ΣΤΟ ΞΕΦΩΤΟ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

__

Στο ξέφωτο ο τρελός λαγός χορεύει πάνω στα τριφύλλια με το θάνατο ,στη δύσκολη συνομιλία.Χρειάζεται μεγάλο μαλάκωμα ψυχής για να γίνει κανείς συγγραφέας, γιατί για να γίνει ποιητής πρέπει πρώτα να πεθάνει και τότε ίσως. Σε τούτη τη ζωή λίγοι το πέτυχαν, ελάχιστοι. Και μάλιστα οι ποιητές του συρμού σε βάθος χρόνου χάνουν το φωτοστέφανο και άλλοι άφαντοι, αδόξαστοι τον κερδίζουν χρόνια μετά όπως ο Κάλβος: Οι μεγάλοι συνομιλούν από τόσο ψηλές κορφές που χρειάζονται Ιμαλάια για να συνομιλήσει το έργο τους. Βρίσκουν όμως πολλούς αναγνώστες σε βάθος χρόνου, γιατί ο χρόνος της ιστορίας είναι δικός τους όσο ο χρόνος της ζωής τούς ήταν ξένος. Υπάρχουν οι συγχρονικοί της μόδας και υπάρχουν οι διαχρονικοί, οι αιώνιοι: Όμηροι φωτός που η φωνή τους περνά τις χιλιετίες σαν μέρες, γι’ αυτό αργεί η μικρή μέρα να τους καταλάβει: Χέλντερλιν, Κήτς, Ντίκινσον, και ο δικός μας Σαραντάρης, θα τους βρει μπροστά η Ελλάδα προσεχώς. Κοίτα.Το Δάντη τον κέρδισε σε άμεση φήμη ο Βοκκάκιος, αλλά μετά τι;

Από κάρβουνο διαμάντι.Ενάργεια απαιτεί ο λόγος και η φράση οπότε, όταν η τέχνη στοχεύει κάθαρση.Οδηγητικές αρχές της τέχνης,μόνιμο στοιχείο της τέχνης μέσα στην αλλαγή. Αισθητική και διαφθορά της στον αισθητισμό. Το κρύβεσθαι, επικάλυψη και ξεσκέπασμα. Ανάσυρση καλύμματος,τράβηγμα του πετάσματος που σκεπάζει τους εφτά ουρανούς όπου έστησε τη νεοπλατωνική κλίμακα ο Δάντης προς την Κόλαση, τον Παράδεισο, το Εμπυρείο, με στωϊκότητα , λίγο κυνισμό, φόλα στον υπερ σκεπτικισμό, ξεφεύγοντας τον εφεκτισμό.

Σκάλα φωνής,ανάδειξη νέου αιτήματος προς ενοποιητική ματιά και στροφή στον έσω άνθρωπο,υποκείμενο του χρόνου. Το περίσσευμα του νοήματος που μας βγάζει από την εσωτερική και την εξωτερική εντροπία σε ανάταξη νοήματος,πλαταίνοντας αναπλαστικά την πλάση δια της πλοκής.

Ημερολόγια κατά την ανάγνωση.Με μηνύτορες αετούς τα βουνά ταξιδεύουν νόημα, μέγας όρνις το σύμβολο του πνεύματος των βουνών. Συγγραφέας γίνεσαι αφού δοθείς επί χρόνια σε τουλάχιστο οχτάωρη συγγραφική επίδοση και αφού ξεσκονίσεις πλήθος γραφείς απέξω και ανακατωτά ,εφαπτόμενα τούτα με της ζωής τους γύρους ωριμάζοντας, ξεφλουδίζοντας και αλλάζοντας πονεμένα δέρματα ενηλικιώσεως μέσα στις γραφές ώσπου να γίνεις ύφος. Κατηγορίες αισθητικές: Ωραίο, υπέροχο, χαρακτηριστική ομορφιά, υψηλό, χαριτωμένο, άσχημο. Δεν είναι οι μεταφορές που θα σε σώσουν. Δεν είναι ο μύθος αν βρεθεί. Είναι ο δικός σου τρόπος πώς θα τον πας βαθιά στο πλαίσιο με αναπλαισίωση. Κατεργασία με κόπο κι άλλο κόπο, δεύτερες, τρίτες, πολλοστές γραφές, ακάματες. Αγώνας με τη γλώσσα, τη βαθιά έμπνευση, το βαθύ δούλεμα,από το α της λήθης στο ω του ωραίου, κυκλικά.

Στον κάλυκα της ύπαρξης.Δεν περιμένεις να σε βρει το έργο, πας εσύ να το βρεις περνώντας από Σαχαλίνη και Πετραία Αραβία. Ανάληψη ευθύνης εαυτού,σύνθεση. Δένεις το τέλος με την αρχή, ισορροπείς τα αντίρροπα.

Όταν τα νεοελληνικά γράμματα δεν μπόρεσαν να δώσουν μέχρι τώρα μυθιστόρημα από έλλειμμα σε μύθο, επειδή δε βρήκαμε το μύθο μας, θα πει πως ο μύθος είναι το μεγάλο μας μυστήριο. Θα πει πως η ατοπία μας συνεχίζεται. Κι ύστερα έχουμε την αμετρία μας,ασύμμετροι όντες.

