Όπως

large

Ξεθωριάζουν τα χώματα με το φεγγάρι
μέσα στο αναπάντεχο μια σφήνα αυλάκι υπόγειο αίσθημα.
Βγαίνει από την ομίχλη το τοπίο διάφανα τα βουνά κολλητά σαν φίλοι
η κορυφογραμμή ένα με το χάραμα

κι ακούγαμε τον ασβεστόλιθο να κοχλάζει.

Κορμοί κυπαρισσιών ασπρισμένοι με ασβεστόνερο
στης εκκλησίας τον αυλόγυρο.
Κάτω απ τις συκιές σφάζουν αμνοερίφια χύνονται τα αίματα στις πέτρες στα χόρτα.
Κατακόκκινα ακονισμένα μαχαίρια, πίσω τους γίνεται η γιορτή.
Σκοτεινιάζει το μάτι του ζώου πέρα στη λοφοπλαγιά στην πλατεία μουνουχίζουν βαρβάτα πουλάρια,ώς εδώ ακούγονται τα χλιμιντρίσματα των φοράδων
αναισθησία και τσιγκουνιά έχει στραγγίξει τις ψυχές τις αποστέγνωσε όπως χοντρό αλάτι το ψάρι το ωμό

έλα λικνίσου με τους στίχους μίσχους .Μακρόθυμα.Ευεργετικά.Μαγεμένα.
Δεν έχει άλλο από ρυθμό η νιότη κλαδάκι ράθυμο στον άνεμο
φτερουγίζει στο μέτωπό της το όνειρο, στον καιρό της και στον καιρό της πέτρας.

Στους σαράντα δρόμους είχε έναν ψίθυρο ζωής.Μα τότε απέσβετο με μιά λέξη στο στόμα σφηνωμένη.
Ικαριαία πτώση, λιώνουν τα φτερά, όπως σε ονειροφαντασιές, στην αποκοτιά του σάλτου για τ’ απέναντι.
Άσ’το να τρέξει όπως το βρόχινο νερό μέσα από το σαν παλάμη πράσινο φύλλο .

Κατεβαίναμε το βουνό με το χαζέπι στις πλάτες, κουδούνιζαν οι στερναρόπετρες στις σάρες σε κάθε πάτημα,σπίθιζαν
σπίθιζαν κι οι αστραπές και μάς φοβέριζαν σαν χάρακας από το απειλητικό χέρι υστερικής δασκάλας που μάθαινε παιδαγωγός στις πλάτες μας
σερφάροντας,-πρίν τη λέξη-, με οδηγούς κέδρινα παλούκια στις σβάρες
άχνιζαν τα μαλλιά καθώς μπαίναμε κάτω απ τα υπόστεγα με τα τσίγκα για σκεπή
κι είχαμε το βουνό στην τσέπη.Μαλαματένια μας ξυράφια,ξεφτεριών συνάφεια,πάθη βουβά και σκουντουφλάμε,οι άνεμοι μάς κυνηγούν τρέμουνε τα είδωλα στον καθρέφτη
ο νάρκισσος σκύβοντας στην πηγή τρεμουλιάζει στον μίσχο του σαν και την επιφάνεια του νερού.Αποχαυνώνεται χάνεται στο ίνδαλμά του.
Νάρκισσε, μόνο την ηχώ της ακούς;

Σκοτεινιάζει το μάτι με τη σφαγή, στους σαράντα δρόμους έχει έναν ψίθυρο ζωής

Όπως
τα βράδια μας στον πυρωμένο ασβεστόλιθο
ξεθώριαζαν τα χώματα με το φεγγάρι
αλλόκοτο το ξαφνιαστικό πέρασμα των δορυφόρων
στον αστροπότιστο ουρανό και ξαγρυπνούσαμε τις καλοκαιρινές νύχτες στα πετρόστρωτα κρεβάτια.

Μέσα στο αναπάντεχο μια σφήνα αυλάκι,υπόγειο αίσθημα, μουρμουρίζει
διάφανα τα βουνά μας ,η κορυφογραμμή ένα με το χάραμα
Το αλληγορικό τοπίο βγαίνει απ τη ομίχλη του καιρού ξεθολώνει το μάτι
Γέρνεις στην κουπαστή,
ακούς; ο ασβεστόλιθος κοχλάζει
στον ερημότοπο,ώ γη για μέλλον ,στρέφεσαι όπως το φύλλο στον ήλιο.
*
Βρόχινο νερό πάνω σε μιάν ασπίδα
απέσβετο,κι η λέξη στο στόμα σφηνωμένη σαν σφαίρα, δεν απόσωσες τη στόρηση του γυρισμού.Είμαστε από χάος .Είμαστε και από σκόνη.

να πώ
Τί γράφει η πλάκα
χτυπώ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s