Στην Κριναγόρα

αυτοκτο“Στο ήρεμο σκοτεινό νερό όπου τ’ αστέρια κοιμούνται,
η λευκή Οφηλία επιπλέει σαν κρίνος μεγάλος” (αρθούρος ρεμπώ)

να μάθουν «μερικοί-ιές» τι εστί λυρισμός
πως λυγίζουν οι φράσεις
και κοιτάζονται μέσα
εγώ μ αυτά δεν παίζω,είμαι αυστηρός
όπως οι παλιοί δάσκαλοι με το χάρακα

άντε μη πάρω την ομορφιά και τη βλαστημίσω ,όπως το παιδί εκείνο το μυθικό
παραβιάζεις τους νόμους της κοινής ησυχίας το ξέρεις;
διατάραξη λέγεται
εκεί ψηλά που περπατείς
σε γόβες στιλέτο
σείστηκε η περικοκλάδα μου στην αυλή και σε είδα από τον ίσκιο της
παίρνω κιμωλίες,και,κάνω το περίγραμμά σου στον πίνακα,για το μάθημα ανατομίας,να μάθουν τα παιδιά πώς είναι οι άτακτες κοπέλλες και τι παθαίνουν
*
όταν ζωγραφίζεις με νερομπογιές το θάνατο
η μπογιά δε στεγνώνει ποτέ
γεμίζω ένα εξάσφαιρο
*
γεμίζω ένα εξάσφαιρο φιλί
έχω γεμιστήρες ολόκληρους απο δαύτα
(φιλολογική παρατήρηση
θέλω το ευφωνικό ν
όχι τη ,,,
την αγάπη δεν τη λέω αγάπην
αν το δω έτσι με τη..σαλτάρω
το θέλω πάντα έτσι: την αγάπη
το άρθρο με το «ν» του)
φιλί φιλί τ’ αχείλη σου μαθαίνω
φιλί φιλί πεθαίνω
κι ύστερα ξεπεθαίνω
σήμερα είσαι στο δεν είσαι
άρα δεν εσύ
οία εσσί, μαθών(εγώ)
η ασημαντότητα του γαλάζιου που δεν είναι γαλάζιο
κληματοχυμό ,δάκρυ από κλήμα,απο βλαστάρι
έτσι έλεγε ο πατέρας μου ,δάκρυ
όταν κλάδευε ,και συμπόναε
το ένιωθε να πονά
άλλοι άνθρωποι αυτοί,αρχαίοι
*
τα γνωστά είναι γνωστά
λευκοπράσινο χλωρό
της λεπτοκαρυάς το αίμα
τα ψίχουλα η ομορφιά ένα κολιέ φίδι που έρπει τυλίγει το λαιμό της περιάπτει ,καθώς έρως περιανάπτης
στάχτη χλωρή στάχτη θερμή στάχτη του ανέμου στάχτη
σφάχτη
μ ένα σουγιά απ τα τρίκαλα
μαυρομάνικο
να κόβει αγάπη
όλες οι σφαίρες μαζί
και οι έξι
έξη σέξι
σεξιβόλβερ εξάσφαιρο
διαμπερές
στο βελουδένιο στόμα
ατσάλινο πυροβολητό
κρότος κρότος κρότος
φυτικό αλάτι
σωτήρια θερμότητα της σφαίρας
στα έγκατα της λέξης ,σαν να βλέπεις
τα εντόσθια – αυτού του εντόμου που είναι
η λέξη,εντόμου με διάφανη κοιλιά
με εντομές,με -,με-, με–
Μπορεί να τ’ ονειρεύτηκα μπορεί και να το πήρα
Γυάλινη μπίλια
τίποτε το ασήμαντο όσο το ασήμαντο τίποτε
*
πες μου
πες μου ποιός είναι που λάβωσε τη μέρα
*
έχεις ακούσει που λένε πως τους μεγάλους ποιητές καλλιτέχνες συγγραφείς μόνο αντίστοιχοι τους τούς καταλαβαίνουν;
παρόλη την τριβή πρέπει να προσέξω να διαβάσω ,όχι για την δυσκολία,για το πιο βαθύ του
επειδή η τέχνη είναι σαν τη ζωή ,δύσκολη στριφνή απότομη και άλλα τέτοια
για να βγάλεις ζουμί πρέπει να τη στύψεις
σαν πέτρα
«Ένας στίχος γίνεται αναγνωρίσιμα καλός .όχι αν φυσάει τα φύλλα να φανεί ο καρπός,άλλά όταν ανάβει το πορτοκάλι.»
*
«Τα μεγάλα οράματά σου, στραγγάλισαν τις λέξεις σου
και το έντρομο άπειρο τρομοκράτησε το μπλε σου μάτι!» «Οφηλία»
αυτό
είναι γεμάτος τέτοια ο ευφυής ρεμπώ και κάθε ρεμπώ
πρέπει να βγεί από το μύθο της Οφηλίας ότι αν ειπωθεί,για χίλια χρόνια …,δεν ακολουθεί το μοιραίο μύθο
έτσι πρέπει νά ‘ρθει, αλλιώς πέφτει
στο σκοτεινό ένα ,η λεπτομέρεια του Δοστογέφσκι
το μυστικό είναι στον εσωτερικό ρυθμό που δίνει το συναίσθημα
πόνος και πόνος ενώνονται και γύρω σ’ αυτό το άφαντο πλέκεται το λυρικό μυστήριο του ρεμπώ
«Περισσότερα από χίλια χρόνια η λυπημένη Οφηλία
-ένα λευκό φάντασμα- περνάει το σκοτεινό μακρύ ποτάμι.
Περισσότερα από χίλια χρόνια η γλυκιά της τρέλα
μουρμουρίζει τη μπαλάντα της στο βραδινό αεράκι.» Οφηλία
του πραγματικού το πραγματικό
το μέσα
όχι απλά πόνος
εσωτερικός πόνος
απ όπου αναβλύζει πικρό
μέχρι τον άδη
είναι πορεία στον άδη
πόνος θάνατος και έρωτας ταυτόχρονα
και όλα
σε ένα
χωρίς αφαιρέσεις που σκοτώνουν την αλήθεια
το άπειρο ζωντανεύει
η φύση το ίδιο
η νεκρή Οφηλία το ίδιο
και ταυτόχρονα πεθαίνουν
όλα,και ο ποιητής
ακολουθεί για χίλια χρόνια μαζί της το σκοτεινό ρεύμα προς θάνατο
και δεν είναι θάνατος με παρηγοριές
είναι ζωντανός θάνατος
είναι θάνατος θάνατος θανατένιος και ζωή ζωένια
*
Γιατί δεν υπάρχει αλλού πουθενά θάνατος,παρά εδώ,παρηγοριά μας.Και πουθενά αλλού ζωή βασανό μας.
Η δύναμη στην τέχνη αρχίζει με την αγωνία
Γλιστρώντας σε λείο πάγο

Advertisements