Δεν έχουμε κίονα αναφοράς και νήμα στάθμης,αστάθμητοι και στο χρόνο. Σε λίγο το νόμισμά μας θα συμβολίζεται με της Ευρώπης το λείο δίχαλο, το αγριοκάστανο, τον αχινό των βουνών. Και δεδομένου ότι οι μικρές χώρες έχουν πρωταρχική ανάγκη για λογοτεχνική πατρίδα,πού ταξιδεύουμε;

Η ποιητική οίκηση του κόσμου με αιχμή νέας τεχνολογίας στο δόρυ του νέου χρόνου. Αναπολιτισμός,όπως τον προανήγγειλαν τα κινήματα των τελευταίων αιώνων. Ελευθέρωση φυλών και φύλων, οι γενιές με ταχύτητα τολμούν την προσφορά και δίνουν τη σκυτάλη ώστε προάγονται νέες συνθήκες διαρκώς με παράδοση νοήματος που αποκλήθηκε εκμοντερνισμός. Παντός είδους δρόμοι και χρόνοι δένουν ενοποιητικά τον πλανήτη,δένουν τις αντιθέσεις με δύναμη όσο έλκει ο ήλιος.

Και για τούτο η ποίηση κάνει άλμα. Ο αρχαίος, Πλάτων, Ηράκλειτος, Αριστοτέλης, Τραγικοί, έχει το μύθο της αιώνιας επιστροφής, ο αιώνας πηγή  χρόνου,κινητή εικόνα της αιωνιότητας, και την χώραν.Ο μεσαιωνικός πρόγονος έχει το στατικό αιώνα του παραδείσου και τον οικουμενισμό του ως μετοχή του απείρου.

Ο νεωτερισμός μας, αντλεί από τη διαρκή έκρηξη επιστήμης εφαρμοσμένης και τεχνολογίας, από μια ποσοτική μοίρα που τρέπει τις ποσότητες σε ποιότητες δια της συνεχούς και διαρκούς αλλαγής. Κορνίζα θέτει το χρόνο, η ιστορία εκτινάσσεται γίνεται διαστημική με άλματα χρόνου με ασυνέχειες. Κομμάτια χρόνου αυτονομούνται έτσι που μιλάμε με νόημα για δεκαετίες ή ακόμη προγραμματίζουμε με τετραετίες ή με στόχους χρονικού ορίζοντα π.χ. 2111.

Χτίζουμε σαν σε τελάρο με κερήθρες εμπλουτίζουμε κυψέλες όπου μελισσοκομείται ηδύτης βίου. Ο βίος ελευθέρωσε τα μυαλά από το ενοχικό των προπατόρων, η σωματικότητα αξιώνεται, τα ήθη χαλαρώνουν, η ακαμψία των σωμάτων κερδίζεται τρέπεται σε ελαστικότητα, πλαστικότητα, οι ψυχές γίνονται ευλύγιστες, το πνεύμα λεπτότερο, ο θεός του έρωτα ευνοεί το απροσποίητο δόσιμο,η λαχτάρα ευδοκιμεί προάγεται λευτερωμένο το αίσθημα, προκρίνεται η χαρά της ζωής χωρίς υπολογισμό, η ζωή γίνεται αντιληπτή ως ταξίδι όπου γης.

Κατονομαστική δύναμη της λέξης,η γλώσσα μεσολαβεί τον κόσμο , τον εννοεί ,κάνει τις σημασίες.Στην αιώνια ροή μετακινείται και το κενό; Που πήγε το χθες; Που πήγε ο τόπος; Πως ανοίξαμε τον κόσμο; Ποιό είναι το ριζικό σύστημα της γλώσσας στην άρριζη πορεία μας.Στο σπόρο βλέπουμε το άνθος ή το ένα ανατρέχει στο άλλο,τέχνη του φυτού με βλέπει άσφαλτα.

Τι είναι αυτό: η γλώσσα, Τι είναι αυτό: ο λόγος, Τι είναι αυτό: κλαδιά του είναι.Λόγος: λέγειν – λέξη, αιτία – σκοπός – στόχος, λογισμός – στοχασμός, λογιστική, αριθμητικός λόγος, κλάσμα, διαίρεση, μέρος του όλου, της μονάδας, τι λογής, διαλεκτική, διαλέγω, διαλέγομαι – διάσκεψις, συλλογισμός – σύλλογος – συλλεκτικά.

Αιτία: Γιατί να υπάρχει ο κόσμος; Υπάρχει ο κόσμος, διαλέγω το δρόμο του όντος.
Υπάρχει το Υπάρχειν.

Στραμμένο στο μέλλον μπαίνουμε αδιάκοπα στο μέλλον το αρχέγονο.

