανασηκώνονται τρόϊκες στα τέσσερα
το χιόνι πήγε ΔΩΔΕΚΑ(τράχ τα ρα τα ταχ)
ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΧΑΛΙΝΗ
Έκτωρ Π.10 Μάρτιος 2008

————

Αχμάτοβα

Το σώμα της
σαν να σκάφτηκε
– λατομείο
γιά να χωρέσει
Requiem

Επί Τρία

barn-swallow-spring-alive

 

http://staxtes.com/2003/?p=8672
—–

Τι με κρατά στην άγρια γη

Η εικόνα ξανάρχεται καθώς στη γλώσσα
στάζει από το ποτήρι του ο έρωτας
το κόκκινο κρασί του.
*
Ακρονήσια της ενδοχώρας πεθαίνουν και δε θρηνούν
αναμένουν την άνοιξη τις κραυγαλέες κουτσουπιές
τον άφωνο θρήνο με την ψιλή βροχούλα
που τρυπάει το νιόσκαφτο χώμα
τις φλαμουριές με τα σκουλαρίκια
να στρώνουν τους τάφους στα λευκά
καθόσο ακούνε το θυμωμένο βουητό της ποταμιάς
τον στοιχειωμένο άνεμο που φυσά
από τα παγωμένα βουνά την ώρα που ρίχνουν
τις τελευταίες ακτίνες και καταφλέγονται
σαν πυρωμένοι φούρνοι στο χαλίπωμα
*
Όσα άγγιξαν τα χέρια τώρα μόνο μνήμη
σπιθοβολά στην όχθη η στεγνή γκρίζα πέτρα
αντιφεγγίζοντας το κρύσταλλο των ορμητικών χειμάρρων
οι γέφυρες πεσμένες ,έγινε άβατος ο νησαίος λόφος
μόνο δια της μνήμης προσβάσιμος
στις κρύπτες μόνοι παλιοί απόηχοι προσευχών
και σβηστά λιωμένα κεριά πολυκαιρισμένα
με μανδύα από χυμένο ασήμι μαυρισμένο
πενθεί ο ναός την κάθε μέρα πικροσάββατο
Όσα άγγιξαν τα χέρια τώρα μόνο μνήμη
-η βουβαμάρα κάτω απ την πένα της βρήκε μιλιά-
*
ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ ΤΟ ΦΤΥΑΡΙΣΜΑ
Με την ειλικρίνεια του ποιητή
ένας αποχαιρετισμός πέρα απ τα γήϊνα
από το βάθος της θλίψης
το αναγκαστικό πένθος
που με την υπεροψία του ζώντος
ατενίζει το φέρετρο να διασχίζει το χρόνο
προς τα έσχατα.Η γραμμή της μοίρας
ακαταδάμαστη ταπεινώνει το βλέμμα
καθώς το φτυάρι ρίχνει το τελευταίο χώμα
εκεί που πιο χαμηλά δεν έχει.
*
Ο Τ. έσκαψε ένα αμπέλι και το χάρηκε
από κοντά κι από μακριά λίγο αλλά με ένταση
πέρασε λαμπερός κομμήτης τη ζωή σχίζοντας
τον ουρανό της με την αλκή του όπως το χώμα
Ένιωσε στον ουρανίσκο τη φλόγα από τις ρώγες
της ζωής.Έσταξε μέσα του ρουμπίνι από κρασί
Όλα δικά του φτιαγμένα.Κι όλα μή δικά του.
Ο πόνος να φεύγεις στα εικοσιτρία είναι των άλλων.
Με τα χρόνια,των γύρω η φθορά κάνει
το περιστατικό να λάμπει,η μνήμη γίνεται νιάτα
και το κρασί από θαμπό παίρνει διαύγεια ρώγας
που ωριμάζει στο υποστατικό του.
*
οι όχτοι,του χρόνου που κυλά, το άπειρο,
και ρίχνει τη λέμβο μας σε καταρράκτη
*
Όποιος θρηνεί πρέπει να κρύβεται
μα και το γέλιο λίγο παράταιρο
Επιτρέπεται μόνο η χαρά στα σουπερμάρκετ
Μη θλίβεσαι που οι πολυκατοικίες γερνάν
που οι κάθετοι τοίχοι τους είναι σκληροί
για να σου τυραννάν και εμποδίζουνε
το βλέμμα.
*
Εδώ αραχτός με τις λέξεις σου μέλι

———-

Χρονοκάθαρση

«έφερα το βουνό εδώ κάτω
σάς έδειξα τις πλάκες του»

Να βλέπεις με τα μάτια σου το βουνό να αναδύεται
από τα βάθη των θαλασσών της κρητιδικής
γεμάτη η ράχη του κοχύλια όστρακα
και η γενιάδα του από φύκια
ΞΕΡΙΖΩΝΟΝΤΑΙ ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΑΠ ΤΗΝ ΨΥΧΗ
Τριζοβολάνε ρίζες καιόμενες
από άλλες μνήμες γινατωμένες
Το αίμα δεν κρύφτηκε-
Θέλω να αμυνθώ για την πατρίδα
μα αυτό που λέω πατρίδα δεν υπάρχει
τό ‘χουν ρουφήξει οι υποτελείς
στις αλλότριες ρήτρες
Η μύγα φτύνει
Η ανημπόρια μας χτίζει απειλή
γύρω απ την πόλη-
σε άλλο χρόνο φάνηκε μύρο
ο εξωραϊσμός,τώρα πυκνώνουν σκοτάδια
στην ανέχεια-
η πλάκα ξεφυλλίζεται,σελίδα
μαρμαροπελεκητή
αληθινή ουσία των πραγμάτων
με αυτό το γλυκό,γλυκό
που με τελειώνει-
*
Η δικαίωση της φωτιάς σκορπά στο αγκάθι της

Κυματίζει η πράσινη θάλασσα
των πεύκων μέσα σου
Νιώθεις ένα κύμα από άλλη θύελλα
Τώρα η ψυχή ένα είναι με όλες
τις θάλασσες του κόσμου
Λευκά σύννεφα τρέχουν σε γαλάζιο οθόνιο
προβολές από την ταινία την παναρχαία
σε επανάληψη ξανά και ξανά

Η γη ένα στρογυλό παίζει με το αχανές
με μαγνητικό ρυθμό στροβίλισμα

Ένα πέτρινο χελιδόνι διασχίζει το αέτωμα

Γράφω με παιδικό μολύβι που θυμάται
τα πρώτα μου βήματα
τη συναισθηματική διαύγεια

ράβω το ποίημα στη φόδρα της ζωής
θα παλιώσει στο ράφι με τα άλλα κρασιά. 30.1.15

