κέρνος

http://cantfus.blogspot.gr/2016/09/blog-post_34.html

%ce%ba%ce%ad%cf%81%ce%bd%ce%bf%cf%82

Α
στη μαθητεία της ύπαρξης ανοίγοντας το χάος

στη μαθητεία της μη ύπαρξης

-του αβυσσαλέου χάους.

1.9.1993.ε.

Ανάβουν οι αντένες, καίγονται σα δάσος.
Δεν είναι τόσο γλυκό αυτή η πέτρα του «α» μπαίνοντας να σου θυμίζει το “arbeit macht frei” και να χτυπάει στην καρδιά το αίμα στις κοιλίες του κοίτους το arbeit που σε πετάει στην αγκαλιά, στους κόλπους, σαν ελευθερία;Δε βλέπεις στη γλυκιά μηχανή που μασάει το χρόνο με ηλεκτρονικά λόγια, φυσώντας σα μαύρη κόλαση στα έγκατα του θεριού με χιλιάδες κιλοβάτ κίτρινης φωτιάς στη μολυβένια θάλασσα. Δεν είναι ένα μαγείο γεμάτο αλήθεια κι ύπαρξη η πιο γλυκιά τραγωδία με ατελείωτα δράματα και ανακουφιστικές δραμαμίνες.
Τέχνη των ειδώλων, απεικάσματα στων φωτονίων τη μάσκα που εξαϋλώνουν το πιο άυλο. Οι δαιτημόνες δεν είναι μια χαρά όρθιοι πεθαμένοι από χαράς νιάτα. Το καλύτερο κοπάδι δίπλα στου Ρέντη τα σφαγεία.
Και δεν δένουν ωραία και μαγεμένα όλα τα βλέμματα σε τούτο το μάγο μαγνήτη;Και τι καλά που δεν είδες χρόνια τώρα το μέσα της πέτρας, το μέσα του “α” όπου φωλιάζουν χίλιες οχιές. Και τι όμορφα γυαλίζουν τα εμπνευσμένα μάτια τους κι αστράφτει στο κούφιο δόντι δηλητήριο του θύτη, δηλητήριο που είναι θύμα του και θύτης.
Κι όλες αυτές οι οχιές να ζεσταίνονται στις σπείρες τους, και να μασάνε την ουρά τους, κρύες κι έρπουσες με έτοιμο το αντίδοτο για την ύπαρξή τους την έρπουσα που τους πληγώνει όπως κάθε ερπετό.
Δεν ξέρεις πως είναι μεγάλη τέχνη να γδύνεσαι μπροστά στο έρμαιο το μάτι το επίτηδες πλασμένο να καταλαμβάνεται από ιερό ρίγος μπροστά σ’ ένα γυμνό κώλο, κι ένα γυαλιστερό μπούτι. Μα αυτό το ξέρει και ο τελευταίος τσόγλανος της αλάνας. Τα βλογημένα καπούλια της γουρούνας τ’ αγάπησε μέχρι κι ο Άγιος Αντώνης για να πάρουν τον πειρασμό του στους πέρα γκρεμούς. Γιατί αλλιώς θα άνοιγε η γη να τον καταπιεί αν το κατάπινε σαν αμαρτία.Ά! είναι μεγάλη τέχνη να μονάζεις στα ιερά πάθη των σκοτεινιασμένων σπηλαίων.
Τι; Θα ήταν καλλίτερα να βόσκεις γίδια στα βουνά;
Α! Βλογημένο “α” τι ωραία μας ξυπνάς την όρεξη του φιδιού.Και μας θυμίζεις τη μεγάλη τέχνη του φαρμακωμένου γάλατος. Το πίνουμε σαν τρομαγμένα μωρά. Μαθαίνουμε επιτέλους την τέχνη να τρώμε αδιαμαρτύρητα, χωρίς νταντά. Στράτα – στρατούλα έρποντας ~ σαν να βαδίζουν πάνω στο χιόνι δεν ακούω βήματα, αλλά τι λέω τα φίδια έχουν πόδια; Μα τώρα γιατί και τα σκυλιά μού κατουράνε τα παπούτσια;
Τι τους τραβάει τάχατες όλους αυτούς ζώα κι ανθρώπους, θηλαστικά και ερπετά να μου χαλάνε το σπίτι, τούτο το φθαρτό μου κουρέλι, τη μόνη μου περιουσία γεμάτη κόκαλα και ζουμί κόκκινο στις σωληνώσεις του;
Ο λίγκας των οξυλίθων, ο λόξυγγας του “α” της λήθης. Ένα πλεχτό από βυζιά και κώλους. Με δυό μάτια τα βυζιά, νόμισμα με δυο όψεις, κοιτάνε τον κώλο τους που είναι ο καημένος μονόφθαλμος.
Με διπλή αποτυχία βαθιά χωμένος στους γιακάδες της αυταπάτης ορθώνονται οι τρίχες του σαν του σκαντζόχερα, αλλά με γλυκιά χαρά οσφραινόμενος τη σβουνιά του ο μαυροσκάθαρος μετακυλά, μετακυλά τη μπαλίτσα του πάνω στη ράχη της γης, βοηθώντας τη να γυρίζει στο αγκομαχητό της, στο ταξίδι της, σ’ ένα δύσκολο χάλκινο ουρανό και καθώς την κοροϊδεύουν όλα τ’ αστέρια για το βάρος της σβούρας που της πίνει τον αέρα της και τον ξερνά μολυσμένο διπλά απ’ το ανεκδιήγητο πλεμόνι του.
Έχω κι άλλα βέλη στη φαρέτρα λές και δε θα σταματήσει ποτέ η γλώσσα να κλώθει στα δόντια γύρω τα δηλητήριά της. Λες και είναι λίγο το ταξίδι από το στόμα στον πρωκτό, περνώντας τόσα στομάχια και έντερα, η πορδή της ύπαρξης, αυτή η τελευταία κλανιά που σερβίρεται εδώ και αιώνα σαν συμπυκνωμένο γαλατάκι της Ούνρας.
Πιές κι εσύ το γαλατάκι σου μωρό να μας μοιάσεις, τραγούδα όπως χτυπάν τα όργανα, τα δόκανα δεν έχουν τελειωμό, η φυλακή είναι μεγάλη κι από αιώνες κι από απέραντο για να χωρέσει μύριους ζωντανούς τρισμύριους πεθαμένους. Μη μας ξεφύγει κανείς. Πιάστε τον αυτόν εκεί πάει να το σκάσει, πάει να κρεμαστεί μέσα του, που το βρήκε αυτό το μέσα, ποιος άνοιξε τρύπα στης φυλακής τον πάτο;
Σπάει το σταμνί το ξόανο εστάθη, μήπως τα μπερδεύω, μήπως αυτές οι κλωτσιές είναι φιλιά, και χάνω την αίσθηση του ότι με προσκυνούν σαν ένα ζωντανό Βούδα, που το σάλιο δεν είναι από φτύσιμο αλλά από φιλί ζουμερό; Μήπως τα μάγια είναι στα μάτια μου, όπως άλλωστε μπορεί να το παθαίνουν και οι θεοί έτσι που ζουν ξένοιαστοι και αφηρημένοι, κι όχι των θηλαστικών αποβρασμάτων, στο βραστήρα της ζωής κάτω από το κάρβουνο του ήλιου, στη χοχλαστή κοιλάδα του παραδείσου;
Γιατί τι σου αποδεικνύει ότι υπάρχεις στα μάτια σου περισσότερο από όσο υπάρχει ας πούμε το Τουμπουκτού; Γιατί μόλο που το τελευταίο πουθενά δεν το χουν ,ακόμα κι αν έχουν πάει εκεί, όμως το σημειώνουν οι χάρτες ,άρα κολαούζο δε χρειάζονται να πάνε με όλη την πίστη στον κόσμο που τους εμπιστεύεται και τους χαράζει γράμματα και φωνές στον εγκέφαλο και υπάρχουν.
