Στροφή στα δρώμενα

 

 

ektor2

—————-

1.ΓΙΑ ΕΤΟ ΓΙΑΒ#

Έζησα τον εικοστό,

αιώνα ανήκουστο όσο κι εγώ,

από το σούρουπο ως το θαμποχάραμα.

Βάλτε στο ενεχυροδανειστήριο το χρόνο μου

που σαν γύρο στη φωτιά με ξερόψηνε

πάτησα σε δυό χιλιετίες σαν σκέλη

διαβήτη και διάβηκα τον καιρό

Από χώμα πλάστηκα κι εγώ

και στο καμίνι μπήκα της ζωής

τώρα που φεύγω ψάξε να με βρεις

τις στάχτες μου κάνε κούπα

με το κρασί της να μεθείς

*

δίνεται γυμνός στο λαό του

που τον φωτίζει ως ήλιος.Είναι η ηλιοθεραπεία του.

έδινε την καρδιά του

με τον πυρακτωμένο στίχο του,

πάνω σε χείλη, ζωντανά που καίει

σαν πεφταστέρι

φωσφόρισε κατά τη γη.

*

Τώρα που καίει ο χρόνος τώρα που βράζει το σίδερο

τα χείλη σου η ευχή ποτίζει

χορεύει ο ήλιος στα περιβόλια

αναρίθμητες χρυσές καρδιές στις μαργαρίτες

σμίγουν τα μενεξελιά ανθισμένα τριφύλλια

έλα,ασήμωσε,η μαντεψιά της τσιγγάνας να σε οδηγήσει

από τη ματωμένη πόρτα του κάστρου

που έβαψε το βούτημα του ήλιου

ζεστή η φωτιά στη χούφτα σου ανεβαίνουν οι χτύποι της καρδιάς.

*

Είμαστε εμείς τσιγγάνικα πουλιά

στην αλητεία της ζωής παραδομένοι

τρέχουμε,όλο τρέχουμε μες στο σκοτάδι

όλο έρχεται καταπάνω μας το φως

βρέχει βροχούλα βεργούλα και με δέρνει

με δέρνει έρημο πουλί

Υπάρχουν εκείνα τα πουλιά τα τσιγγάνικα

Υπάρχουν.

Ανέμελα μές στην αδιαφορία

Μα πίστη εγώ δεν έχω

το μυστικό μου όλοι το ξέρετε

τόσο μυστικό που είναι

Μου ξύνει την ψυχή ο άνεμος

δεν ησυχάζω. Είναι τόσο απλό

που ζω όσο τη λέξη πεινώ

*

ΠΟΣΟ ΜΕΛΙ ΣΤΗΝ ΠΑΓΟΚΕΡΗΘΡΑ !

Να υποφέρεις από συνείδηση

να υπομένεις το ακραίο

γιατί δεν αντέχει η γλώσσα σου

Με χρόνο ενάντιο να ρίχνεις βέλη

πέρα από κάθε ορίζοντα

Στοιχίζεις την καρδιά σου στον νόμο του ενός

Κόβεις χρυσό φλουρί με την κατατομή σου

να δοκιμάζει ο χρόνος το σκληρό του δόντι και να χάνει

Βάδισες οδό υψηλής μαρτυρίας

των οσίων ποιητών την δια παντός ασκητική

τ’ αρμένικα ψηλά μονοπάτια με βιβλική αταραξία.

Είδες το κερί σου να λιώνει

στο μαύρο του Νέβα κύμα

διάβαινε η μοίρα πικρή που σου χαράκωσε το μέτωπο

κάτω απ τα μάτια σου ο πόνος έπνιγε τον κόσμο

δεν έγραψες με πένα.Είπες κι έγινε.

Το ποίημα ήταν ο μαύρος αγέρας γύρω σου

το φύσηξες ανέπνευσε.

Το ποτήρι ξεχείλιζε.

Πώς να κρατήσεις τον αφηνιασμένο Πήγασσο;

Η πρόπολη σε πότισε μελισσουργέ καθόσο

σε κεντούσαν ξανθές μέλισσες

Φωνάζει η γη με τη φωνή σου

το πυρωμένο σου κοντύλι είναι φωτιά:

ο ιερός σου στίχος καίει αβάσταχτα

σφίγγει το χρόνο σαν στοιχειό

Όταν η κάνη σε κάνει στόχο

η παγοκερήθρα σου μέγας χορηγός

εμψυχώνει την πόλη της πέτρας αντηχεί η φωνή στα θεμέλια

κι εσύ στη στέπα δεν έχεις να πιαστείς μήτ’ ένα αγκάθι.