Αφού έχεις όπως το λες το τζαμί σου, πες τον αμανέ σου κι αλλιώς. Ξανακοίταξέ τον και δες πως κατεβάζει στον πιστό το θρησκευτικό λόγο από ψηλά με υποβολή.
Όμως δεν είμαστε αρμόδιοι να διδάξουμε τρίλιες τον κορυδαλλό.Είναι μοίρα σου η γραφή; Βάλλε της αίμα στην καρδιά για να πάλλει το μυστήριο. Βάλλε τις μούσες στο μυαλό για να ακουστεί η μυστική μουσική της ψυχής.
Από την οξύτητα των λίθων λείανση των λεπτών οργάνων, ακούς το θόρυβο του κόσμου στο ένα μήλο, βάζεις το επιτευγμένο να διαβάσει το κατώτερο. Δεν είναι το πρώτο σκαλί που διαβάζει το ύστατο, αλλά αντίθετα από το τέλος κάνεις κρίση της αρχής. Από κει που η χάρις της ανοιχτής ματιάς ανοίγει στο νόημα τους κύκλους της οράσεως, όπως σηκώνει ο αετός τη χελώνα στα νύχια του, κοιτάμε από χελώνας ή από αετού; Συνομιλίες με τα Ιμαλάια ακούγοντας το θρόισμα λεπτής λεύκας,σοφία ασημένιας κεφαλής όπως την ανέβασαν οι ρυτίδες με πλουτισμό χρόνου. Συγκέντρωση, συμπύκνωση, συγκεκριμμενοποίηση.

Επεξεργασία συλλήψεων για να μπορεί να τα νοιώσει μια αρρενωπή καρδιά, να την υψώνει η τέρψη να της δίνει ανάστημα και ανάσα.
Σπήλαιο ή Γή στραμμένο προς τα έξω, κυρτό σπήλαιο ακτινοβολημένο. Πέφτουμε στον κόσμο φορτωμένοι την κλεψύδρα μας μέσα στα όνειρα των θεών, σαν κλέφτες της φωτιάς στο καμίνι της ύπαρξης.

Τα κλαδιά συμπαρασύρουν και το δέντρο του είναι δεν το ξεριζώνουν όμως.Κανένας θάνατος δε θα τελειώσει με το είναι.Ο θάνατος είναι όπως το αθέατο της Σελήνης, βλέπουμε το μέρος της ζωής, να χάνεται να ξαναφέγγει. Η αορασία είναι απροσμάχητη στη χάση,στη φέξη.

Ποιο είναι το ψαχνό; Και γιατί δεν το οικειοποιείται η φράση να το κάνει έκφραση;Η ηρεμία είναι δείγμα δύναμης. Αν ήθελε να ανοίξει το χώρο γύρω από μια καλοπετυχημένη μεταφορά, να πλέξει την ύφανση στην αύρα της με βυθομέτρηση στα συμφραζόμενά της, ήθελε πετύχει την ψυχή του κειμένου. Όμως αργεί, ληθαργεί. Η σφεντόνα του είναι σε μπλοκή κι ο ίδιος όλο καλές προθέσεις.

Δεν αφήνει τα ύδατα να κυκλώσουν το νόημα σε αέναη ροή, δεν τέμνεται ο χωρικός του ορίζοντας με το πολυάστυ, δεν συγχωρεί αρμονικά πλεξίματα, συνηχήσεις ρυθμών και τόνων, και το γλωσσίδι της καμπάνας κοροϊδεύει την απάθεια, την παθητικότητα που ρέπει στο λογοτεχνισμό, δέσμιος του αισθητικισμού.

Λέει κάπου: “χαμηλοτάβανες κουβέντες” αυτό είναι. Όμως γιατί; Γιατί αφού πήρε οδηγό από μιας αρχής δε στάθηκε με τόλμη στη βαθύτερη μελέτη του έργου του,με το κατακτημένο βήμα να πειθαρχήσει σκέψη και λόγο;
Τι πίστεψε;
Αφού είμαι οπαδός του, μου δίνεται ουρανόπεμπτο το χρίσμα και δε χρειάζεται δουλειά.Έλα όμως που η χάρη είναι υπόθεση του ταπεινού. Ενώ εδώ η στάση αλαζονεύεται και εξοστρακίζει την προσπάθεια, τη μελέτη, τον κόπο,τη σπουδή της λεπτομέρειας,το μόχθο.
Για να κατεβάσεις ουρανό θα λιώσεις παντελόνια διαβάζοντας γράφοντας σβήνοντας ξαναγράφοντας,»εξαγοράζοντας αλήθεια με θάνατο».Βουνά γλωσσικό υλικό για λίγο μετάλλευμα.Πιστεύει στην παρθενογένεση;Ναι υπάρχουν οι πηγαίοι, και ποτέ οι καλύτεροι συγγραφείς δεν ήταν ακαδημαϊκοί. Όμως πέρα από συνταγές το έργο πώς θα ήταν έργο, χωρίς δουλειά; Χωρίς μαθητεία μαστοριά, χωρίς θεωρία πράξη;

Όλοι οι μεγάλοι καλούν τους διανοητές στην ερμηνεία του έργου τους. Είναι ωφέλιμη προ πάντων για τους ίδιους τους δημιουργούς και οξύνουν τη ματιά τους. Ερμανέων χατίζει, η ποίησις μου λέει ο Πίνδαρος.Καλούσε σε ερμηνεία τους διανοητές του καιρού του.
Αν δεχτούμε τούτη τη γραφή σαν προσπάθεια εξομολόγησης με επιείκεια θα κρίνουμε τα αυτοεκφραστικά της μοτίβα. Την κίνησή της και την προσπάθεια να γίνει συγκίνηση. Τι πετυχαίνει, που αποτυχαίνει.