Όμως εσύ που είσαι.
Γιατί μια πέτρα εύκολα τη χτίζουν σε βωμό και όλος ο θεός μπαίνει εκεί δια μιας και του προσφέρουν τ’ αποφάγια τους, όμως εσύ ούτε για βωμός δεν κάνεις. Μόνο, να, φέρνεις ένα λίγο του Βούδα, να βαλθούν να σε κατοικήσουν με βουδίσια αταραχία φωτισμένου ώσπου να γίνεις όλος ένας Γκοντάμα. Ή να σου φύγει το μυαλό σαν τόσους και τόσους κι ύστερα αφού διαδοθεί πως κάποιος που είχε μυαλό τρελάθηκε, θα έρθουν εκεί στο κενοτάφιο του μυαλού για αυτόγραφο ούτως ειπείν ή για ενσταντανέ του πήγα κι εγώ εκεί, είδα κι εγώ τον τρελό σοφό, μόλο που εσύ θα είσαι φευγάτος αυτοί θα έρχονται, όπως τώρα που κάπως είσαι εδώ σε αποφεύγουν σαν τον απόβλητο, όσο να καταστείς πραγματικός απόβλητος.
Τώρα όμως είμαι πεταμένος στον πάτο των ζωντανών, έχω υποθέσεις. Υπόθεση κάνω. Και βέβαια κάθε τροφή που έχω ταϊστεί, την ξερνάω ,μασημένη με δικά μου δόντια, κι ας είναι ξένα λόγια εγώ τα ξελογιάζω. Για να ταιριάξουν καλλίτερα σε τούτο το μαυροπίνακα που τον έχω γυαλίσει εκατό φορές για να μη σταθεί κάποιος και πει ότι είναι ξεπατικωμένα.
Α, στο μύλο του “α” οι μηχανές αλέθουν καλά. Αλεύρια και δηλητήριο μαζί, κι ο λόγος είναι ένσαρκος σαρκαστής, σχεδόν αναγέννηση τέφρας. Σχεδόν κάρβουνο που ξεχάστηκε να καεί στη στάχτη και φλογάει, φώσκει, ποιός να το κουβαλάει μέρες στα χέρια και να τον στείλουν αλυσσοδεμένο σε κανα Καύκασο παρέα με τα θεριά. Καλλίτερα εδώ με τις οχιές και μ’ ένα ξύλο.
Κολιός και κολιός από το ίδιο βαρέλι κι αν δεν είναι κολιός η μυρουδιά του βαρελιού σε πότισε σα κολλύριο, και τώρα θα κοιτάς σα κολιός. Οπότε δε φαίνεται καμιά διαφορά. Σε σφραγίζει η ίδια μυρωδιά άρα από μας, άρα όμοιος, άρα ίσος, άρα έλα να πατηθείς σαν τα σταφύλια.Το θέμα είναι να μείνεις εκεί και να πατηκωθείς, να είσαι απόδειξη της εικόνας του εαυτού τους που την επιστρέφει η μουτσούνα σου, είσαι ο αναγνωρισμός τους.
Γιατί δεν αποκοιμιέσαι όρθιος μήπως σ’ ενοχλούνε τα πατήματα, κι όμως με τόσο μούστο δε θα πρεπε να τα νιώθεις, είναι η μουσική για τα όνειρά σου υπνοβάτη μου.
Α ! ώστε σε ξαφνιάζει που ποδοπατιέσαι όρθιος, ε αυτό δα κι αν είναι τέχνη. Άντε βάλε τα δυνατά σου για ύπνο, αρκετά ξοδιαστήκαμε οι φωστήρες να σου ανάβουμε λαμπιόνια για να δεις πως ονειρεύεσαι, να! Κοίτα μπροστά σου τα είδωλα, μορφές ονείρου, πλούσια παιδαγωγία, σφήνα να σηκωθεί ο Μορφέας με τα χίλια αδέρφια του να σε βάλουν σε δρόμο, στο δρόμο της αφωνίας, της αλαλίας και της αλογίας. Να γίνεις άλογος και να σκύβεις στο παχνί.
Μα πόσο βλάκας θέλετε επιτέλους να γίνω, δε σας φτάνει τόσο βλάκας που έγινα, να μη κρύβω λίγη βλακεία για πάρτη μου;
“Πρέπει να τους κάνω να πιστέψουν πως έχω χαζέψει αφού καταπίνω όπως κύβους ζάχαρη το άλογο και μπαίνω στη δούλεψή τους με χαρά, στη δουλειά τους, ύπαρξη και μαγγανοπήγαδο που αντλεί νερό για τα μποστάνια του θεού τους”.
Μα για γιανάκι με περνάνε επιτέλους στη στράτα – στρατούλα κάνω και προσευχούλα; Άλλη τσίχλα ετούτη το στρώσιμο του δρόμου της προκοπής. Άλλο μαντρί για γιδοπρόβατα τις πλούσιες ανατολές από το Σούνιο και την πλούσια δύση εκεί που γελάνε οι πέτρες.
Δε θέλω, δεν είμαι δεν ξέρω.
Ας τους αφήσω να πιστέψουν ότι τρώω από το παχνί τους. Ώσπου να διασκελίσω πιθανά το απίθανο εκείνο των αδυνάτων το αδύνατο και νά μαι έξω από τη χαλασιά της μάντρας τους.Τυλιγμένος στη γάζα αυτού που νομίζουν ότι βλέπουν με χίλια μάτια Άργου;
Κι όμως τυφλοί να δουν ότι είναι μπροστά τους από έλλειψη προοπτικής. Γιατί δεν ξέρουν να τραβηχτούν σε μια κάποια απόσταση, να κάνουν ένα βήμα στο πλάι κι ενώ είναι καταμέσα στην παρέλαση της κουρελαρίας αναπήρων πολέμου, να δουν με πόσα δεκανίκια χτυπά το βήμα της αποτυχίας κάτω από δοξαστικό χτύπο χάλκινων οργάνων και κρουστών, και σε τι στήθια, σε πόσα τρύπια στήθια από το στοίχημα της ύπαρξης χτυπάν και χορεύουν τα παράσημα της νίκης.
Νίκης που άφτερη και φτερωτή βλέπει κάτω απ’ την πλώρη του καραβιού της να σπάνε τα κύματα της ιστορίας τη μούρη τους σε μια θάλασσα κόκαλα, σε μια θάλασσα κεφάλια με ανοιχτό στόμα περασμένα στο κορδόνι του νικητή χρόνου.
Το θηριώδες πάτωμα, το μόνο χαλί που έχει αμέτρητους κόμπους και η πλοκή του τελειωμό δεν έχει να το υμνείς, να το υμνείς.
Να παίζει το εμβατήριο για κουφά αυτιά του είναι, του υπάρχειν, στο χιλιαστικό βασίλειο που παρέρχεται, παρέρχεται κι όλο τελειώνεται. Η μόνη προίκα στην παροικιά, στο αγλαό κλινάρι.
Σπρώξτε λέξεις το πανί μου να αρμενίσω αμέριμνος στο “α” της λήθης.