—————

Του βορρά καράβι

Ξεριζώνω από μέσα μου ένα ένα τα γήινα
είμαι ένας άλλος με το χυμό του ήλιου
πότε νεκταρίνι πότε νεράντζι
Πώς τα κρουστά κορίτσια καταφρονείς
δωρίζοντας τα άξια τους δώρα στη στάχτη
γιατί μας ρίχνεις δαίμονα γελαστό κρανίο
στη βασιλική οδό καταμεσήμερο
γιατί δίνεις στα κόκαλα σαράκι
το αίμα να φθείρεται στην ανοιξιάτικη
υγρασία να πιάνουν σκουριά οι αρθρώσεις;
Ζήνων!Ακίνητη πετά η σαϊτιά του χάρου
που στο φως του ήλιου ρίχνεται καταμεσίς στα σπλάχνα
άχ, στης χελώνας το καυκί σκοντάφτουμε
μοιρολογούν νηρηΐδες δίπλα στο κύμα χωρίς δάκρυα
βάρυνε το βήμα,οι φτέρνες στο τάχος τους
φτερώσανε το βέλος
η χελώνα χάνεται στο μάκρος, με τον ήλιο
Αν η μοίρα τα είχε φανερώσει όλα
θα ζούσαμε έναν εφιάλτη χωρίς ύπνο
Μες στης ζωής τη σκοτεινιά όπου χάνεται το μάτι
ο χρόνος εργάζεται,ο θάνατος σκάβει , γουβώνει.
Φυσάει!Σηκώστε πανιά,πιάστε ζωή
Καυτός βράχος δείχνει το στέρνο του
περιβάλλεται χλαμύδα νύχτας κι ερέβους
Ψυχή μου φίλη
μην τρέχεις αθάνατη να γενείς
εδώ στα πρακτικά, τ’ αρχινισμένα
κυβερνήσου,βάλλε χρόνια όσο μπορείς
πιο στέρεο πράγμα από τη μηχανή του βίου
δεν θα βρεις,ξαστόχα,ξέχνα το μάταιο
ρίξου στην πολυτέλεια του ματιού,στη μόνη
πράξη που αρέσκονται οι θεοί,τη ζήση
ρίμα ρυθμός σαν το κισσό
ρίχνονται στη σελίδα: ό,τι είδες ,είδα!

Σκιαγραφία

Βενσεν

φωτογραφίζω σημαίνει διαγράφω το αντικείμενο
βλέπεται αυτό που δεν υπάρχει

το φωτογραφημένο δεν υπάρχει παρά ως έγκλειστη σιωπή,
κομμένο φως ,συγκοπή ακαριαία ζωής

όταν σημεία και τέρατα το ορατό είναι μαγεία του ματιού
αιχμαλωσία του βλέμματος εικόνων απορροές

η φωτογραφία λέει:δεν έχεις μετά είσαι απαράλλακτα το «ήσουν»
είσαι μόνο παρόν σε διάρκεια ,διαψεύδεις κάθε αλλαγή

αλλαγή απαραίτητη που είναι για να μένουν τα πράγματα,
που αλλιώς δίνη χρόνου τα καταπίνει, ότι δεν ενεργεί πεθαίνει

η αλλαγή προάγει το διατηρήσιμο το συντηρεί με μέλλον
ένα κάτι που ζυμώνεται με «ήν είναι» και υπάρχει

σείοντας το διατηρημένο παρόν την αδιάστατη εικόνα
επανεγγράφοντας η ε μ φ ά ν ε ι α κάνει το στάσιμο αναστάσιμο

ΑΘΕΑΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

θα

Όλοι οι ισμοί είναι προορισμένοι να ξεπεραστούν πριν εκπνεύσουν τα τριαντάχρονα της θλίψης Με ποιους θα πας; Μ’ αυτούς που αγαπάς.Κι οι επαναστάσεις μόδα ήταν,και πέρασαν, ένας δρόμος παράλληλος της βιομηχανικής επανάστασης, η βιομηχανία ξεπεράστηκε και η αμηχανία των κοινωνιών. Σήμερα η τεχνολογία είναι αυτόματη η διαδικασία της αλλαγής της αυτόματη.

Η ψυχή αυξαίνει μαζί με τη γενιά της. Κι αν δεν ξέρει να παίξει μένει για πάντα ανήλικη. Έτσι το βρήκε να ζήσει σαν αποκάλυψη ιστορίας. Έτσι το βρήκε. Καθένας εποικεί το ποίημα που φτάνουν τα χέρια του. Έτσι είναι.

Ζυμώσεις με το αζημίωτο. Λύσιμο Αρμών,ξαρματωθείτε, άμοιρος της εμπειρίας, του κόσμου της εργασίας, του επιχειρείν, θεωρητής. Ναι έλκεται μοναδικά όπως ο κόσμος εκείνος που ζητά το ανοιχτό,έλκεται από το αίτημα του καθαρού, του αμιγούς, συγχέοντας τη λάμψη του ποιήματος με τον πραγματικό κόσμο. Την παράσταση νοήματος με το μη επιδεχόμενο κατεργασία.Εκπλήσσει το πόσο απέχει από το να αναγνωρίσει την τραγική στιγμή και το τι υποδύθηκε. Εκπλήσσει το μέγεθος της παρανόησης ,του ιδανισμού,παρότι λέει πως το έργο είναι μακρόπνοο κι όχι αναγκαστικό αλλά ιστορικό. Από τα αδιέξοδα μιας μοίρας δοτής, κεφάλια μέσα,πέρασα τις σελίδες σαν φιλμ της μνήμης όπου παρέλασε η ζωή της νιότης μας, κι ήπια το παλιό της κρασί χωρίς να ξινίσω το μούτρο.

Υπήρξε η φυγή μας. Υπήρξε. Σαν αποτοξίνωση. Σαν αλλαγή για άλλο αλκοολίκι. Η φωτιά ήταν αδιέξοδη. Σπουδάζοντας την Ελλάδα γιατί είναι ένα από τα μέρη του κόσμου όπου μια στιγμή της αλήθειας έλαμψε, κι αυτό δε σβήνει.

Παρασημείωση: 1. Η γλώσσα ξέρει πολλά γι’ αυτό το μέρος αλλά δεν έχει λόγια να τα πει.
2. Προσκύνημα στο τοπίο της γέννησης.
3. Ξέρω μόνο μια τρύπα, που αντίθετα με όλες τις τρύπες το άδειο της είναι πιο πλήρες κι απ’ το νόημα. Είναι όπως η ζωή που την παραμονεύει η τρύπα του τέλους, κι όμως αυτή η τρύπα δίνει νόημα. Η ζωή άρα παίρνει νόημα από το κενό της. Έτσι είμαστε μας γεμίζει το άδειο, άντληση μηδενός κάνουμε για ύπαρξη και δεν πιάνουν τα τσιγκέλια.

Ας πούμε ένα τσέρκι φλογισμένο δε στηρίζεται στο μηδέν του; Περπατώντας τις αντιφάσεις,πατάς σάπιο σανίδι και συνέρχεσαι.Η ζωή μπορεί να περπατά ορισμένως μόνο και μόνο όταν αναγνωρίζει το όριο, τις ακμές του κύβου της επειδή την κυβίζει θάνατος,κιβούρια και ζαριές πριν τα ζαρώσει ο χρόνος.

ι) Υπάρχει φαινομενολογία τής αντίφασης. Περπατώ την ελευθερία πάνω στα κεφάλια των δούλων;
ιι)Περπατώ το κλειστό μέσα στις σφαίρες που στρέφουν το κοίλο προς τα έξω,φυγόκεντρα με κλαδιά φηγός.
ιιι) Ανοίγω το ψαλίδι του χρόνου πέρα από τα όρια, τις τροχιές του χρόνου. Εκεί θα ήταν το χέρι του ψαλιδοχέρη.

Τι θέλω; Να προκύψει το ψαχνό χωρίς φόβο και πάθος ,η τραγωδία μας είναι άπαξ.