Τι θέλω και παραβάλλω τα μέγιστα στα ελάσσονα; Θέλω να δείξω την περσόνα μας στην κρυψώνα της . Εκεί που η απόπειρα πρωτογεννιέται. Σπουδάζοντας αυτό το λίγο για να βγεί το έσχατο νόημα της γραφής, του συγγράφειν. Κριτική αποτίμηση στις κρίσιμες μάζες του πειράματος. Να δούμε τη χημεία μας. Να δούμε με ποιούς καταλύτες αντιδρούν τα υλικά της σύνθεσης.

Κι όμως φτάνω στην ώρα που θα βάλλω τους οδηγούς απέναντι, αντικριστά να συνδιαλεχτούν και να συνδιαλλάξω μαζί τους νόημα. Υγρασία σημασίας ώστε να διαβρώσει τα άσκοπα και να μείνει το μεστό.Το κατανοείν τους είναι μια απαλλαγή από προλήψεις και προκαταλήψεις για να πάνε βαθιά σε ένα ιστορικό στόχο, με όλα τα συμφραζόμενα και με τη ζωή τους.Κόβει το ξυράφι του νου τους νόημα και χρόνο.
Αμφίβραχυς (υ-υ) ρυθμός. Να τον ακοντίζει χρόνος. Να τον πλησιάζει ο τόνος στην ωδή. Να μελωδεί η φράση. Να εμφανίζεται στη βραχεία περίφραξη η μακρύτητα της πνοής ώστε να της χορηγείται συναίνεση και εμπνοή. Καλλιεργητική διάθεση.“Φευγάτε φίδια, φευγάτε γκουσταρίτσες

γιατί έρχεται του Ευαγγελισμού με τα σπαθιά στα χέρια”.

Με υλικό την αϋλότητα του χρόνου υπάρχουμε ιστορικά.Στο καμίνι της ύπαρξης πλησιάζοντες κάρβουνο σβηστό σε κάρβουνο ανεμένο. Ο χρόνος της κορνίζας πρέπει να είναι ο δικός μας χρόνος. Αποφενακισμός της μόδας για να φανεί το συγκαιρινό βήμα και ανάπτυξη του στοχαστικού ποιήματος. Ελπισμός που εγείρει το ενύπνιό μας σε αντοχή υλικών στο φάσιμο του ονείρου της ζωής, όνειρο σκιάς, με τον άνεμο του θεού: Πρόκειται για τη φωτιά του νου.

Κλέφτης νοήματος κλέφτης φωτιάς.Ο ποιητής δεν κατηγορεί, κατανοεί γιατί ζει σε μια πιο ανοιχτή συνθήκη, γιατί πέρα από την έγνοια της τέρψης έχει μια πιο μεγάλη έγνοια: εξαγγέλλει την ιστορική πορεία της προσεχούς κοινωνίας. Ο Όμηρος εξαγγέλλει την πόλη κράτος, ο Αισχύλος αποκαλύπτει τον τραγικό πολίτη συμβουλεύοντας ειρήνη και συγκράτηση επικαλούμενος το Συμβούλιο των θεών στον Άρειο Πάγο. Καταγγέλλει το συμψηφισμό των εγκλημάτων και διδάσκει τη διάκρισή τους γκρεμίζοντας τις Ερινύες,θεσμός ανταπόδοσης, αντεκδίκησης, προάγει τις Ευμενίδες, εγκαθιστά δημόσια δίκη ,που συγχωρούν, εξαγνίζουν το μίασμα, βάζει τον άνθρωπο στην Πολιτεία, το θεσμό της Δικαιοσύνης.

*

Ξεπέρασμα του κοινωνικού δαρβινισμού προς τη συμβιωτική ειρήνευση, βάθη σύμπαντος, βάθη νου.Τα δεδομένα του σύμπαντος υστερούν κατά πολύ ως προς τα δεδομένα των διαδικασιών του εγκεφάλου. Φέξε μου και γλίστρησα. Σπίρτα σβησμένα στα βοριά βορειοδυτικά της σήψης. Τα λυδικά ρολόγια δε μετρούν το χρόνο τον αποκαλύπτουν,τήκουν τον πάγο των κλεψύδρων, εντρυφούν στο νόημα κάτω από τα μάτια του θανάτου, αψηφώντας τον.Εκσυγχρονίζουν τον πλανήτη κυκλοφορώντας το νόημα και χαρτογραφώντας το σύμπαν πέραν των ουρανών στοχεύοντας την καρδιά της φωτιάς του κερδίζοντας κι άλλο φως.