Τέλειωσες το κήρυγμα; Όχι τίποτε άλλο, αλλά να για να τα συμμαζέψω να ξέρω που θα το βάλω να δουλέψει, ή μήπως έτσι το ξέχυσες από το λαρύγγι σου σαν εθισμένος, που ξέρει όμως ότι τα κηρύγματα είναι για τους άλλους. Να, για να τους πλησιάσουν στην ανάσα του θεού, που την περνάνε βέβαια από τη μυρωμένη δικιά τους ανάσα για φρεσκάρισμα, και πόσο γλυκό θα έφτανε στ’ αυτιά μου αν το φιλτράρανε στο τρίχινο ρούχο της ελπίδας και τη φλόγα της παρηγοριάς που μόνο το λιωμένο το αργασμένο στόμα του ασκητή το βάφτισε στο άδυτο της καρδιάς και την ξεραμένη γλώσσα της νηστείας του, από ύλη και σάρκα.
Πόσο πιο γλυκό γίνεται στου ανθρωποφοβικού τον κόρφο το δηλητήριο που φτιάχνει για να διατηρεί την απόσταση απαραμείωτη και έτσι οξύτερα τα λόγια του να μπαίνουν στ’ αλόγιστα αυτιά του περιδεούς.
Και πως ραγίζει το γυάλινο βάζο και άδειο από χολή. Άδειο; Ή γεμάτο τύφλα και οργή, μισερό πλάσμα πολτός καλλίτερα γεμάτος αγκαθερά κόκαλα, κάτι λιγότερο από ένα σβώλακα πεταμένο στ’ αγκάθια. Αγκάθια γεμάτος, με αγκάθια θα τον γιατρέψει ο τριχινοσκηνίτης.
Θα γύρει τότε αυτός να πει από το άλλο μου το αυτί. Στη σιγή του νού του, θα σταματήσουν όλοι οι άνεμοι, συμμαχώντας με το βουητό του μυαλού, ή αντιμαχώντας και το ένα κύμα σβήνει το άλλο; Σιωπή. Το κόκαλο, η κοκάλινη στέγη, ο θόλος των θόλων συσκέπτεται με τις θύελλες. Θα τις σπείρει για να θερίσει καταιγίδες.
Οι αφέτες λύνουν τ’ άλογα που στην τελευταία στροφή θα συντριβούν αύτανδρα. Τα λιανοπαίδια, οι αναβάτες, δεμένα στα τσαμαλίκια θα τιναχτούν στο κιγκλίδωμα και θα χυθούν τα μυαλά – μαλλιά στα κάγκελα. Οι κερκίδες θα ποδοκροτήσουν πιο πολύ από τα καλπάζοντα άλογα σε μια ιαχή που θα την πιεί ο ουρανός με κατεβασμένα σύννεφα που τρέχουν σαν άλογα αναχαιτισμένα, κι η αμαρτία του σταδίου θα ξεπλυθεί, κι οι κερκίδες θα ξεπλυθούν. Ο Όλυμπος θα περάσει στην ιστορία.
Αυλαία.
Καινούργια μυαλά πλέουν για την άσφαλτο μιας άλλης δόξας, αττικοί δρόμοι, κι ο ψαλιδοχέρης κόβει και ξανακόβει για να μας μπάσει στο νόημα των λεωφόρων. Βρυχώνται με χίλια άλογα οι μηχανές των πόλεων, γελάνε οι πέτρες, με τα χυμένα μυαλά της βραδυπορείας, παρδαλά κατσίκια στριμώχνονται στις κηδείες των καλλιμάρμαρων θεάτρων: η τραγωδία χτυπάει στις μαρμάρινες πλάκες το κουτσό πόδι της, τυφλή μοίρα προς το αλσύλιο της παλιάς κολώνας.
Επικολλητές χαλκομανίες, σκιοθέατρο, αχνός μπουχός, ακόμα ένα βηματάκι προς το κοίλο και να η κοιλιά του βαράθρου: χτυπά ο Πήγασος τις καψαλισμένες του φτερούγες προς τη σπηλιά του δράκου ξανά και ξανά το μάταιο της ορχήστρας.
Και όλοι εμείς στη μέση στριμωγμένοι λίγο πριν απ’ το τελευταίο βήμα και μετά από το προτελευταίο, πάντα στο ανοιχτό στόμα του όπλου που σημαδεύει αλάθευτα, ασκαρδαμυκτί, ασυχώρετα, με ακάψιστο μάτι, και ολέθρια ψυχρό.
Ξεκόλλα τη μούρη σου από τη γυάλινη οθόνη και θα δεις. Είσαι ένα συμπλήρωμα του πειράματος, σου ακτινογραφούν τα σπλάχνα ώσπου να γίνεις στο εκμαγείο αυτό μια γυάλινη μάζα, ανακλαστήρας και δέκτης, κοίλο γυαλί μόνο για ηλεκτρολυτικές γυαλόλαμπες: με μόνη ψυχή τις ηλεκτρονικές σκιές αλλά μαγεμένος, ματιασμένος.Τι ρούχο σε έντυσαν κορόϊδο, πως σε έχτισαν έτσι πατόκορφα με λόγια κι άλλα λόγια ώστε να μην μπορείς να ξεχωρίσεις μια φωνή που να έχει τον ήχο σου και τις δικές σου νότες, τόνους, φθόγγους. Σε καλαφατίσανε μα την αλήθεια για να σου φορτώνουν ξένο καπετάνιο, άλλον από σένα και με ξένο σκάφος.
Τώρα όμως πως να τα ξεντυθείς όλα αυτά. Πως να ξεγεννήσεις τη γλώσσα σου κάτω από τόσες γλώσσες ψεύτικες που πέρασαν σαν γάντι πάνω στη δική σου. Και ακόμα πως γλώσσα να τους βγάλεις;
Συ πετρωμένο άλογο και καβαλάρης στους τάφους του Ξενκιάν, στη θαμμένη πολιτεία του στρατού των νεκρών, ελπίδα του βασιλιά να πολεμήσει με τούτο το στρατό το επέκεινα; Τους οδήγησε στη μάχη θνητό σαρκίο πολεμώντας τον αθάνατο θάνατο, τους έστησε πολεμικά φαντάσματα να παίζουν πόλεμο ακίνητοι και μαρμαρωμένοι στην αιωνιότητα.
Ω Βασιλιά μάταια νικάς, μάταια ο στρατός. Στη μάχη του θανάτου πήγες έτσι κι αλλιώς πέρα από συντροφιές και μοναξιές, το κυπαρίσσι του θανάτου φυτρώνει διαμιάς κι από κρυφή μεριά, τσεκούρια δεν το πιάνουν, ξερό φυτρώνει κατάστεγνο, με της ζωής τα πράγματα καμιά τέχνη δε συγγενεύει, μήτε ποτέ κανείς θα βρει από ποιες κρυφές πόρτες γλιστρά η ζωή ή ο θάνατος, ξένος κι απόξενος μα φιλοξενητής μεγάλος σε τραβάει με αόρατα χέρια, από την καταδίκη σε ζωή.
Μόνο που σου ξέφυγε και δε στοχάστηκες, δεν την αφουγκράστηκες εκείνη την άλφα πέτρα που μέσα της έβραζε ο ασβέστης σα το δικό σου κεφάλι, κι όμως ήταν το κεφάλι σου το ίδιο που αντιλαλούσε στο ρυθμό της καρδιάς σα σφυρί που χτυπά arbeit – frei arbeit – frei με ένα κενό mact.
Ένα άλμα από το χλωρό λιβάδι καταμεσής στον ξερολαδιασμένο Κηφισό που οι φρυκτωρίες του στάζουν ιώδιο για φώς στους μεθυσμένους όπως τραβάνε για τα σφαγεία του Ρέντη.
Πίνει το τυρόγαλο.
-Πως σου φαίνεται.

