Βένθος

 

Νεοκλής Κυριάκου εποίησε για το “Βένθος”

βένθος

Περνούν σκιές νύχτα μεγαλοπαράσκευου
και τους τρώει το αίνιγμα, το εντάφιο ψυχολόι.
Πάνω κάτω στο σκοτεινό φυλάκιο
ένα κόκαλο διαβάζουν ψιθυριστά. Αβάσταχτο μαράζι.
Αναμέτρηση θανάτου. Σύνορα χάρου κα χαραυγής. Χαράζει.
Μυητήριο μυστήριο. Σπουδή (γιά πιό γρήγορα;) του κόκαλου.
Κόβεις σβέρκο; Απολιθώματα αστραπής; Ύστατα φλας μνήμης;
Πονούν τα χέρια, ξεριζώνονται από τους αγκώνες,
φέρτε βοτάνια να πλέξει το μυαλό παρηγοριές
να πενθήσει το μαύρο πάνθηρα.
Βόσκει το μαύρο τις ψυχές ,βόσκει ψυχή το κρυόμαυρο.

Πένθιμες προσευχές, νύχτες άραχλες, σκοτεινά σκοτάδια ντζάτι.

Ράσο χιονιάς.

Και τ αστέρια πέφτουν.

Βάλλε γλώσσα , κλώσα μυστηρίου, βάλλε.
Γλώσσα να μαζέψει τα σβησμένα αστέρια του ωκεανού.
Βάλλε γλώσσα τη στάχτη των αστεριών να ψιθυρίσει.
Με το μόνο ψίθυρο στην αφωνία του στερεώματος
πλέξε τραγούδι, δώσε στολή μαύρο δέρμα
στα σφαχτάρια της ύπαρξης, άφωνη μουσική,
σύμφωνα και φωνήεντα, νότες της σάρκας,
νοτιά έ νοτιά έ άκοπε, έ με άκοπα μαλλιά
τραγουδιστή νοτιά σβήσε τ αυτιά,σβήσε το βάσανο
σβήσε την ακοή του κόσμου,σβήσε μέσα στην απεραντω-
σύνη,την άβυσσο απεραντωσύνη,σβήσε το απεγνωσμένο
ώ ρίγος της ανεπάρκειάς μας, ώ δαιμονότητα.

Advertisements