Υλικό ονείρων κάτω από το αδιανόητο,όξυνση έμπνευσης,λιωμένος πάγος στο ρακοπότηρο,σπίρτο στον πάγο. Ψυχές αποψυγμένες στη διακινδύνευση με μέτρο το θάνατο, ακμή ζωής, για να κόβει νόημα που το ζει. Είναι στραβός ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε; Με ποιους θα πας; Μ’ αυτούς που αγαπάς.
*
Τι βλέπω;
Βλέπω με ποιο νόημα είμαστε χτισμένοι. Και τι θα ξύσουμε από τη σκουριά που σκεπάζει τις πλάκες των ηθών. Με ποια ψυχή έρχεται ο ξενιτεμένος να γιορτάσει τα συντάξιμα χρόνια του στη γη του. -Με ποιο όνειρο έφυγε και ποιο όνειρο.Οι αρχαίες τρίαινες: 1) Όμηρος, Πίνδαρος, Σαπφώ 2) Πλάτων, Αριστοτέλης, Πλωτίνος, 3)Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης,- έμεινε σαν παράδεισος στην ψυχή του: κέρδισε ασημένιο στεφάνι σοφίας και πείρας; Βάζω στο νου μου τους καλλίτερους που τους μαλάκωσε η ζωή. Τριγυρίζω το νόημα που θα λάβει ο αναπολιτισμός στην ερημιά. Τι κέρδισε το άγριο και πως με το δικτυακό τόπο θα συνομιλήσει ο νέος άνθρωπος μορφώνοντας παγκοσμιότητα.

Με ποια ποίηση βουνών θα στενάξει τη βουβή του πλήξη για να εκπλαγεί στο γενναίο νέο κόσμο χωρίς να συντριβεί στις νέες συμπληγάδες, τις κλεισούρες του ώστε να στρέψει σε ανοίγματα προς την αίγλη της ανάστροφης χρυσής διπλής κούπας της Κερέντσας;

*

Μετράει για χάρη μας ο Αχέροντας τους πελάτες της Αχερουσίας: χρόνο από αθανασία και θάνατο σε πλουτώνια αμπάρια με το αθάνατο νερό του. Ημερολόγια χτίζω για να μας ημερώσουν φέρνοντάς μας στο φως της μέρας: Αχέρων αυτοκλεψύδρα που μετράει χωρίς να το ζητήσει κανείς, δωρητής νερού, ποτό για τα μποστάνια μας, ποτιστής παρά τη στάση μας στις ποτίστρες των μπαρ.Ηλύσια πεδία ποτίζει, κηπάκια αθανασίας. “Βρέχουμε τσίπουρα τον ουρανίσκο, μια σε χάνω μια σε βρίσκω, λοξοκοιτώντας τον ήρωα στο Δρίσκο, η λαχτάρα μας αψηφά το ρίσκο”.

Αυτοσύστατοι. Υποκείμενοι του νοήματος, αφού το παραλάβαμε το κάνουμε ευθύνη, ακοίμητοι φρουροί υδάσπιδες συλλογιστοί στο δόρυ. Λαμπαδηφορία πνεύματος με σπουδή χρόνου.

*

Και να έχεις υπόψη σου πως από όλο το έργο το ποιητικό του Παλαμά – το κριτικό του έργο είναι αλλιώς – έμεινε και διαβάζεται μόνο η “Φοινικιά”. Και φαντάσου ο Καραγάτσης τον θεωρούσε τον πιο μεγάλο μας ποιητή – το αναφέρω επειδή είναι πρόσφατη γνώμη, του ’60, όταν ο Καβάφης, ο Σικελιανός μεσουρανούσαν. Ο δε Σολωμός αποκήρυξε τον Εθνικό του Ύμνο και άλλα.

Πάνω από το μνήμα, αντλείς σαν από λίκνο τη μνήμη των σκιών. Αφού καταλήγεις εδώ ήδη πατάς σε μια πολύ παλιά αλήθεια ειπωμένη. Αυτό που ήρθε εδώ ως τέλος όφειλε να ήταν η αρχή σου. Γιατί είμαστε αρχάριοι του σύμπαντος που μας ζητά ευθύς από τον εαυτό μας το καλλίτερο, το επικινδυνότατο, το αθωώτατον. Στην απομάκρυνση των ουρανών και των ουρανίων η ψυχή κάνει αύξον χάσμα για να χωρέσει το αχώρητο, το πλατύτερο των ουρανών όπου ελέγχει και το ουράνιο της σχάσης.

Αυτό που δεν δύει ποτέ πως να του ξεφύγεις;

Ρίχνεις σκιά ή φως; Φωτιζόμαστε από τις σκιές τους,και των πραγμάτων. Οι ποιητές δεν είναι παρά ερμηνείς των θεών, από κάποιο άδυτο φθέγγονται, ανεβασμένοι, εκεί στο βυθό, στο τριπόδι της Μούσας,ο Χέλντερλιν αυτό το έκανε πίστη του, μ’ αυτή την έννοια εικόνισε, συμβόλισε τον κεραυνό έμπνευση και προσπάθησε να τον πιάσει με το χέρι του τυλίγοντας τον στο τραγούδι του. Αυτό τον έκαψε. Η υπερβολή εγγύτητας.