-Κάπως καλλίτερο από τυρόγαλο.

kiklousmalia
Β.

Τραχωδίες σε αταραχία

Εκμαγεία του μαγεριού τη σιδηροκουτάλα του κόσμου, αναδευτήρι του βραστήρα, καιρός να βγω από το διπλό καπάκι που βιδώνουν γύρω μου σαν κλειδό και να δραπετεύσω έξω από τα λόγια τους που με παραγγέλουν να με βάλλουν στο τηγάνι τους σα σαλιγκάρι να σκούξω…. δραπέτης στο κενό μου στο άδειο σ’ αυτό το πλήρες άδειο.

Ένα άλμα από το χλωρό λιβάδι καταμεσής στον ξερολαδιασμένο Κηφισό που οι φρυκτωρίες του στάζουν ιώδιο για φώς στους μεθυσμένους καθώς τραβάνε για τα σφαγεία του Ρέντη.Τους κάθομαι στο στομάχι δε θα με βάλλουν και στην καρδιά τους.

Οι γάντζοι και τ’ αγκίστρια που χωμένα ως τα σβάραχνα δίνει άχνα στο αγκομαχητό σ’ αυτό που είπαν ζωή.

Υπαγορευμένος χείμαρρος μαλακίας θεραπεύτηκα πια από τη γλυκιά ελπίδα να με βουτήξουν αύτανδρο στην κολυμπήθρα τους να με υπάρξουν, να με εργάσουν.Λειψομνήμων : Η άλλη όψη του εφιάλτη, σε κάνει να θυμάσαι, ξυπνά με τον τρόμο του την τρομάρα. Τρομάρα μας να χουμε τόσο θυμητικό.
Μα χρωστάς ν’ αντιλαλήσεις τη ζάχαρη που πέφτει απ’ το λιώσιμο των δοντιών τους στα γλυκά λόγια κι απ’ την πολλή δροσιά, δε θα γίνεις λοιπόν ένα γλυκό αντίφωνο να κρυφτείς στις φτερούγες της κλώσας τους;
Φάε ρε τη σούπα σου.
Από το στόμα ως τον πρωκτό μια ανάσα δρόμος, όσο κρατάει η πορδή της ύπαρξης. Το ξόανο εστάθη το βάζει ομπρός του ειδωλολατρία πιστή μνηστή μνήσθητί μου, κι ας δε σου πέφτει λόγος ,τέχνη της αφωνίας, της αλογιάς.
Και τα φώτα, που σβήνουν τσιρίζοντας; Σωστό. Τσιριφώτα.Η ακινησία της σβούρας που γοργοακινητεί στον άξονά της, από το πέρας ως το άπειρο μέσα σε μια τελεία χώρο. Μια τσίκα, μια στιγμή, και τα χρώματά της γυρνούν στο γκρι, έτσι για τη μεταστροφή από το πολύ γύρνα επί τόπου.
ΑΟΡΝΟΣ
υποχθόνια λίμνη, και συ βάτραχος βγάζεις το κεφάλι απέξω και με γουρλωμένα μάτια, πρασινάνθρωπος που ξεθυμαίνει από την ανθρωπιά που τον μόλυνε το ανθρώπινο λεφούσι, ένα είδος καθαρτήριο είναι η λίμνη που σε πλένει έξω μέσα με βούρκο και λασπόνερα να σε λαμπικάρει. Κόπηκες;
Μυθιστοριογράφος ο κατασκευαστής των αναμνήσεων.Κι ο άνομος έχει το θεό του, της ανομίας, όπως όσοι έχουν το θεό για πάρτη τους.
ΚΕΡΑΤΑ ΑΠΟ ΚΕΡΙ
Αποτυχία κοινωνίας, αποτυχία των στοχαστών, αυτοκτονικά χέρια, λειψοκέρι λειψοκεριά.Αναβροχιά και χαλάζι, στο γούπατο με τα κουνούπια και τους στάβλους, κι οι σταβλίτες να παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με την κοπριά και το σανό.
Στιγμές χαρισμένες στον Κέρβερο εκεί που οι έρωτες κούρμπα
Βάνω στη ράχη της λέξης διαλυτικά για αραίωση του χρώματος κι όχι του πολύτιμου χρόνου που πιάνει η λέξη πρωΐ ας πούμε. Σαν να είναι καβάλα ή κολλημένος με σάλιο στη ράχη της αρκούδας ας πούμε, ή και στη σκιά της αρκούδας καλλίτερα προσανατολισμένος από πυξάρια μέχρι που να πήξει ο ουρανός σα γιαούρτι κι όλοι θα τρώνε τσάμπα από το γαλαξία έτσι πηγμένο, όπως οι ψυχές που μετακομίζουν εκεί πάνω χωρίς το φορτίο των κόκαλων.
Στο μνημείο των 49 πεσόντων -αν και δεν έπεσαν τους θέρισαν σφαίρες-, μαρμάρινος τάφος, ώστε δεν μπορούσες να πεις αν το μάρμαρο ήταν ακίνητο ή τα κόκαλα των πεθαμένων που ήταν σωριασμένα στο λαγούμι, αυτό είναι που λένε αθανασία; Αν είναι αυτό, τότε συμφωνεί το μάρμαρο με τον τάφο της ακινησίας του.( Όμως οι νεκροί με τον καιρό συνηθίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια όπως οι πνιγμένοι).
Και μπαίνει ευθύς μες στο θολό θόλο κι ανακατώνει το βούρκο και τις πηχτές λάσπες όπου είχε δει να χάνονται οι νεράιδες μαζί με το νερό, έψαχνε λες την υπόγεια λίμνη, την υποχθόνια υπόσχεση; Ας το σπρώξουμε μαζί με τον ακροβάτη την ώρα που εκτελεί το καλλίτερό του νούμερο, ένα βήμα παρά πέρα όσο απέχει άλλωστε κι ο γκρεμός που είναι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο εκεί βαλμένος.
Στο να είναι αρχάριος ήταν μανούλα, τα ξεπέταγε όλα όσα είχαν να κάνουν με αρχάριο. Μα ρε παιδιά, αφού είναι η πρώτη μου φορά που ζω και ίσως κι η τελευταία, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρος αν είναι καν η πρώτη μου… αν αυτό που μου έχει αρχίσει έτσι ξαφνικά είναι αυτό που θα μπορούσε να λέω δηλ. ζώ. Ζώ;
Κι αν ζω και δεν είναι η τελευταία μου φορά πολύ δύσκολα θα τη βγάλω σε μια παρόμοια επανάληψη.