Πως να δω την ατολμία; Από τη ρήση: Όπου συν δυο συντρείς κι εγώ ανάμεσά τους, ή είναι το τίμημα πράξεως που φιλείται; Έτσι γεννιέται ,γεννάται, το θάρρος.
Μπορεί όμως η επιλογή βίου να επανακάμψει; Όχι, λέω αδίστακτα, όπως και τότε. Δεν έχει γυρισμό, τα πράγματα είναι ΗΑΡΑΧ = άπαξ. Όπως το λέει ο Αριστοτέλης για την τραγωδία. 
Άξιζε να δεις κι από την άλλη όχθη, της μαθητείας μέσα στις λέσχες,μάτι που ωρίμαζε από κύκλο σε άλλο κύκλο, ένα νόημα τους έτρεφε κι ο κίνδυνος σύμφυτος της νεότητας,η διακινδύνευση θα πω, συνάπτεται στης αθωότητας τον καμβά, επειδή οι έρωτες έχουν ρίσκα, κι ακολουθούν του πνεύματος τους νόμους, με άλματα μπαίνεις στο νόημα με άλματα και καμπές σαν τις ηλικίες που ώριμες βγαίνουν με το χρόνο και τότε σαν ιστορία τολμούν. Τολμούν να κάνουν διατομή ν’αγναντέψουν, να αντικρίσουν τι έκαναν και τι θα κάνουν κόβοντας τη συνέχεια με ασυνέχεια.Η πνευματική σου οικογένεια θυσιάστηκε και αυτή στου μονήρη τις κλίσεις.

Μη διστάσεις. Την ώρα της αναστόχασης είσαι πιο νέος παρά ποτέ να εκθέσεις τις αποτυχίες σου με πρόσταγμα το στοχάσου κι ας αποτύχεις.

Είναι η κατάλυση όποιας νεωτεριστικής πρόθεσης οριστικά, το παράδειγμά του. Όσο κι αν εστιάζει το πραγματικό κάτι σαν μεταφυσική τον σπρώχνει μακριά τόσο που το λευκό του επίτευγμα μαυρίζει και ξέρει: Τίποτε δε μένει στα χέρια μας γλίστρησε το παν και μαζί του εμείς.Η πρώτη και ύστατη πιστολιά των χεριών μας αφορά τη δική μας καρδιά.Ένας που αψήφησε τον κόσμο χωρίς να τον πάρει αψήφιστα.

*

Ύστερη κρίση του Βιτγκενστάιν, η ρήση: «Μην εμπιστεύεστε όποιον θέλει να σας κάνει χαζούς» και το γαλατικό υπερεγώ που βρήκε την πιο καθαρή του έκφραση.
Τι πίστεψε; Ότι είχε μπει στο βυθό του καιρού ή μάλλον στον πυρήνα του χρόνου, στο βάθος της ιστορικής στιγμής, το αρνητικό επί το έργον.
Όλο το επαναστατικό παρελθόν στους ώμους του,ένας Νάρκισσος της Ιστορίας; Της πρακτής ιστορίας. Στρατηγείν.Μπορεί με ένα τρόπο κάποιος να συνηθίσει την ειδικότητά της επανάστασης ή και πιο μερική ειδίκευση, ας πούμε τη διάδοση, τη μετάφραση; Οι αλητείες του βίου είναι όσοι και οι αλήτες της ζωής.

Σίγουρα επιζητήθηκε ένας άλλος άνθρωπος μια άλλη κοινωνία. Ζητήθηκε ή των πάντων εξαλλαγή.Ποιός ή ποιοί θεοί θα το αρνηθούν; Από τώρα και εδώ κύριοι Μεταφυσικοί. Ευρέσεις και όχι αιρέσεις. Τρέλα και βοτάνια της λήθης,δεν τα εφεύραμε εμείς. Επιπέσανε. Σήμερα μπορείς να λες: Κάναμε, πράξαμε τόσο λίγα που σβήσανε στο λεπτό τα ίχνη. Υπήρξαμε οι πρώτοι εμείς αρνητές και των πράξεων μας, της θεωρίας που μας στροβίλιζε.Δες τόσοι θάνατοι το μαρτυρούν: είχαμε κηρύξει θάνατο στη μνήμη, η λήθη το υποδέχτηκε με χαρά. Γιατί μέσα στη λησμονιά μας, μέσα στη λησμοσύνη,προσγράφαμε αστόχαστοι τη λήθη.

*

Η σκακιέρα του χρόνου, αυτός που απομακρύνεται πλησιάζοντας. Τι επιλέγω; Παραδοχή της ήττας.Δε μας αδικώ, δε μας μέμφομαι στο μικρό σχολείο της Ελλάδος δειχτήκαμε ανίσως μικροί. Δόξης αμάθεια.Γράφω τις αποκλίσεις πέραν των μοιρογνωμονίων. Μοιραίες αποκλίσεις. Μοιραίοι πτερυγισμοί. Έπρεπε, οφείλαμε να μεγαλώσουμε. Η υπόθεση που μας παραμόνευε δεν είχε  δικό μας κύρος. Στο καμίνι της ζωής μπήκαμε ανέτοιμοι, άσκεφτα. Και προκείμενες και συμφραζόμενα μας ξεπουπούλιαζαν: Το πίσω ολοταχώς σήμαινε τη διαφύλαξη. Είχανε προκύψει τόσοι σχισμοί, τα πράγματα άλλαζαν άρδην. Έπρεπε να φύγουμε από αυτή τη νύχτα που μας υπονόμευε στυγνά. Τι είχαμε να διαφεντέψουμε; Ούτε τόπο, ούτε χρόνο. Τότε τι; Δεν είναι το τομάρι μας που το είχαμε διαθέσει, έτοιμοι να πληρώσουμε μετρητοίς. Ήταν που είχαν πέσει υπέρμετρες αντιπαλότητες μέσα και έξω κι υπήρξαμε ανέτοιμοι με όλα τα μέτρα. Και σήμανε υπέρμετρα τούτος ο ήχος: Τους ζυγούς λύσατε. Σωθείτε “όποιος σώσει τον εαυτό του σώθηκε”. Όσο εφικτόν ανθρώπω.

Αν κοιτάξεις το ήθος εκείνου του καιρού έξω από το παρεΐστικο, έμπαζε από παντού. Μείωνε όλο τον κόσμο για να προσθέσει στον αρνητισμό τον δικό του. Μπορεί κανείς να μιλήσει υπό αυτές τις προϋποθέσεις για ξεπέρασμα του διαχωρισμού; Ή να πεις ότι η περιχαράκωση βοούσε; Οφείλαμε επί ποινή αφανισμού να μαλακώσουμε, κόβοντας αυτό το βήχα της έπαρσης και δένοντας εαυτό στο ρυθμό της ζωής.

Από το είναι και χρόνος πέρασε στο τίποτε λιγότερο από τη διεκδίκηση του χρόνου αυτού του μη όντος αυτού του όχι ακόμα ως χάος και χρόνος. Βίωση του φευγαλέου μέσα από τον ατμό του. Χρόνο βασιλιάδες μου αυτό που έχουμε όσοι δεν έχουμε ρίζες. Φαινομενολογία του πνεύματος από όλα τα χέρια. Hegel: Συνόψισε διαλεκτικά όλη τη σοφία ως Σοφιστική και φιλοσοφία, -Ζόφος, Γνόφος, Αγνωσία και Γνώση – Ο Πλατωνισμός είναι μια διαλεκτική του φιλοσόφου με τη σοφιστική υπέρβαση.

