Εμπύρευμα: “ο κόσμος της σιωπής”

Σκέφτηκες ποτέ σου
Το χρεών ως χρόνος και όν. Ταυτόν.
Το χρεών υποβαστάζει ως χρόνος την ύπαρξη άρα το είναι κατά τον Αναξίμανδρο.
*
Να πιάσω τη γραμμή σου σε ανάριθμο γέλιο
και να χαρούν τα σύμπαντα χαρμόσυνες καμπάνες
και να χαρώ το γέλιο σου ασπροκκλησιά φεγγόβολη.
Κι έτσι θα φεύγαμε ,θάχαμε φύγει.
Όμορφο μες στο πνευματικά όμορφο.
Τα μάτια της δυό λίμνες σκότειες.
*
Όπως δεν υπάρχει απέξω για να παρατηρήσουμε το νού
(κι όμως ο νούς ανανοείται , είναι από
φτιάξιμό του ανανοητικός, κι εδώ, υστερεί το σύμπαν),
έτσι δεν έχουμε τρόπο να παρατηρήσουμε απ έξω το σύμπαν.
Η νόησή μας είναι φτιαγμένη πεπερασμένα
(φαίνεται ότι ως αντάλαγμα της δόθηκε άπειρη δυνατότης)
και υποθέτουμε πως και το σύμπαν είναι παρόμοιο,όμως μπορεί να είναι άπειρο
και δεν έχουμε τρόπο να το βεβαιώσουμε .
(Πλωτίνεια άπλωσις σαν σταγόνα λάδι στο χαρτί)
Γνωρίζουμε μιά μικρή περιοχή του υπάρχοντος ,
άν και πολύ περισσότερα από παλιά,
όμως το πολύ είναι άγνωστος τόπος και χρόνος.
Το βήμα της σκέψης θα μετρηθεί στην περιοχή του τρομερού.Σ’αυτό
το αντίκρισμα θέλει άλλου είδους λαβές:Αγώνας και αγωνία που πηγάζουν
από το εύθραυστο πλάσιμο μας.Από τη λεπτότατη χορδή που μας κρατά
όρθιους και ανασαίνουμε.Εδώ κάθε επιστημονική και οντολογική αισιοδοξία,
κάθε τόνος βεβαιωτικός χάνει τον τωρό,τα πράγματα εξαχνίζονται
μιά δόνηση απελπισμού και μας κλέβει τον κόσμο απ’ τη ματιά μας.
Ένας συναισθηματικός τόνος αποχρωματίζει την κοψιά της γνώσης
και εισβάλει ακάθεκτη η απόγνωση,η αβεβαιότητα , η αμφιβολία και:»Ου δεί αμφιβάλειν».
«Να θυμηθείς πως με ξέχασες.»
*
«Όποιος κατουράει στη θάλασσα θα το βρεί στο ψωμί του»
Ανεβαίνοντας προς την ψηλοκορφή ίδρωνε κι αρμύριζε το κορμί.
Θάλασσα ο ιδρώτας της γης στο αγκομαχητό της στο στερέωμα
των ουρανών,γι αυτό γελά ο Ήλιος στην πλάτη της.
Κι ο Προμηθέας στον Καύκασο ,ο κλέφτης της θείας φλόγας,αντικρύ-
ζοντας στον πόντο το μύριο φώς στο κύμα ,χιλιάδες ήλιους
ν’ αστράφτουν στο λιόγερμα σκέφτεται τη μοναδική φωτιά του
που έκλεψε για τον άνθρωπο κι αστράφτει στα μύρια χέρια των,
κάθε χεράκι και φώς φέγγει τα μάτια τους,
πόρτες που φωτίζουν το νού τους.Διττή η φωτιά,
ζέστη και φλόγα που, γεννά το αντικείμενό της.
*
Με όλες τις προσπάθειες ,με όλες τις εξάρσεις,σκοντάφτει
και είναι τος πάλι στην απόγνωση.Πονήματα και πόνος και στερημένος
από δροσιά.Από μιάς αρχής όλα τα βήματα πέφτουν στη νύχτα.
Κι είναι σκοτάδι ο στεναγμός.Δεν κατεβαίνει το ψωμί,δε βρίσκει
στέγη να τον στεγάσει οικεία.Από γκρεμό σ’ άλλο γκρεμό χειροπαιδεμός.
Άχαρα τα παλαίσματα ,τάχα που ν’ ακουμπήσει;
Παλμός που βύθισε το σπλάχνο του,βύθιος καημός τον θλίβει.
Κρυφός ρυθμός και μάχεται ν’ ανέβει απ’ το πολύ παθητικό του νου.
Αδειάζει κι έτσι η όρεξη απ’ την όμοια τροφή,που κάνει τα
κρυφοσκιρτήματα να λουφάζουν.Άσε του αέρα ν’ ανασάνει.
*
Παίρνουμε ρυθμό, από τα γενοφάσκια μας για τον ύπνο(λάρωμα).
*
*
Κεκτημένο της έρευνας:1.Ο εγκέφαλος και τα σωματικά συμφραζόμενα,ξεπερνούν κατά πολύ τις ανάγκες του βιολειτουργισμού.Ο εγκέφαλος έχει μνήμη λειτουργειών του μέλλοντος,κλείνει μέσα του το άπειρο.2.Η συνείδηση δεν μπορεί να μεταγραφεί μηχανικά .Πρέπει να κατανοηθεί ως μεταμορφωτική αυθυπέρβαση του εγκεφάλου.–

Advertisements