Καλλίτερα να ξεπατώσεις και ένα και δύο και τρία και τέσσερα αμπέλια παρά να κάθεσαι και να περιμένεις, πότε θα γίνουνε οι αγουρίδες τους μέλι, γιατί αφού καλά το ξέρεις ο αγουροφάης κερδίζει, και δεν υπάρχει ζωντανό για ζωντανό που να μην το ξέρει αυτό. Περσινά ξινά σταφύλια, ας είναι κι έτσι από αλότερα. Ποιος δε σε θέλει; Ποιος σε θέλει. Ανακατώσου με τα πίτουρα και θα δεις, όλες οι κότες ευθύς θα πέσουν επάνω σου και τα κοκόρια, κότες κι αυτά κατά βάθος, από πίσω. Το όμοιο τραβά το όμοιο όπως οι μαγνήτες αν και καμιά φορά, μπορεί και τις περισσότερες, διώχνονται τα όμοια από αλληλεγγύη βέβαια.
Ανάσκελα είναι σαν να μουτζώνει το θεό, καλλίτερα μπρούμυτα,.. με γυρισμένη πλάτη, σαν να του θυμώνεις που σε θυμάται; Σε ξεχνά; Αδιαφορεί; Μπορεί έτσι να του κεντρίσεις καμιά περιέργεια.Καθώς το σώμα δεν είναι και η καλλίτερη πλάστιγγα που έχει εφευρεθεί άλλος γέρνει αριστερά άλλος δεξιά, άλλος μπροστά άλλος πίσω και ούτω καθεξής εις τον αιώνα τον άπαντα μέχρι να κουράσει τ’ αστέρια με τα καμώματά του κι ακόμα περαιτέρω να τα ξεκάνει με τις τρέλες του.
Υπάρχει μια πηγή μέσα ή εδώ κάτω από σκοτάδια και φως: ένα στο δεξί, ένα στ’ αριστερό και αναβοσβήνουν τα λαμπιόνια…
ΑΡΒΥΛΑ
Που ρίχνει την πετονιά; Στον 7ο αιώνα για να τσιμπήσει από κει κάτι «ωφέλιμο», κάτι σα σαργό κι έτσι όπως ο χρόνος έχει μια τέτοια κατωφέρεια να το βγάλει εδώ στο ψημένο ταψί και να το δώσει να το φάνε έτοιμο οι προοδεύοντες, οι άνθρωποι των δρόμων, οι αλανιάρες αγριόκοτες που σκαλίζουν ενστικτωδώς το χώμα…
Όπως λέγω εγώ, για το δικό μου εγώ, γιατί τίνος άλλου μπορεί να είναι; Στους αιώνες των αιώνων θα πρόκειται πάντα για ένα κατάδικό μου εγώ, αλλιώς γιατί να μου μπουκώνει το στόμα με περηφάνια κάθε φορά που πάω να το ξεστομίσω και ταυτόχρονα εκείνο αντί να εκστομιστεί μπαίνει και γεμίζει όλο το στόμα σα τα βαμπάκια τον πεθαμένο;
Φέρτε μου την ταγή. Ταΐστε με μπουκώστε με ζωή… εγώ που είμαι ένα κουλουριασμένο φίδι, ένας πύθωνας. Μέχρι να μιλήσει το όν στο λαρύγγι ή το λαρύγγι του όντος μέσα στη δίψα του για αθανασία μέσα στη δίψα του για θάνατο. Γαμωγιάννηδες.
Εκεί που οι σημαίες δεν κυματίζουν, στα φλάμπουρα τ’ ακύμαντα. Λές και πληρώνουμε τη γή, της δίνουμε πίσω τα κόκαλα για τη χάρη που μας κάνει…, και καύσιμό της στο αγκομαχητό της με το χρόνο.
ο ΑΘΡΟΙΣΤΗΣ:Τι είναι έγκατα αν όχι ένα λαγούμι, μια εγκοπή στη ράχη της γης, λίγο χαμηλότερα λίγο ψηλότερα είναι ζήτημα προσωπικής εκτίμησης. Στα θυμαράκια ή στα ραδικάκια θέλεις διάλεξε, θέλεις μη διαλέξεις. Είτε με τα πόδια πας είτε με διαστημόπλοιο την ίδια τιμή θα εκτιμηθείς, ποτέ δε θα ακριβύνεις, ούτε είναι λόγος να φτηνύνει ένα τσουβάλι κόκαλα, είναι δα τόσο φτηνό ήδη σαν πραμμάτεια: Από τα πιο αρχαία χρόνια μια δεκάρα με ίδιες τις δύο όψεις. Για του Πλούτωνα τ’ αμπάρια.
Έβρισκε τρελό που δεν τον εννοούσαν όταν διατείνονταν, ότι κάτω από τα ραδίκια δεν είχε διαφορά κι ήταν το ίδιο με έναν που ρεμβάζει κοιτώντας τον έναστρο ουρανό. Τι ρίζες από ραδίκια τι αστέρια το ίδιο δεν κάνει στο τελικό άθροισμα; Έχω χαμόγελο κατευθείαν από το χέρι του θεού, μεσολαβημένο βέβαια από τις απεσταλμένες του τις μοίρες.
ΣΚΟΡΠΟΝΕΡΑ
(πάλι για έρωτες θα γράφω;
Μολονότι οι αντικειμενικές συνθήκες είναι για όλους ίδιες, όπως βλέπεις δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη με σένα γι’ αυτές τις συνθήκες, οπότε το συμπέρασμα βγαίνει μόνο του πως πράγματι είναι και ίδιες και αντικειμενικές όπως με βλέπεις και σε βλέπω. Γιατί αν η αντικειμενική συνθήκη έχει βροχή, βρέχει για παράδειγμα, κι εσύ είσαι στην αντικειμενική βροχή, ενώ εγώ σ’ ένα αντικειμενικό υπόστεγο, πως να μη διαφωνήσουμε για τις επιπτώσεις της βροχής; Εσύ θα λες πως η βροχή είναι αντικειμενικά μουσκευτική, ενώ εγώ; Γιατί βέβαια εσύ θα έχεις δίκιο ως προς τα αντικειμενικά αίτια ενώ εγώ για τα αντικειμενικά αποτελέσματα. Με λίγα λόγια μια συλλογιστική μούσκεμα.
Τίποτε δεν μας εμποδίζει να είμαστε καλοί ηθοποιοί. Κι εξάλλου αυτή η τέχνη γεννήθηκε μαζί με τον άνθρωπο και την τραγωδία του.Σχεδόν έχουν τις ίδιες πιθανότητες για το ποιο γεννήθηκε πρώτο.
….αν έχετε την ευχαρίστηση
μου περνάτε το αλατοπίπερο,
Γιατί κύριε Μαλόν παρότι θα δεχτούμε την εμμονή σου να είσαι “εσύ μόνος σου” κι όχι ένα πεπόνι που πονάει σαν κεφάλι που το σφάζουν. Και τούτο επειδή από όλες του κόσμου τις μεταφορές δεν θα διαλέξουμε τα ερωτηματικά τις κουτσουλιές που πέφτουνε στο κεφάλι μας από λογής πετούμενα, πτηνά και έντομα, και που και που κανένας αερόλιθος, κι ας είναι που μας χαρίζουν κάποιο χασάπικο γέλιο όταν λερώσουν κανένα κουστούμι. Ή να τις πω κοτσιλιές όπως κάπου θυμάμαι να γράφτηκε; Όπως κι αν έχει καλό πράγμα οι μεταφορές όταν μάλιστα βγαίνουν όπως το αβγό απ’ τον κώλο του πουλιού.