Ανοίγουν τις παλάμες τους ικεσία δέηση γράφει η μοίρα το γραφτό στις παλάμες του Ήλιου;
Περνούν τα κορίτσια σου στην παραλία σαν φως; Διάφανες επιδερμίδες, παγίδες φωτός τα μάτια τους; Ανοίγουν φτερά καθρεφτίζονται στο βυθό, ντάμα καρέ;

Παρακολούθημα της μεγάλης ψυχής που φέρει την παράδοσή μας μέχρι την ψυχή μας. Με μυρωμένο στόμα Σίβυλλας, εκείνη μαντεύει, εμείς εξηγούμαστε.

Γιατί να μη κοιτάξεις, στον ποιητή που λάτρεψες, βαθιές μεταφορές; « Κάτω στις μαργαρίτες τ’ αλωνάκια κάνουν τρελό χορό τα μελισσόπουλα». Σε τέτοια αλωνάκια έδωσε τη μάχη της έκφρασης αντίκρισε εκεί το Σολωμό που, αυτός, στο αλωνάκι του Μεσολογγίου αναστέναζε: « Δεν έχει ο κόσμος τόπο πιο ένδοξο από τούτο το αλωνάκι» και στην καρδιά του Ηρώο καρδιάς-μαγεμένος από Μπάιρον. Ήρθες στο αλώνι σου; Πως το δοξάζεις; Τι φωτοστέφανο έχει; Το έλαβα, το λάβωσα, λαβωματιά. Ήρθε να τα ντύσει το λευκό, όπου τα κοτσύφια, μελωδοί μοιρολογητές ψάλτες, κάθονται στη λευκή σελίδα, χωρίς να καταλάβεις πως έγινε αυτό. Είναι της έμπνευσης, όργανό της ήσουν.

Μέθοδος και αλήθεια,κατανόηση και Ερμηνεία,παραινέσεις προς αίνιγμα. Πιο κοντά στον εαυτό, σα να βάζεις φυτίλι στο λυχνάρι, που μ’ αυτό θα δεις τι σκιά ρίχνει, τι φως ο αναγνωρισμός. Η ηρωίδα μπορεί να διαστραφεί όπως το όπιο ,ο χρόνος είναι η πρώτη ύλη της ιστορίας όπως το όπιο για την ηρωίνη.

Αρκεί να το αφηγηθείς, αρκεί να το ντύσεις έκφραση, γάζα στον πόνο, οξυζενέ και ιώδιο, ιώδη βατόμουρα από φράχτη είναι η πλοκή και η εμπλοκή με τα πράγματα. Προς αυτά τα πράγματα για να απεμπλακείς και να ξεμπλέξεις.

Στη συγγραφή υπονοείται τούτο: Νους, χέρι, γλώσσα, συνομολογούν στον αρχαίο δρόμο της γραφής στην καρδιά του υπάρχοντος. Ρίχνεις φως κλέβοντας νόημα στην υποφορά των πραγμάτων. Ανοίγεις τον κλειστό κόσμο των πραγμάτων στη σημασία. Νεύμα  αιωνιότητας προς το χρόνο σου ερμηνεύεις από την εμπνευσμένη σου στιγμή που εκρήγνυνται σε σημασία.
Όπως μπάζει ο ήλιος ζωή, με ζέστη και φως.

Οσο φαρμάκι εντοπίσεις να ξέρεις πως τα γιατρικά είναι πικρά τυλιγμένα στην όστια, δέξου τα λοιπόν σαν αναβράζοντα δισκία, σα βιταμίνες. Γράφεις μια φράση; Η τέχνη λέει: δε γράφω ή λέω ότι σκέφτομαι, σκέφτομαι ό,τι γράφω. Κι αλλιώς: Κοιτώ την εικόνα της φράσης μια δεύτερη φορά προτού τη διατυπώσω γραπτώς. Το γυρίζεις στο μυαλό ώσπου να το ρίξει η έμπνευση στη γλώσσα, ωστόσο εσύ έχεις έτοιμη από καιρό τη σκαλωσιά, για να αράξει η έκπληξη του ποιήματος συντέμνοντας  για την ένταση.

Μελέτη μετά τέχνης και τέχνη μετά μελέτης. Διώκω ει και καταλάβω. Γράφω από τα μέσα μου μήπως και μ’ εννοήσω για να εκφραστώ, με φαντασία και λόγο φορέα της μνήμης. Πλέκεις κονταρίτσες,κάλτσες και μπλούζες να ντύσεις τη χειμωνιά, κάνοντας το χειμαδιό θέρετρο.
Η πετυχημένη μεταφορά, αυτό το αδίδακτο σημάδι ευφυΐας, μεταμορφώνει το νόημα εκρηκτικά, κάνει χρέη νιτρογλυκερίνης στην καρδιά του κειμένου, διακριτική φαντασία, μικρό ποίημα που αναμοχλεύει τις καθιερωμένες εικόνες και στέλνει την εικόνα στα αστέρια απ’ όπου την ανασύρει.
Το ποίημα κρίνεται από την είσοδό του, για να σε μπάσει στο άβατο του ναού του μεγαλοπρεπώς. Είναι η πόρτα του να μπεις να ιερουργηθείς και να ιερουργήσεις ως ιεροφάντης μπαστούνι. Οι ναοί μπορεί να είναι περίπτεροι και κάθε στοιχείο αρχιτεκτόνησης δεν είναι αδιάφορο, όλα ο ναός τα θέλει σμιλευμένα, ιχνογραφημένα, σχεδιασμένα, και προϋποθέτει πιστούς, ιερείς και θεούς.