Ειδικός του τίποτα ή σπεσιαλίστας επαναστάσεων; Πάντως εξέφρασε την επανάσταση της καθημερινής ζωής, της κάθε στιγμής. Τη δόξα του εφήμερου.Από δω απορρέει Καστοριάδης της θέσμισης δηλ. Της συνεχούς επανίδρυσης. Καθόλου άστοχα συνόψισε τη μέγιστή του συγγένεια με το Γοργία: “Περί του μη όντος”. Κι αν ήθελε κανείς να μελετήσει σοβαρά τι σημαίνει αυτό, το συμπέρασμα θα ήταν σπουδαίο. Γιατί στρέφει τη μάχη περί τής ουσίας αντιπλατωνικά, εδώ στο πράγμα ενώπιό μας, τη σοφία του πραγματικού, τη σπουδή,με τις δυο του έννοιες,επί τω πράγμα, τη δόξα των αισθήσεων, το μη – ον. Ο Γοργίας ορίζει ως μη – ον τον κόσμο του ανθρώπου, θεμάτισε αυτό το μη – ον ως πράγμα που οφείλει να έρθει, σαν την ελευθερία, σαν την αλήθεια στρατευμένη στη στρατηγική του. Από την ουσία στην ύπαρξη.

Οι απεξαρτήσεις πετυχαίνονται κόβοντας το γόρδιο με μαχαίρι γοργείων σχημάτων. Ήταν κυρίως μέσα στη χώρα τους, που δε μου έλεγε τίποτε το παράδειγμά τους. Είχα δε περάσει σε μια ηλικία που ζητούσε τον εαυτό της και έβαζε τα όρια του βίου. Από την άλλη οι καιροί είχαν εξελιχτεί σε κάτι άλλο και το παράδειγμα είχε εκφυλιστεί σε φιλολογία. Η αποσύνθεση αυτού που λέγαμε “κίνημα” ήταν ραγδαία και ολοσχερής. Ειδικά του στενού μας κύκλου το πικρό περίγραμμα πορείας, σκιωδώς ξέβρασε τις επιλογές. Ο καιρός έπεφτε προς τα πίσω. Ενδεχομένως και είχαμε παρεξηγήσει πολλά. Στην περίπτωσή μας επέπεσε το στενά πολιτικό εγχείρημα και είχαν παραληφθεί καίριες πτυχές του θέματος. Από την άλλη η φαντασία περιοριζόταν σφόδρα και αυτό φαινόταν με γυμνό μάτι.

Η εφήμερη σκοπιά είχε εφήμερη τροχιά,και καθώς στο χαράκωμα οι αντίθετες δυνάμεις είχαν ρίξει υπέρμετρα μέσα, έγερνε αποφασιστικά πάνω μας μέχρι πνιγμού μας η δύναμη πυρός: Φύγαμε μέχρι τη γη του πυρός. Και πράξαμε σωστά καραδοκούσε μετατροπή σε επαγγελματισμό.Επιλογή μας σε μια πτυχή της ελευθερίας να ανοιχτούμε. Εκείνη που δεν δεσμεύουν ρήξεις με τον περίγυρο ,ροπές,  ψυχαναγκασμοί, μα που εξατομικευτικά αναζητούν τον τρόπο μιας βιωτής καταδέξιμης. Δεν ήταν λάθος είχε μετρηθεί ο δρόμος της φωτιάς με μέτρο το πυρ: θα είμαστε του εξής τα αποκαΐδια. Οι ρέμπελοι που λησμονούν και το αίτημα μεταφράζουν: Μεταγραφές. Ζήνων: κόβει τη γλώσσα και τη φτύνει στη μούρη του Ιέρωνα.Και όταν η γλώσσα μιλάει καθαρά θα ήθελαν πολύ να την κόψουν”. Ο φιλόσοφος νους δε θα διστάσει θα κάνει το ολοκλήρωμα όλων των εμφανίσεων σαν σε κρύσταλλο που σχηματίστηκε στα βάθη του ανθρωπεύεσθαι και εκεί σαν σε μια υψώτερη διάνοια θα εκφερθεί ο λόγος.Το Α δεν είναι Α.

Μια δεύτερη στιγμή της νεωτερικής ιστορίας ,κατεδαφιστές ή έδαφος, όπου οι θαλάσσιες δυνάμεις ως γεωπολιτικά κυρίαρχες θυμίζουν Ρώμη έναντι Ελλάδος: Από τη μια η ισχύς, από την άλλη το πνεύμα. Έτσι εκφράστηκε ως Διδάσκαλος , μόνο που τη σταύρωση, το κώνειο, το επιφύλαξε στον εαυτό του όπως κάθε του ετυμηγορία,  και υπήρξε άτεγκτος με τους μαθητές του. Είναι η αντιστροφή παραδείγματος. Θα δούν οι καιροί μαθητές;
Αν και η εποχή δεν έχει χρεία αύρας όμως μια αύρα σκοτεινή συνοδεύει τα βήματά του. Μόνο που δεν περίμενε η ιστορία τον Ν. να της διδάξει ελευθερία και αλήθεια. Έτσι, τόσο μονομερώς επηρμένη φράγκικη διανοητική υπεροψία. Σκύψε κιοτή.Γιατί να καταδεχτεί κανείς να υποταχτεί στα κελεύσματα του αναντίρρητα; “Το μαχαίρι στο χέρι” και τι έκοψες;

Έτσι εκφράστηκε; Όπως θα όφειλαν να μιλούν όλα τα στόματα, όπως θα όφειλαν να πράττουν όλα τα χέρια.Και την αλήθεια “και την ελευθερία” ο κόσμος, ο κόσμος θα υποχρεωθεί ν’ αγαπήσει. Μια άλλη πόλη θα βρεθεί, πιο άλαλη απ’ αυτή; Βίοι και Πολιτείες.

Να διακρίνουμε τις υλοποιήσεις της ιστορίας, καθώς και τα ειδοποιά στοιχεία, τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης σκέψης, πώς τίθεται το πνευματικό κίνημα και πρόβλημα. Με ποιές θεωρήσεις ανοίγουμε κόσμο κατανόησης, επειδή από δω πιάνεται όλος ο άνθρωπος που ζητάμε. Δικαιώνει κάθε εποχή τον άνθρωπο που φέρει μέσα της, αφού κάθε άνθρωπος ορίζεται ως αυτοσκοπός, ως πρόσωπο, ως απορία; Και αφού παράδειγμα δίνει ο άνθρωπος που έφτασε να κατεβάσει λεπτότερο πνεύμα και νόημα εδώ κάτω, στην κοινωνία του ανθρώπου,η αξιολόγηση, έτσι προτείνεται. Εξάλλου αυτό είναι που δουλεύω και ζητώ να βρω, για να οδηγηθώ και να το εκφράσω αυτό από πνευματική υποχρέωση. Στο Αθηναϊκό μας κέντρο, μαζεύοντας νόημα, ο καλλίτερος ιστορητής, σιγοψιθυρίζοντας θα ακουστεί διαρκέστερα, βαθύτερα, λόγος που θα δράσει στη γενιά του κι ίσως διαχρονικά. Το πιο τέλειο, πιο πολύ θα διαρκέσει.

Αν γυρίσεις το αίτημα στο μεσαίωνα όπως τον έχουν δώσει κάποιες σχολές, γιατί ο μεσαίωνας δεν υπήρξε τόσο ακίνητος όσο τον εμφανίζουν, δηλ. την πραγμάτωση της φιλοσοφίας,το ξεπέρασμα της τέχνης, εκεί συνέβησαν μέσα σε ένα ομαδισμό, μια ομογενοποίηση,οπότε; Βέβαια το αίτημα προχωρά, δε θέλω να το μειώσω παρά να το συσχετίσω για να διακρίνουμε.Το μαντρί της νεωτερικότητας τι άλλο θα διατυπώσει από αυτοδικαίωση,η μόνη οδός,αφέλεια να το πεις;

Η εποχή των sleeping bags.