Και βέβαια δε θα δίνουμε την αιώνια συγκατάνευσή μας σ’ εκείνους που ζυγίζουν τα βουνά με το ραβδί τους και μετράνε το βάρος τους στα τελάρα, και που έχουν κάνει ότι μπόρεσαν για να τρελαθούνε μια ώρα αρχύτερα. Έχουμε προ πολλού χάσει την περιέργειά μας για την τελευταία τους πινελιά. Εξάλλου τους έχει καταπιεί ο χρόνος και δεν έχουμε άλλα κεφάλαια να δαπανήσουμε στη συντήρησή τους κτλ.
Γιατί επιτέλους ένα βήμα στο πλάι, ένα βήμα πίσω, κάνει καλλίτερη τη θέα, παρά με τη μούρη χωμένη στον ασβέστη του τελάρου. Μια φύση αραιότερη κι αν δεν τη φτάνει το χέρι, τότε το μάτι, κι αν όχι κι αυτό τότε το παρά μάτι.
Γιατί επιτέλους που λέει ο λόγος, ξαναβγάζει από το ορθολογικό κουτί του το «σύγχρονο» άνθρωπο και τον επανατοποθετεί μισό μέσα στο βούρκο εκεί που είναι και η καθολική του συνθήκη, για να είναι σωσμένος ες αεί, ζωσμένος την πανοπλία της απώλειας. Και επειδή κάθε μέρα μας σώζει πότε η τεχνολογία, πότε οι εφευρέσεις, πότε οι τέχνες και τα γράμματα, ώστε δεν έχουμε δα να παραπονιόμαστε μέσα σ’ ένα τέτοιο φαντασμαγορικό πανηγύρι. Άλλωστε το γαλατάκι αυτό αποπνέει κάθε πόρος, οπότε προς τι οι απορίες. Δε σε χωράει ο τόπος, ο κόσμος; μη βιάζεσαι..Αλλά τούτο το τελευταίο γαλατάκι δε θα το πιώ. Απλά το βάζω στο ράφι, αφού είδα την οσμή του και την προέλευσή του.
Ας πω κάτι τελευταίο. Θυμίζει ο Bacon με τις σφαγμένες του μορφές, καταβολές από δω.
Όχι.Εμείς,εγώ, είμαι δοξαστικός της ύπαρξης. Δε θα εγκαταλείψω εκείνο το πράγμα που λέγεται τραγωδία και ηδυσμένος λόγος. Έρωτας, ομορφιά σε μια αποτίμηση μέσα στον καιρό, πέρα από τον καιρό. Σίγουρα ζητώ να βγω σε πιο σίγουρη δομή, με τα συμφραζόμενα της εποχής μου, σ’ εκείνο που επιμένει να ονομάζεται σύνθεση. Θεώρηση των σκεπτικιστικών θέσεων του Αινεσίδημου, ο εφεκτισμός από αισιοδοξία. Μέσα στο φως κορυφογραμμών και ακτογραμμών, από μιά κοιλάδα που κρατά και φώς και νύχτα και φεγγαρομέρες που δε θα σβήσουν ποτέ. Αυτό θα το συνεχίσω ώσπου το ένα ξημέρωμα να συναντήσει το άλλο.
Αυτό το Μπεκετικό διάλειμμα ήταν για να συμπληρωθεί η φράση: “καλά μπερεκέτια κε Μπέκετ”. Έτσι για να τον χώσω ανάμεσα σ’ εκείνες τις αισιοδοξίες κι εμένα. Για να πάρω μια απόσταση, ώστε να τα ξαναδώ, και να αποτιμήσω με φρέσκο μάτι τις ατοπίες. Γνωρίζω τον τόνο, γνωρίζω τι χρειάζεται, μόνο που εκεί δε βοηθάει η γνώση.
Οι παράμεσοι
Κι όμως, σ’ ένα παρόμοιο Σανατόριο (θανατόριο;) βρέθηκε ο Βασίλης Τ., κι εκεί ίσως οι φεγγαρομέρες δεν θα ήταν του κακού του χαρακτήρα μνήμες. Σπαρτάραε από χαρά, στην καρδιά του Βερολίνου ανάμεσα στην απόλυτη τιμή που τον περιόριζαν οι πατερίτσες του,.. μπροστά στο νεοαποκτημένο του πλυντήριο που δεν ήξερε πως σταματάει. Μια παιδικότητα γεμάτη βάσανο.
Το ίδιο ο Χαρίσης Λ. Επιστροφή στις “ρίζες” τους για να φύγουν στον αγύριστο… Χάνοντας και τις τελευταίες τους αυταπάτες, μονήρεις, σ’ ένα κόσμο που τόσο ριζικά έχει μεταβληθεί κι όντας οι ίδιοι πολύ μακριά από τον εαυτό που είχαν αφήσει στο μικροχώρι τους.
Λέω τη μοίρα των δυό τους, επειδή πολύ νέοι μονήρεις άφησαν τούτο τον κόσμο, απ’ τον οποίο ήταν πολύ πολύ μακριά χρόνια πριν την οριστική τους αποδημία. Όμως το χούι τους το πήραν μαζί τους. Ήταν ότι καμιά πουτάνα αυταπάτη δεν μπόρεσε να τους το μαλακώσει. Ήταν πέρα για πέρα τζιόρες για να δεχτούνε προσαρμογή. Μονόλυκοι που το χνώτο τους δεν ταίριαζε ποτέ πουθενά και με κανέναν. Έμειναν έξω από το παχνί. Γι’ αυτό και κάηκαν προώρας. Δεν έκαψαν κερί ελπίδας, ούτε φανερά, ούτε κρυφά. Αλλά και δεν ενηλικιώθηκαν ποτέ τους. Να τους πω ανθρωποσκιαγμένους δεν πέφτω έξω. Κάτι σκοτεινό τους κυνηγούσε μέσα τους. Μάλλον θα μπορούσε να ειπωθεί ότι τη ζωή την είδαν σαν θρύλο παρά τη ζούσαν.
Που είναι το κατακάθι; Παντού. Όπως το σαράκι. Άμα μπει στο στεγνό ξύλο δε θα κάτσει, δε θα βολευτεί στο λίγο, θα το φάει πατόκορφα. Γι’ αυτό μη ψάχνεις να βρεις σε ποιο σημείο μπήκε, τρώει και θα τρώει ως το πέρας των καιρών, από τα στραβόξυλο, όπως συμβαίνει απ’ την ώρα που κοίταξε η επιθυμία στον καθρέφτη της.
Και όσο θα τελειώνουν το έργο, τόσο πιο ατελείωτο θα γίνεται.
Αν ήθελε κανείς να ξαναδοκιμάσει ένα επίγραμμα, ένα σύμβολο επιτύμβιο τι θα είχε να προτείνει;