Ο θεός του ποιητή ,-μάντεψε μούσα κι εγώ να προφητέψω ή και το άλλο πές με μάντη να σε πώ προφήτη- χορηγεί μαντεψιές για να προφητέψει ο τελευταίος τη μαντεία του πραγματικού. Κοινός τόπος όλα αυτά, όμως καλλίτερα μιλάς με νέο σκοπό,νεοσίγαλον, γνώρισμα της ποίησης είναι να ανανεώνει σε μορφή και περιεχόμενο και να ανεβάζει στην μετοχή των συμβόλων.

Μοιάζει να πίνει θυμαρίσιο γάλα, γάλα απ’ τήν παράδεισο, αρχίζει να βρίσκει τη φωνή του, αφού περνά στη σιωπή, αγωνιώντας, γυρνώντας τη μοναξιά στη μνήμη της αλήθειας, τη μελέτη αυτογνωσίας και θανάτου.Κυρίως όταν συγκρατά το παραληρόν σουρεαλίζον ύφος κι ανακαλύπτει τη μεταφορά, τη μυστική ανταύγεια των συγγενικών του πραγμάτων,όταν απαλείψει το κραυγαλέο,αφού παραιτηθεί από τον ξέφρενο και άπραγο λυρισμό και γαντζώσει στο ρηματικό πεζό τρόπο που δεν κραυγάζει δες είμαι ποίηση σκάβοντας πρόσωπα και πράγματα προς την ποιητική τους μετουσίωση θα βρει τον εαυτό του, την αλήθεια του, το ύφος.

Τα λογοτεχνίζοντα μπάζα της αγοράς δεν του αφήνουν ανάσα να πει τον πραγματικό κόσμο. Κατατρύχεται ακόμα από την ιδέα της λογοτεχνικής πιάτσας.Κι αυτό τον καταδένει να ανοιχτεί στο καταποντισμένο πλούτο, την περιουσία της ψυχής του. Συμβουλή:  δέσε τον πόνο με γάζα ομορφιά, βάστα κερήθρα μέλι, για τ’ άλλα μη σε μέλλει. Άνοιξε τη φράση σου στην παρατήρηση του κόσμου και στολίσου με αυτό το κόσμημα εργωδώς.Στον κόσμο του πνεύματος μοναξιά δεν υπάρχει, ο εσωτερικός άνθρωπος χωρεί το παν και ρίχνει ρίζες από τον πλούτο του όπου τόπος. Η ατοπία του είναι γεμάτη χρόνο μέλλοντος. Γειώσου για να κατεβάσεις τον κεραυνό στο εργαστήρι σου κι επωφελήσου από το νίτρο και τη ροή του, με θειάφι κεραύνιο στην αντιμόνια σχεδία σου. Ίσως αν κατεβάσεις τον υδράργυρο και πέσει ο ψηλός πυρετός του σώματος θα φουντώσει ο πυρετός του νου, θα ανάψει η έμπνευση ,θα φυτουργήσει ζωτικό καημό και έγκαυμα από θερμές κοιτίδες μνήμης ενεργούς.

(Κεραμοσκεπές

Θερμές κοιτίδες μνήμης

Το είναι λάμπει)

*

Μαρμαροβούνια. Στη Λίβινγκστόουν οι ζώσες πέτρες ξανακυλάνε ανάραχα. Είναι τα δικά μας μάρμαρα.Η τέχνη είναι ανάσα μούσας δεν κακοπιάνεται, κι επειδή την αγαπάς και τη λιμπίζεσαι άκου την στα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης κι ας έχει ο κόσμος κάθε μέρα πρωταπριλιά εσύ γιόρταζε Μάη στους ρεβιθανθούς, τα τρελά ερωτηματικά σε πρωινή δροσιά.
Στην κονίστρα και δε θα σκονιστείς; Άνοιξε το ταμείο σου και μοίρασε τα υπάρχοντα που σώρευσες, μίλα το βαθύτερο πόνο κι όσο γίνεται με πιο χαμηλή φωνή, ανάσυρε το ταπεινό τίποτε, προς το φως. Βγάλε από τις σχισμές των βράχων το αρχέγονο του τόπου μίλησέ το. Άσε τη λαχτάρα να τα πει, πρόδοσέ τα, παράδωσέ τα, παραδόσου.
Από το ποιόν μας προκύπτει ποίηση, χυμός παίδεψης,δίνουμε και μας περισσεύει, επειδή είμαστε αλάνια της ύπαρξης, ολόγυρα στη λίμνη του υδραργύρου σα χτυπά σαρανταδυο αλλά ξαναγεννιέσαι στην καλλίτερη στιγμή σου: Τα τσίπουρα.Στου Τσιπουρά, θα λεγα. Ακόμα ένα ψυχωφελές τσιπουράκι πέρα απ’ τη μέθη νηφάλιος των ηπειρωτικών γραμμών στην πεντάγραμμη παλάμη του πλατανόφυλλου, υδαρές ιώδιο πληγών.