Θα προτάξουμε ένσταση,πρόκειται για μονομέρεια,δεν έχει λυσιτέλεια. Γιατί για παράδειγμα τι θα πει ότι στερείται ταξική συνείδηση η τάξη της ιστορίας.όταν μεγαλοστομώντας αποστομώνουμε τον κόσμο,ευφυΐα μιας κοπής; Άπαγε.

Γιατί πια ο χρόνος τα χώνεψε όλα κι από το χώμα τους θα χρειαστεί να ξαναπλάσουμε τις αργιλώδεις μορφές. Μαζί χώνεψαν και τα αισθήματα .
Δε σκουντάμε πια, δεν παραπατάμε. Κρατάμε ότι αντέχει, συναντάμε ότι έχει φως, με το ενδεχόμενο να είμαστε και μεις πιο φωτισμένοι.Αν είναι έτσι τότε ίσως το μάτι μπορεί να συνθέσει, επειδή κάτι μυριστήκαμε, κάτι μηρυκάσαμε από αυτό που λέγεται ανάλυση.Ο προσανατολισμός είναι καθημερινή μέριμνα.

Κάθε μέρα κάνουμε θεωρήσεις βημάτων ανεπάρκειας,αργοπορίας,ολιγωρίας. Αναγνωρίζουμε και το μεταίχμιο. Είμαστε πάνω στην κόψη του ξυραφιού, πάνω στη στενή κορυφή.Και το θεωρούμε αυτό. Είναι έργο που συντελέστηκε με πολλά χέρια, και με πολλά χέρια ή και περισσότερα του παρόντος θα γυρίσει σελίδα η αθηναϊκή ανημπόρια. Πόσα χέρια θα το περάσω; Όσα να αστράφτει πάστρα. Από δω μπορώ να κοιτώ πια. Εξ Αθηνών. Είμαι στο άστυ. Τη διάρκεια μιας γενιάς στο άστυ, αυτό συχνοκοιτώ, αυτό θα βαθύνω, μέσα από την πείρα που συνέλεξα, μέσα από τους στυγνούς διαγκωνισμούς που μαλάκωσαν τις γωνίες της άρνησης των συναφειών,συνάφεια με τα πράγματα, και δεν έχω αφομοιωθεί σε κανένα σινάφι,όλο αυτό έμεινε πίσω. Καταπίνω πίσσα κατράμι. Αυτή είναι η μοναδική μου νίκη και ταυτόχρονα μοναδική ήττα μου.

Κάλλιστος: Αυτός που έχει υπερβεί τον καλλιτέχνη. Οι διαδοχικές τομές στην πορεία της δυτικής κοσμοεικόνας. Από ποιές πηγές νοήματος; Η πράξη θεωρώντας έδει δείξαι. Έτσι όλη η Ερμηνευτική δέχεται ένα πλήγμα που δεν είναι απλά τομή. Κοσμογύρισμα. Κλάψε. Η νιότη δεν είναι πια εδώ. Κλάψε. Το κρασί είναι νόθο. Κλάψε. Με ποια δάκρυα; Το γοργό ξετύλιγμα του χρόνου συμπαρασύρει τα χνάρια Φαίδιμε Οδυσσέα. Ήταν μια εποχή, η ιστορία πέρασε. Τι επιτηδεύεσαι; Ζωή!

Είμαστε ήδη αλλού. Η ώρα που ο Ρεμπό λέει:Σκατά για την ποίηση, όλα είναι πάγος στις οθόνες του κόσμου μέχρι έξω στο σύμπαν. Εκείνο το άλγος ποιός νόστος το κεντράρει; Οι άνθρωποι της δράσης έχουν αλλεργία στην παράδοση, γιατί είναι παραδομένοι στο παρόν, αναγνωρίζουν μόνο μια διάσταση στο χρόνο. Βάζουν πόδι στην ιστορία; Το χέρι της ιστορίας τους έχει αδράξει.

Αστιγματισμός: Για να μην βλέπω τις στιγμές. Στάξε λεμόνι σε γυαλιστερή! Αυτοδιαψεύσεις, με το ρεβόλβερ στην καρδιά τι να βγάζεις; Θα επισημάνω μια άτακτη υποχώρηση που συμπαρέσυρε τους πάντες και τα πάντα. Από κακές επιλογές όλα εκείνα τα νυσταγμένα μάτια, από πτήση έρωτα τυφλή. Κι όμως μπορούσαμε να εμμείνουμε με επιτελικό σχεδιασμό,το υποθετικό όμως δεν έχει υπόσταση, όπως το αναποφάσιστο δεν έχει μοίρα.Το πεπρωμένο ή το σχεδιάζεις ή σε πλακώνει σα μοίρα: νόμοι του πνεύματος. Το πνεύμα όταν υπάρχει πετά, η έλλειψή του ούτε που περπατά. Αδιαψεύστως, άκου τα κύματα,κάθε καινούριος χορός της κοινωνίας σε χαλί αίματος. Χέρια οικογένειας βάφουν το υφαντό της τραγωδίας.Το μπούμεραγκ άν δε βρεί στόχο πισωγυρίζει.
Ποικίλα βότανα της ασφάλτου και φρούτα,υπάρχουν πολλοί τρόποι να εντοπίσεις το ψέμα, αλλά το σημαντικό είναι να του στερήσεις το χρόνο βάζοντας φωτιά στους δρόμους, φράγματα φωτιάς στο κύμα των ακρίδων. Η μια πληγή παρήλθε. Μένουν οι έξι πληγές του Φαραώ.

Το παθιασμένο δράμα όσο κι αν το κάνεις εικόνα, η εικόνα η συνολική του θα σου διαφεύγει σαν άμμος απ’ τα δάχτυλα: Ό,τι έζησες έχει γλιστρήσει μαζί με το χρόνο του. Ότι ζήσαμε σκόρπισε σαν αστερισμός πυροτέχνημα, δεν ξαναμαζεύεται. Ήταν μια φορά νήπια γαλούχηση, μετράς τις φλόγες που κινούνται ακίνητες και πίσω σου συντροφιά, η σκιά σου στον τοίχο: τρεμοπαίζει, ανταύγαση φωτιάς. Ακόμα και οι Αζτέκοι χρειάστηκαν την επαναφήγηση σφαγών σκαλισμένη στην πέτρα: Το αφήγημα της πέτρας, πέτρας λαλιά, λαλιζόπετρα.

Όπως το φως του ήλιου που παράγει αυτό που φωτίζει,η εποχή παίρνει φωτιά από το χρόνο που της ανάβουμε αγωνιστές και πρωταγωνιστές. Στο παιχνίδι της ιστορίας εποχή κοινωνίας, η σοβαρότητα της υπαρξιακής κατάστασης κάνει την επήρεια των ιδεών σοβαρή υπόθεση.Σκισμένο μονοπάτι όπου το δεξί ίχνος αντιμάχεται το αριστερό. Ένα στ’ αριστερό, δάκρυ,δύο στο δεξί, δάκρυ, ανάμεσα το κενό. Στο καμίνι της γης.
Τι θα κατέγραφα; Γιατί πήγα στη σπουδή του μαύρου από ανάγκη να ανιχνεύσω αδιόρατα φόντα, ότι χύνεται πίσω από τις οθόνες της ζωής. Να ξαναθεωρήσω τα αφανή, τα άφαντα κι όχι τις προφάνειες. Έπρεπε να στήσω εαυτό διαγνώσεως κι όχι να με σέρνει το κύμα σαν παλίρροια κι άμπωτη. Τώρα ψάχνω. Και βλέπω τα ίχνη ως Θωμάς, ανασυνθέτοντας το νόημα του πικρού μου νόστου: Οι γεύσεις της μικρής εστίας με κυριεύουν: Κύριε συγχώρεσε τα ζωντανά,όταν όλοι θέλουν να συγχωρούν τα πεθαμένα.