“Δώθε του τάφου δε βρήκα τίποτε,
δεν ξέρω σε ποιο ταξίδι με στέλνετε,
αλλά χούι δε θ αλλάξω, αυτό είναι σίγουρο”.

Αν κάρφωνες δε στη θέση ένα άγαρμπο παλούκι από κέδρο με δυό τρία άγρια κλαδιά σα φούρκα, ίσως συμβόλιζε τη φτιαξιά από ληστή των παλαιών ημερών, που πήραν μαζί τους…..ανήμποροι με το χούι τους.
Πέθαναν από άγνοια, μέσα στην άγνοια, έχει κανείς τίποτε καλλίτερο να συμβουλέψει; Ξέρει κανείς; Ξέρει κανείς ποια είναι η καλλίτερη αποτυχία στο σχολείο της ύπαρξης;

 

unnamed

 

Γ

 

-Πώς το κάνει αυτό;

-Νομίζω ,σα μάγος που είναι.

Οι παπάδες είναι κάτι πράματα που, έτσι νομίζω εγώ,σου τάζουν την αιωνιότητα όπως σε βλέπω και με βλέπεις ενώ στην πραγματικότητα σου ρίχνουν τόσο χώμα ώστε να μη μπορέσεις να ξαναβγείς ποτέ.Τόσο αιώνια σε θάβουν.
Μετά από όλα αυτά ένοιωσα τόσο επιτυχημένος και τόσο δοξασμένος όσο μάς το έχουν περιγράψει οι παντός είδους δάσκαλοι και καθηγητές της ζωής με τόσα στολίδια στο λόγο τους όσα τα στολίσματα που τους ντύνουν,και φορτωμένος με τη γαϊδούρα τούβλα όλη μέρα ανεβοκατέβαινα το γιαπί προς το ένδοξο μέλλον μου που μιά το συναντούσα στην ταράτσα μιά στο υπόγειο….τουλάχιστον δεν είχα απέναντι όχθη γιά να την επιθυμώ,την άλλη όχθη που λένε.
-Τί ξύνεις;
Ή το κεφάλι μου γύρισε ή η γή γύριζε ,όπως και νάχει κάτι γύριζε.
Σα μαγικό κύκλο άς πούμε ακόμη και φλεγόμενο γιά να μένουν οι διαβόλοι απέξω,πράγμα που έκανε κι ο ούτις στο φως της μέρας αλλά στα σκοτάδια της μέρας κύκλο αιμάτινο που γύρω μαζεύτηκαν οι ψυχές οι κάτω κόσμου,και τους έδωσε αίμα γιά να μαντέψουν,να δούμε σε τούτη τη νύχτα ποιός διάολος θα μαντέψει και τί.
Ο νόστος είναι νηστικός από εστία,η νοστιμιά του είναι δεμένη με τη νηστεία των οικείων γεύσεων,και έρχεται με υγρασία νοτιά.Την ξυπνά βαθύτερα η βάρκα που χωράει,η Ναυσικά,η χλωρή φοινικιά με το φοινικόλαδό της.
-Τί ξύνεις;
Εμείς ξύνουμε τα μολίβια κι εκείνα με τη σειρά τους -ή από ευγνωμοσύνη άραγε;- ξύνουν τη λευκή σελίδα ώστε να μαυρίζουν σα προβατάκια στο λιβάδι τους λογιώ-λογιώ σχήματα και σημάδια… κατά το «ο λόγος μπαίνει από τις αυλακιές του αυτιού,από άλλα αυλάκια το σπέρμα. -σπερματικός λόγος.
Δεν χτυπάει Μεσάνυχτα.Όχι ακόμα.Δε βρέχει.
Γυμνός από έπαρση ανθρωπιάς.
Ανθρωπιά: το λασπώδες ,γλίσχρο ψέμα γιά τα θρανία,αλογοτριβή.
Αλλαγή γλώσσας.Δε σου έμαθε το απέναντι μπαλκόνι το νέο ήχο;
Αντίδρομα: θα θέλαμε πολύ να είναι αυτός ο ήχος του τραγουδιού μα πίσω από εκείνα τα λόγια, του ξελογιάσματος, Αρχίζει να φέγγει μιά άλλου είδους «μυθολογία».Ένα απόγευμα γυμνό,ένας τεφρός ήλιος,καρφωμένο το δόντι του στις καμπύλες της Λίπας,αυτής της εφτάΨΥΧΗς με τα πολλά καπούλια σκοτεινομαβιάς με τις φιδόπετρες.Οι μικρές θείες ταξιδεύτρες είναι σκόνη από άστρα,αστερόσκονη που κυλάει στην σκοτεινή μαύρη άβυσσο,στα πιό μαύρα νερά του Χωνευτού Νερού της Στυγός.
-Τί ξύνεις;
Μόλο που μόλις κανείς ακούσει να εκφέρεται η λέξη ίχνη πάει το μυαλό του στα χνάρια πάνω στο χιόνι,την άμμο,η το χώμα,ενώ είναι κάτι ακόμα πιό αόρατο από αυτό τα ίχνη ,κι άς είναι φωνές και κίνηση και ίχνη τραγουδιών,πέτρα πάνω στην πέτρα δρόμοι ιχνών,αυλαίες,τελάρα,ίχνη ψυχής,σωμάτων,αποκαΐδια κι ότι έχει το αρχαιολογείο της ύπαρξης στην καμπούρα της φάλαινας στους ωκεανούς του ταξιδιού.
Όλος ο ωκεανός δρόμοι που χαράζονται και ξαναχαράζονται έτσι όπως παίρνει ορμή η καθε διάνοια από το μύθο και γεμίζει το μυαλό όνειρο γιά να περνά το σκοτεινό βυθό του ύπνου του ξύπνου…

Άστην αυτή τη δουλειά,με τα όντα κτλ. την έχουν αναλάβει άλλοι του είπα. Πιό επιτήδειοι και πιό μπαγαπόντηδες…

Μην καλοπιάνεσαι, μην τους καλοπιάνεις, καλοπιάνεται το κολοβό φίδι;

I. ‘ 94

%ce%bb%cf%8c%cf%85%ce%b2%cf%81

Advertisements

One thought on “κέρνος

  1. ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΗ

    Παθαίνουμε ό,τι δε θέλουμε.
    καταπλήσσει γενναία ματιά , μεταφορά
    αιχμή του πιό βάρβαρου να δηλωθεί
    της ταφόπλακας το μοιραίο , βαθιά
    στα μνήματα ζω-γραφίζουν;
    αγγίζω τις πέτρες σου πριν τις κάνει βόσταλα
    με τη σμίλη του χρόνος υγρός,γιατί υγραίνεται η πέτρα
    παίρνει της σταγόνας το κάτι ,λειαίνεται κι αυτό μας θέλγει