*

ΟΡΥΧΕΙΟ ΓΛΩΣΣΑ

Η «επανάσταση» έκαιγε το χρόνο της

Τον τύραννο δεν άντεξες

μες στο πορτρέτο του να μην βάλλεις,

σου επιτίθονταν η άδικη μορφή του

δεν δίστασες τα χαρακτηριστικά του

με στίχους να εντυπώσεις

τόσο η ψυχή σου δυναστεύτηκε

που είπες:Έτοιμος να πεθάνω είμαι τώρα!

Σου επιβλήθηκαν οι λέξεις σαν δίκαιος λόγος

η ευθύνη της αυθεντικής ποίησης,το ποιητικό σου δαιμόνιο,

άδειασες την κούπα με το αψέντι

το γνήσιο ποτό σου ποιητή μύστη:

ήταν το πένθος άτακτο μα τώρα κλαίει η φύση

Ο Ζήνων κόβει τη γλώσσα του και τη φτύνει στη πρόσωπο του Τυράννου

Του Όσιπ η γλώσσα στα τραχιά χαρακτηριστικά φτύνει με βιβλική παραφορά.

*

2.ΝΤΟΜΙΝΙ

Κοιτάμε πέρα

Όταν ο χρόνος είναι εντός μας.

Όταν σε αγκαλιάζω πλέουμε μέσα του.

Φλεγόμενοι.

Anus Mondilianna

Από το μελανοδοχείο του Θεύθ

τραβά η Άννα το στίχο ο Αμεντέο το σκίτσο

νύχτα που κατακλίθηκαν εραστές

Ποιήτρια και ζωγράφος ομοιοκαταληκτούν

κορμιά σε μιά νύχτα ένα

Η γραμμή της μύτης επαναλαμβάνει

την καμπύλη του κορμιού στη γκραβούρα του Μοντί.

Σμίγουν οι εραστές κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα

Άννα! Άννα!

Σώμα ανηφορικό ,

η ψυχή σου Νέβας και μεθώ!

*

ΣΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ

«Η πέστροφα διαλύει τον πάγο»

Το ταλέντο της αν δεν ήταν μικρό ,πικρό πάντως ήταν

Είχε την περηφάνεια της ομορφιάς στάθηκε μάνα και κόρη

στους εραστές της,των θαυσμαστών της μάγισσα.

Προς διαμελισμό των ιματίων της,

θα μοιραστούν όπως το φως

από τα ραγισμένα της μάτια

παριών τα μήλα άχραντοι λαιμοί

φεγγάρι αρτηρίες κλείδες

Το καμπύλο έρεισμα

όταν ο Μπρόντσκι την αποκαλεί

λεοπάρδαλη του χιονιού,

γλιστρά στο χιόνι κι όλα τ’ αλλάζει.

*

3.1814-1841

Μου δίνεις στυλ σαν στην παλάμη σε κρατώ

στιλέτο μου γραμμένο

είναι γραφτό σου εσένα αίμα να σε ποτίζει

όμως εμένα η αγάπη της

αγάπη που στο στιλέτο δεν δειλιάζει

*

Άδειοι μπροστά σ’ ένα πορτρέτο

που το κοιτάζουμε

μα δεν το βλέπουμε

δεν βλέπουμε που μας νεύει

και θα μας αποσπάσει θέλοντας και μη

κρυφό θαυμασμό.

Ό,τι για το ζωγράφο είναι χρώμα

για μας είναι αόρατο όσο το σχέδιο που το στηρίζει.

*

*ΕΓΩ =ΕΙΝΑΙ ,το πιστεύω του Μαντελστάμ
1.Πρόκειται περί του Όσιπ Μαντελστάμ
2.Άννα Αχμάτοβα
3. 1814-1841 Μιχαήλ Λέρμοντοφ

————-

Μαύρο πουλί

Σε ένα σπιρτόκουτο με καμμένα όλα του τα σπίρτα
ήξερε να παραφυλάξει χρυσό φλουρί

Το ατσάλινο έγινε θρύμματα κυκλωμένο τη λέξη του
Εκκωφαντικός χρόνος σαρώνει τη στέπα.
Χρυσόλιθος στην Πόλη της πέτρας
αναδιπλώνει μαύρο παλτό λευκές νύχτες
Νέβας σφίγει σπείρες
ανασηκώνονται τρόϊκες στα τέσσερα
το χιόνι πήγε ΔΩΔΕΚΑ(τράχ τα ρα τα ταχ)
ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΧΑΛΙΝΗ
Έκτωρ Π.10 Μάρτιος 2008

————

Αχμάτοβα

Το σώμα της
σαν να σκάφτηκε
– λατομείο
γιά να χωρέσει
Requiem

Advertisements