Γιατί σαν άδειο δοχείο είχαμε βουτήξει απότομα στον πάτο και μας κυρίευσαν μαύρα νερά αδειάζοντας και αδειάζοντας όλο και πιο πολύ πίνοντας από πληγές. Σαν τον διψασμένο που επανεπιδημεί και τρέχει να πιει κατευθείαν από τη βρύση στην πλατεία του χωριού του. Επειδή ο ταξιδευτής διψά τα δικά του νερά. Αυτά βρίσκουν τον πάτο της δίψας, δίψασα κύριε. Ο κύριος οικεί την κορυφή του δικού μας βουνού. Από κει ρίχνει αστραπές που φωτίζουν κι αστροπελέκια που καίνε: “Θέλεις να σου φανερώσω την αλήθεια με το τσεκούρι;” Συναντάς αυτό το θεό σαν από την κορυφή του εαυτού, από τις κορυφές φωτοβολεί το πνεύμα του κόσμου μας.

Καήκαμε κύριε σαν από λόγια ευαγγελίου. Συγχώρεσέ μας ποιμένα τα Νέα μας ευαγγέλια. Πρώτη φορά ζούμε και δεν ξέρουμε τι δηλοί σκίσιμο Σταυρικό. Κι όμως γυρνώ στα “υπερκείμενα” των νιάτων σαν σε τόπο εγκλήματος. Έχω και κει μια οικογένεια, οικείους του καημού. Έχω και κει νόστο πάτριο. Νοστιμιά καυτερή σαν πιπεριά κόκκινη. —-διακεκομμένη όπως η γραμμή του χρόνου όπως η γραμμή του πραγματικού που αντιλαμβανόμαστε— το υπόλοιπο μας διαφεύγει, κι ας είναι ο έρωτας μας ή επειδή ακριβώς είναι έρωτος ματιά. Ακούστε αυτιά, φωνές χωνεμένες βουΐζουν τα συρτάρια παλιό βυθό πως έρχονται παραπονεμένες διστάζουν να ξεμυτίσουν από το μυχό.

Στα νύχια του κυριαρχικού, αποτομές εικόνων που χτυπάνε ακαταμάχητα τον αμφιβληστροειδή. Δισταγμός στο τρομερό. Ο νόμος της προσωδίας μπορεί να ανοίξει το χρόνο τροποποιώντας το χώρο γιατί δεν αγνοεί την άτομη ζωή, θα θεωρούν κάτι τέτοιο ατιμία. Συγχωρώ είναι αυτό. Αυτή η τιμή χρόνου που στεφανώνει και την πιο άχαρη γωνία της αγωνίας “σε διώκουν μινώταυροι των μύθων» μύρα και δώρα άνθους ζωής. Δεν παραγνωρίζεις, ικανώνεις και την πιο αναγκεμένη συνθήκη στην περιφέρεια του κύκλου και στο πάγκεντρο: Είναι και εδώ ήθος ζωής. Αυτό που έδινε πνοή ζωής στο Σαραντάρη: το λοξοκοίταγμα στα χρόνια της μαθητείας του, αυτού ενός ορθόδοξου Κων/τη εν μέσω καθολικών. Αυτή τη διαφορά βίωνε ο στοχασμός του.

ΠΑΡΑΠΑΤΗΜΑΤΑ: α) Δεν κοιτάς το λαό, κοιτάς όλο και πιο πολύ τη σχέση  λαός, κι όλα γίνονται δωρεά ύπαρξης, β) η στρατηγική της αποκάλυψης και της ανακάλυψης του νοήματος, γ) ένα κουταλάκι ύλη από το εργαστήρι του σύμπαντος στην τάξη της μάθησης ορθώνεται σαν βουνό ακατανοησίας, δ) σπάω ρολόγια δε σημαίνει εξαρθρώνω το χρόνο καθ’ εαυτόν, αλλά μια ορισμένη τάξη του χρόνου, την τάξη που χειραγωγεί την ιστορία με το ρολόι, ε) ξυπνώ χαράματα σημαίνει ότι κάνω κέφι να δω πως πετά η κουκουβάγια.

Ο κλάδος Κάλβος δε βρήκε δρόμο στα ελληνικά γράμματα και καθόσο τον έβρισκε είχε τη μεταχείριση που είχε ο ίδιος ο Κάλβος ή και πιο εξοργιστική και όχι μόνο στην Ελλάδα. Στο ίδιο νήμα των διδύμων βρίσκει αντίστοιχο το εγχείρημα Κανέλος Δεληγιάννης ,τι Δελής τι Μακρής, όταν με διπλή πέννα μάλιστα γράφεται ο Χέγκελ.

Γοργεία σχήματα, ο μύθος δηλοί. Δεν είναι της ομορφιάς το πρόσωπο που ρίχνει την έριδα στον κόσμο. Αν η ομορφιά σε τύφλωσε δικό σου το φταίξιμο. Άνοιξε τα μάτια σου αιχμάλωτε της ομορφιάς, να η αλήθεια. Εγώ θα κάνω μια εικόνα της αλήθειας, την ομορφιά της θα δώσω, βγάλε εσύ από κει την αλήθεια. Αληθέψου άφραγκε! Η παρακολούθηση ενός τέτοιου έργου, ενός τέτοιου ανθρώπου πληρώνεται μόνο με ένα αντίστοιχο έργο, άνθρωπο , ζωή. Είναι το επίκαιρο παράδειγμα. Βορειοδυτικά της θλίψης κείται η απομόνωση. “Το πρόσωπο του συγγραφέα δε μεταμορφώνεται σε κείμενο”, είναι το δίδαγμα του Φλομπέρ. Υπάρχει στο έργο του ή δεν υπάρχει. Ενσάρκωσε την κατάσταση. Έτσι έγινε. Όπως το επέλεξε. Κι έτσι πέθανε. Με σφαίρα στην καρδιά.

Αποτιμήσεις: Πίσω από τις πόζες προβάλλει, αποκαλύπτεται μια τρυφερή καρδιά.Θα το κρύψει. Ζήτημα στρατηγικής. Το βαθύ αίσθημα, δεν ενδίδει. Η φωτιά καίει βαθιά. Με τι έμοιασε; Με το είδωλο της επανάστασης.
Που ταξιδεύετε μαύρα πουλιά;
Η ποίηση συνεχίζεται. Στην πίσω σελίδα της ζωής, γιατί έρχεται η μέρα εκείνη, απροσδοκήτως, που γυρίζει σελίδα η ζωή. Στην πίσω σελίδα της ζωής, τίποτε δε θα μοιάζει με τα πριν. Είναι ένας νόμος. Νόμος λες και το προδίκαζε η προσωδία, κι όπου κατέβαινε εξάγγελος λόγος κι έβγαζε το κρύφιο από την κρυψώνα του που σε διεκδικούσε. Τι όσο κι αν είμαστε στην αρένα μαζί, μια ξεχωριστή σκιά ρίχνει στο μούτρο καθενός το πάθος, και το πάθος αυτό ως ιδιαίτατον τον διεκδικεί. Θα χρειαστεί από μέσα του να βγει, με φτερά δικά του να πετάξει. Αποστροφέας του ίδιου η ξενητειά του.Έτσι εξηγούνται και τα μαύρα δάση της τρέλας. Η ζωή προχωρά με ρήξεις. Στις ρήξεις αυτές λίγα πράγματα αντέχουν συνέχεια και συνοχή,εξακτινώσεις και εκτινάξεις νοήματος. Όσο κι αν έγκειται το μεγαλείο της ζωής στις πράξεις του πνεύματος, τα άλματα του τελευταίου στο χρόνο διαμορφώνουν ποιότητες που δεν γίνονται αμέσως αντιληπτές και έχουν πηγή τους ποιητικούς δρόμους που ανοίγονται σε ορίζοντες αταίριαστους,κι όλοι τους είναι προσανατολισμοί.