    έλα και θέλω το πικρό σου κι εκείνο που κόβει τα όρια
    κι όλο το κόκκινο πιπέρι σου
    θέλω να ζωγραφίσω τα μάτια σου
    το πικρό νερό σου πού κόβεις απ την άβυσσο
    βοτάνια του θανάτου κι έτσι
    ζεστά που ανασαίνεις ανάστα η πλάση
    θέλω τις πέτρες σου

    συλλήψεις Η ματιά πιάνει στα πιό μακρυνά το εγγύτατο
    Κυκλώνες και ίλιγγοι! ταξιδεύοντας με θέρισες
    κοφτερό που είναι το φωτεινό βλέμμα σου
    σκιάζει με τη λάμψη του-κι άν έχεις λάμψη ασκίαστη-
    θαμπώνομαι να δω Κυρά Πυργοδέσποινα

    βαδίζω στην κόψη απάνω .Και μόνον
    Βρίσκω ισορροπίες κι ανθούν
    Αυτό το ακριβό το εκτιμώ
    αντλείς ψαχνό το φέρνεις

    ορός αίματος ο ήλιος σου
    σαν γύρη μας κυκλώνει κυκλώνας φωτός
    ανατονίζεις με αναχαράξεις απρόσμενες με υπερβολές
    σε βρίσκω εκεί που καμπυλώνεις τα πέρατα
    τέρπεις σαν από τη φλέβα σου δίνεις αδερφώνεται το αίμα
    αίμα απωλειών σου βαθαίνει τα χρώματα με πόνο κι οργώνεις
    αδιανόητα τοπία επιτευγμένη μορφή
    απτική κι απάνω της γλiστρά το βλέμμα
    και από κατάστιχα σταχώνεις τόμους πραγμένα νοημένα
    Γράφω μεταφορές μέχρι να δω πώς φοράς τον εαυτό σου πάνω σου
    *
    κυκλαδικά αναδυόμενα

    Άν λογιστώ πώς απ το βλέμμα σου θα φλογιστώ(στιχάκι για περίαπτα -ωραίων λαιμών,μετάλλιο>μενταγιόν)
    «ενώ το φως όλο και λιγοστεύει»,με αυτό κολόνα πιάνεις τα άπιαστα ,να γιατί έρχεται το λυχνάρι και δίνει αιτία στο αποτέλεσμα της λίγωσης του φωτός ήτοι λιγοστέματος ,γιατί κλέφτηκε του ήλιου το στέμμα σαν ο πολυώνυμος απόλλων(ο απολλούων απολύων η απώλεια κτλ) αποσύρθηκε κι ο ελληνικός μύθος συντρίφτηκε,
    «απλά…το φως όλο και λιγοστεύει…» λιανεύει κάθε στιγμή όμως η ζωή με ένα φίλημα το σώνει το κάνει ακτίνα μας ,χαράζοντας ακτές ακρογυάλια γυρογυάλια όνειρα στο κύμα δεμένα στό μουράγιο λυμένα,όνειρα δεμένα στο μουράγιο σαν καράβια,τι θέλουν τα καράβια; λιμάνι ή πέλαγος,έτσι το λιμάνι είναι αγκαλιά,μα η αγκαλιά θέλει άπλα από πέλαγο για να νιώσει το άγγιγμα της εγγύτητας,κυκλάδες τα μάτια σου με αναδύουν.
    Κυκλαδίτισσα μου φάσγανο πορφυρωμένο.Γαντζώνεις χρόνο τρίζει η λέξη,ώ βαθύζωνη!κινείς τρυφερό.είσαι συγκίνηση. Αμοργό δέος. φάσγανο πορφυρωμένο,γαντζώνεις χρόνο τρίζει η λέξη,ώ βαθύζωνη, τα ενώνει όλα με εικόνες βαθιάς όρασης και πνοής. Τι να πώ.Εδώ είναι κορυφή , στενοκόρυφα.(και από την άλλη μεριά η χοζοβιώτισσα κι εσύ.
    *
    Ιάνα:
    η αποπνιξία της ύπαρξης …πως μπορεις τόσο παραστατικά να γράφεις το συναίσθημα… περιγραφή της κραυγης του συναισθήματος…
    μια δυνατή άλαλη κραυγή : πνίγομαι
    η παθητικοποίηση του ‘αυτονόητου’: να με υπάρξουν, να με εργάσουν….
    η αισθηση πως δεν βιώνεις αλλά «στα βιώνουν»…
    Κόπηκα.
    Δεν βγαίνει η ανασα ούτε εισέρχεται το οξυγόνο.
    Κι αν σου πω πως ήθελα να σε αγκαλιασω διαβάζοντάς το ίσως να καταλάβεις καλύτερα τι διάβασα μια που δεν είμαι ικανή να περιγράφω .Μα ήθελα να σ αγκαλιάσω
    Διαβάζω τα άλλα. Πες μου αλήθεια πιστεύεις πως είμαι ικανή να γράψω κάτι κάτω από αριστουργήματα; Δεν εχω διαβάσει παρόμοια αριστοτεχνουργική γραφή ποτέ στη ζωή μου, δεν έχω διαβάσει τέτοιο στοχασμό στο παρελθόν ούτε τόση πνοή. Κι εχω διαβάσει πολύ…
    Έχω μείνει ακίνητη να τα διαβάζω και πάλι και ξανά και να μπαίνω μέσα τους και να περπατω στα μονοπάτια τους. Είναι πολύ μεγάλη τιμή που μου τα έδωσες. Και πολύ μεγάλη ντροπή η σκέψη πως εσύ, εσύ αυτός εσύ, διαβασες τα παιδικά μου αστεία πενιχρά ποιηματάκια

    Μαρδούκ:
    Στέκομα στο τελευταίο.Η γραφή σου ,οι εικόνες σου είναι πετράδια σε δαχτυλίδι.Μην απαξιώνεις ,έχεις χάρισμα, ματιά .Θυμάμαι τα άλογα που γυρνούν τους κόκκινους λαιμούς τους :καίρια εικόνα.Κίνηση που γοητεύει.

    Ιάνα:αναθρώσκει ο καπνός της απόγνωσης…
    Τα ονόματά τους γίνηκαν βορά του χρόνου, τα πρόσωπά τους
    λεία της βροχής, οι φωνές τους αθύρματα του αέρα.
    Χάθηκαν οι πτυχώσεις των φορεμάτων και οι κομψές χειρονομίες,
    τα κόκκινα χείλη και τα πολυτελή χαμόγελα, η μεστή σάρκα και ο εύγεστος λόγος και μονάχα τα μάτια τους εξακολουθούσαν και
    υπήρχαν ανέπαφα από τη φθορά.
    Ωστόσο, κάπου κάπου ένα απ’ αυτά έλιωνε κι έρεε και χανόταν
    και δεν ξαναβρισκόταν ποτέ και τότε όλα τ’ άλλα έκλαιγαν γοερά χωρίς καμιά έλπιση ξέροντας πως η ίδια μοίρα περίμενε όλα τους.
    Η καλύτερη αποτυχία στο σχολείο της ύπαρξης.
    Δεν ξέρω

    Μαρδούκ:
    Με τιμά αυτό που λες.Κρατώ το τρυφερό σου κάτι :πολυτιμότατο,ανεκτίμητη μου ΣΥ! Υπεροχική μου!Κεντάς.
    *

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.