Όμως τίθεται ζήτημα επισημάνσεων, αποτίμησης, προσέγγισης, εντοπισμών. Είναι υπόθεση του “Ίωνα”, του “Φαίδρου”, και είναι ζήτημα επιγνώσεως,γνώση ως αρετή, σωφρονείν,είναι ζήτημα φρονιμάδας και φρονήσεως. Ποιο είναι το φρόνιμο, ποια πράξη μου θα είναι φρένων επίσκεψις; Στο πεδίο ορεινής πεδιάδας, παίζοντας και φρενάροντας με βουνά νοήματος στα πόδια σου, “δεν πιάνεις το διάολο από την ουρά,“Δε γαλουχείς νήπια. Του γενναίου νέου κόσμου η ρότα πιάνει τις φράσεις τρέχοντας με συμβιωτική δύναμη.
Από την κονίστρα του κόσμου,παλαίστρα, στο φούρνο των ιδεών και των ηδονών. Και η ευθύνη θα σε πάει ίσια στα βαθύτερα των έργων, «Θα μάθουμε αυτό που είμαστε αν γίνουμε αυτό που ξέρουμε».Πλοκή του απλού όπως απλώνεται μια σταγόνα λάδι στη λευκή σελίδα σα να θέλει να κατακλύσει την επιφάνεια ενώ την πίνει το χαρτί.

Με απλωτές δαμάζοντας την αντίσταση των κυμάτων στις εμπνεύσεις,χαράσσοντας τη λευκή σελίδα σαν να οργώνεις πεζούλες. Το θέρος θά ρθει, επειδή το έλπισες οργώνοντας, κι ο καιρός θα σε ευνοήσει στο αλώνι σηκώνοντας άνεμο για να λιχνίσεις το χρυσαφένιο άχυρο, κοίτα στα πόδια σου σωρεύεται χρυσό σιτάρι. Κάνεις πρόσφορο και οι καρποί ευλογούνται: Χαρά από ύπαρξη, η φλόγα ωριμάζει το σταφύλι, η φλόγα μέσα στη ρώγα το κάνει κόκκινο, στρέψε παλάμες βγαίνει ο ήλιος πάντα νέος να τις φωτίσει να τις ζεστάνει, δεν είσαι μόνος είσαι ονειροπόλος του όλου, γύρω σου όλη η χάρη της γης. Προσευχήσου όπως οι παλιές μας μάνες: “εγώ στον ήλιο ορκίστηκα” μ’ αυτό τον όρκο ο Φοίβος θα σε οδηγήσει από τον έφηβο εαυτό στο εφύμνιο αφυπνίζοντας ομορφιά κι αλήθεια.

Ο χρόνος αναπάντεχα μπήκε από τις χαραμάδες και το άδειο δοχείο μας ιστορήθηκε στη συγκατάβασή μας στα ποντισμένα βάθη με πίεση και ποίηση. Τι άλλο να ζητήσεις τα έργα μας πρωτίστως είμαστε εμείς: το ποίημα μέσα μας. Μας διαπέρασε; Τότε ο ευλογημένος καιρός θα βρει τρόπο να γίνει καρπός, έργο. Άγουροι και ξινοί, ξενίζοντας τη φωτιά θα ωριμάσουμε κι όποια πουλάκια του θεού να χαρούν τσιμπολογώντας.

ΟΚΤΩΒΡΗΣ ’01 Έρρωσο!

1.Θα διστάσουμε να οικειοποιηθούμε τη μεγάλη λογοτεχνία; Τότε για ποιον γράφτηκε; Δεν εξαγγέλλει την εποχή μας;

2.Μέσα στο Γενάρη σε φτάνει ένα βιβλίο, και γιορτάζεις άνοιξη κοιτάζοντας βουνά.

3.Οικοδομικό άσμα, τεχνολογικό τραγούδι, καλλιτεχνική έκρηξη, ιστορία, επιστήμες. Γεωπολιτικός και διαστημικός ορίζοντας, τάσεις εποχής, το παρεΐστικο κλίμα μπλοκάρει το χρόνο αφού αποκλείσει τους τρίτους.Επειδή το όνειρο είναι άυλο κι εύθραυστο, τρυφερό, σκάβεις στο μποστάνι, ποτίζεις και στήνεις βέργες να κρατήσει τις φασολιές ,τεχνική μαθητεία, σχέδιο για να χωρέσει το εύθραυστο. Με καρτερία, υπομονή, σμιλεύοντας βράχο ώσπου να κάνεις την επιτευγμένη μορφή: φτιάξτο.

Advertisements