Η ποίηση είναι εξαγγελία ιδρυτική πολιτισμών που είναι να έρθουν. Ιδού. Πραγμάτωση εξαγγελίας είναι τα ήθη τα απροσποίητα ήθη της νέας ζωής. Το τέλος της υπακοής, η κατάλυση της οικογένειας κ.α., εξαγγελίες εμπεδωμένες. Το νέο νόημα της τέχνης, νέα σχίσματα νοήματος, και αναβάσεις σε άλλο κόσμο. H νέα τεχνολογία ενσωματώνει ποιήσεις εκρηκτικές.Και η ποιητική είναι ανυσματικών απαιτήσεων.Θέλουμε δε θέλουμε δεν μπορούμε πια να εμμείνουμε στη διάσταση μία των πραγμάτων. Αν η ιστορία δε μας κάνει χατίρι, δε θα καταλήξουμε,- δε γίναμε δα μονομανείς της. Δεν αποποιούμαστε της νιότης το κρασί- άν και ιατρικά απαγορευμένο- όμως σε λίγο ανοίγουμε πανιά γι’ αλλού.Και επισκέπτες που υπήρξαμε αυτού του γυαλού,το σκεφτήκαμε και πράξαμε κατά την ψυχή μας.

Όμως κοίτα κάτι ομοιότητες στις φάτσες τους. Πως τις διαβάζω; Απηχούν το δικό μας κλίμα ή απηχούμαστε ένα κλίμα; Υπήρξαμε κομμένοι – τότε- από το ίδιο υλικό; Το γέλιο τους πάει στα βάθη ψυχής. Είχε χτιστεί μια κοινωνία άγνωρη τότε; Επικοινωνούσαμε πέρα από όραση και σύνορα; Έτσι φαίνεται.

Μας είχε λιώσει ο ήλιος, κι ήμασταν τόσο νέοι στο καμίνι της ζωής. Ξέραμε τι θ’ απομείνει. Πιστεύαμε στο εφήμερο, στη λήθη.

Έτσι θέλησε, έτσι μπόρεσε, έτσι έπραξε, αν υπήρξε κάποιος να τον μεταπείσει για κάτι κι έτσι θα γινόταν. Όμως στο διάβα τους οι κομήτες είναι θεομόναχοι,γι’ αυτό η τροχιά τους είναι απόμακρη, και εμφανίζονται κάθε εκατό χρόνια. Μόνοι σαν τα ψηλά βουνά σαν οι πετρίτες. Δεν μπορούμε να παίξουμε άλλο παιχνίδι κι είναι γι’ αυτό, δηλ, επειδή παίξαμε στο πιο ακραίο των ακραίων, πως να ξεγελαστούμε για υποπεριπτώσεις που είναι για γέλια; Δε βάφουμε μαύρο τον κόσμο, ευγνωμονικοί και συγγνωμονικοί του μεγίστου, του ελαχίστου. Κοιτάμε: ο νέος αιώνας θα μας εκπλήξει.Εμείς προχωρήσαμε ασχεδίαστα λες και θα μας προφύλασσε το κύρος της θεωρίας από δικού του.

Με πολλές παρεξηγήσεις οπότε δογματοποιήθηκε. Πήρε καιρό να το νοιώσουμε και είχαμε πια λύσει τους ζυγούς. Η κοινότητα είχε χαθεί. Κι αν μαραίνομαι, κι αν παραλογίζομαι κοιτώντας μνήμες που μας έχουν αφήσει, όμως σκιρτά σαν το πουλάρι λες κι εδώ δίπλα πάλι, τώρα, τρέχει εκείνη η ιστορία, θλίψη από τα τρίσβαθα, ανημπόρια. Καθρέφτης νιότη που πέρασε και χάσμα απραξίας νοήματος που δε γεφυρώνει καμιά αγάπη!

1.- Μέσα στην πόλη θα βρεθείς.Στην πολλαπλότητα που σε αντηχεί.Έχει ψυχή από όλων τις ψυχές. Τι δουλειά κάνεις με τα δέντρα;

2.- έχει δρόμο παντού. Πολλές φωνές ηχούν. Κι αν είσαι κεντρισμένος από νόημα βρίσκεις παντού το κέντρο παντού την περιφέρεια .Ιδού πράξε το νόημα της αγοράς. Τι σε πτοεί;

Καθημερινή ζωή. Και ήμερη και ανήμερη. Γλεντάς για λίγο στα περβόλια της κι ύστερα χάνεσαι. Χάνεσαι ξαναφαίνεσαι. Γιατί και το εφήμερο μια αντίφαση απόμακρη το στηρίζει,κι ένας πυρετός που τη φωτιά του κάτι παραμόνιμο στηρίζει. Στα στήθια ανθρακιά φώς αλλόκοτο φλόγες αλλόκοτες άνθη βίου καίγονται καίγοντας κι εμάς.
Αν προβάλλω την εικονομαχία στο παρελθόν ταυτόχρονα θα προβληθούν τα είδωλά της στο μέλλον τους-μας. Η κωμωδία ήταν divina: μηχανές φωτός.

Με τις μορφές ,μικρές μεγάλες, κάθε λαός δείχνει τι μπορεί να είναι η ψυχή του, και κάθε μεγάλη στιγμή των λαών είναι στιγμή παγκόσμια. Η παγκοσμιότης φουλάρει με αυτές τις αναδείξεις. Συνεχής δημιουργικότης.

Διεθνής καταστασιακή δεν είναι ο προθάλαμος των διαδικτυακών καιρών μας; Δε φαίνεται αλλά η παγκοσμιότητα είναι σύνθεση σε ανώτερο επίπεδο. Κι άς είναι το εχθρικό, οι πόροι ξεχειλίζουν για άρμεγμα.

Ναι,η διαλεκτική δε λέει ή το ένα ή το άλλο.Φέρνει το αντίπαλο δέος στο επίπεδο της, το αναδεικνύει. Το τραβάει απ την αφάνεια κι όλα είναι επανασύνθεση: Ο Χέγκελ απρόβλεπτα βγήκε στη γερμανική ενοποίηση με θετικό τρόπο. Ο Ντεμπόρ με αρνητικό φίλμ τύπωσε νέες ροπές άθελα , απρόβλεπτα , χαράξεων νέων.

Η πραγματικότητα αποδόμησε κάθε ιδέα Συστήματος όπου έτεινε ένα κλειστό πνεύμα κεντροευρωπαϊκό, τα ανασυσχέτισε όλα ,πριν από κάθε Σοπενάουερ Νίτσε Ντεριντά ,σαν κίνηση ζωής ,σαν που οι αλλαγές παραδείγματος είναι από τα θεμέλια που ανεβαίνουν γκρεμίζοντας, είναι εκείνο το παρθένο των νησιών του ειρηνικού που δείχνει το γερασμένο στα εγγύς μας αρχιπελάγη. Και είναι ένα Κάτω από το ηφαίστειο που αναμυθεύει σε ύψη Μάγια και Μάτσου Πίτσου, και έρχονται μαζί με τα νεόγνωρα προϊόντα τους γιατί έχει άλλες ανάγκες η ζωή καθώς πλάτυνε η ματιά και γιατί από εκεί έρχονται νέες προσεγγίσεις ένα εκτός που ζητά ανασύνθεση νέα.

Εμείς δεν είχαμε λόγο να πανηγυρίσουμε ,γιατί δεν είχαμε λόγο να εξηγήσουμε τον εαυτό μας σε κανέναν. Το ανώνυμο κινείται πάντα στην αφάνεια. Ξέραμε ,επρόκειτο για μεταπράξεις. Και κόπηκαν μαχαίρι. Γι αυτό.

Είχε συμβεί. Θέλω να πώ είχε έρθει η στιγμή της απεξάρτησης. Όμως ήταν ήδη αργά. Και τους πλείστους τράβηξε ο βυθός. Μερικοί περισώθηκαν σε ένα ανώτερο επίπεδο: Ήταν οι κάλλιστοι. Λέω οι κάλλιστοι γιατί μη όντες υποταγμένοι, αδογμάτιστοι όπως ήταν οι πιο ευφυείς, τράβηξαν σε ψηλότερο μονοπάτι.

Είναι ποίηση να ξέρεις να σωπαίνεις, να τραβιέσαι εκτός συρμού να αποσύρεσαι. Να ξεφεύγεις το τέλμα είναι τέχνη, τότε όταν πλατειασμοί εξαχνώνουν το νόημα σαν όταν το χρώμα λασπώνει.Η Τελευταία Στιγμή.

Από το δρόμο της πολιτικής . Το τραγούδι τέλειωσε.Σκίζεις το μαντήλι η γνώση φέρνει ενίοτε περισσότερη απόγνωση.Αιώνας ζερό.

Πρέπει να διακρίνουμε τα χαλάσματα. Ο πνευματικός μας εκθέτης είναι μηδενικός. Αρκεί να κοιτάξεις την κοινωνία μας, το κοινωνικό μας υπό το μηδέν.

Μόνο ριζική οντολογία μπορεί να πιάσει τον εαυτό πάσχοντα και να τον διασώσει, το ελάχιστο και το μέγιστο να περάσει από μια δακτυλήθρα και μέσα της όσο πιάσει το λεπτό δίχτυ.

Απέραντα κενά χρόνου περπατώντας αντιφάσεις γιατί λύση του αινίγματος δεν προβλέφτηκε.

Αν κομίζει κάτι από το μόνιμο πάθος του θα μας φτάσει σα νόημα σαν πνεύμα. Κι αν το ευλογήσει η νύχτα προς το χάραμα θα το δώσει με την πιο μεστή μορφή.

Ουρλιαχτά από τα λαρύγγια της γής

Δεν ανακόπτω πορεία ,απλά είναι ώρα καμπής

Και άλματος, πάνω σε μια εξάντληση όλων των

Αναδρομών και ίσως στροφή για σοβαρή κατεργασία…

Θα επανεπεξεργαστώ βαθύτερα τα τρία κριτήρια μέσα

Στο εργαστήριό της.-Άφαντη Γή ώσπου πέφτει στο κεφάλι σου.

Ανοιχτή Γή. Κλειστή Γή.

Και εν μέρει το έχω ξεκινήσει.

Μια εποχή τέλειωσε , μια εποχή αρχίζει.

Σ αυτή την εποχή, αν μου δοθεί ο καιρός θα τα

Περάσω όλα πάνω από το μέσο όρο. Και εμένα.

Θα γίνω απλησίαστος και πολύ κοντινός στο σώμα στο στόμα.

Με κεντρικό άξονα το εξής: »Εφ όσον η κβαντική ,όπου

θα ρίξω βάρος,δίνει πιθανότητες σε γάτα νεκρή και

γάτα ζωντανή δηλ. σωμάτιο ή κύμα προϋποθέτει τον

παρατηρητή πόσο μάλλον η μετακοσμολογία απαιτεί

στάση ή να πώ μετάσταση του θεωρητή;

Θεωρία αβεβαιότητας. Αυτός είμαι,απόσυρση της Ιστορίας για την κυριαρχία της Γραμματικής έναντι της Ζωής.Η Γραμματική κράτησε μέσα της και το αντίπαλο δέος: Ήταν κι εκείνοι οι λόγοι γράμματα.-

»Κομμάτια τώρα από του Διός τη σκάλα

του ακαμάτη βιός στάλα τη στάλα

που σόδεψε σε μήκη και σε πλάτη

και τα εκφέρει για τον ιχνηλάτη

Η γλώσσα μας βγάζει από την αφωνία την ανυπαρξία, άνοιξη της φωνής, επικοινωνία , μέσα από το σκοτεινό καβούκι

Κάθε μέρα νέα καθαρή όπως ο ήλιος

Όπως ο ήλιος δε φωτίζει απλά αλλά παράγει το αντικείμενο

(Χέ, γελ, χέ, γκελ καϊγκτζή…)

*

Με μειωμένα κόμιστρα

Κομίζω γλαύκες στην Αθήνα γιατί στα κοιμητήρια ξεχνιέμαι
βρίσκομαι όπου σε χάνω στο σκοτάδι σου κατεβαίνω
στον ακάλυπτο πόθο .Ξεχώνω. Κίνητρα μου οι παρακμές
φόβος του όλου μέσα στου πλήθους τους όγκους
σφύρα ο ήλιος χτυπά το αμόνι αιμάσσει
Κομίζω γλαύκες στην Αθήνα φωτογραφημένες

Δανείζομαι αύρα αιματώδη στεφάνια άγρια φαραγγιών
γεμάτα ίλιγγο ειρωνευτή .Τα γαλάζια με υποψία διαβάζω
δοκιμάζω τα πόδια δε χλευάζω δοξάζω
Είμαι όπου είμαι
Των σφαιρών μουσηγέτης διασαλεύει άστρα και σπλάχνα

Είμαι όπου είμαι
βαφτίζω τη λέξη στο στόμα τη μιλώ
σκίζεται μνήμη ξερολιθιά με μάνητα τη δίψα ζητούν
της φυλής μου τρελοί οι ποιητές στην αρένα αιμάσσουν
κυανοχαίτης το ατελές
Διασχίζει ο χρόνος τη χώρα μου σαν ξύλο

ΑΠΟ ΤΟ ΝΗΣΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΗΣΙ

νησί

και το νησί ήταν πραγματικό γιατί το περπατούσες το ανάσαινες και ήταν φανταστικό γιατί φεγγοβολούσε μέσα σου λευκό από το μετάξι της ανάμνησης υφασμένο —καλοκαίρι παντοτινό και χαμένο

Το νησί είναι μιάς σελίδας που δεν έχει πίσω
*
Γνωρίζω την κηλίδα δεν αφορά τα κυκλαδικά ειδώλια μήτε το ασβεστωμένο ένα της χώρας των νήσων.

Στίχος δώρο_το νησί,είναι ένας θαλασσινός, που τον αναγγέλουν γλάροι στον άνεμο